<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg017.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΚΩΑΚΑΙ ΠΡΟΓΝΩΣΙΕΣ.</head><p>Ι. 1. Οἱ ἐκ ῥίγεος περιψυχόμενοι, κεφαλαλγέες, τράχηλον <lb/>ὀδυνώδεες,
                        ἄφωνοι, ἐφιδροῦντες, ἐπανενέγκαντες θνήσκουσιν. 2. Ἀί <lb/>μετὰ καταψύξιος
                        δυσφορίαι κάκισται. 3. Κατάψυξις μετὰ σκληρυσμοῦ, <lb/>ὀλέθριον. 4. Ἐκ
                        καταψύξιος φόβος καὶ ἀθυμίη ἄλογος <lb/>ἐς σπασμὸν ἀποτελευτᾷ. 5. Αἱ ἐκ
                        καταψύξιος οὔρων ἀπολήψιες, <lb/>κάκιστον. 6. Μετὰ ῥίγεος ἄγνοια κακόν·
                        κακὸν δὲ καὶ λήθη. <lb/>7. Τὰ κωματώδεα ῥίγεα ὑπολέθρια· καὶ τὸ φλογῶδες ἐν
                        προσώπῳ <lb/>μεθ᾿ ἱδρῶτος ἐν τουτέοισι κακόηθες· ἐπὶ τουτέοισι ψύξις τῶν
                        ὄπισθεν, <lb/>σπασμὸν ἐπικαλέεται· καὶ ὅλως δὲ ψύξις τῶν ὄπισθεν, σπασμῶδες.
                        <lb/>8. Αἱ ἐκ νώτου φρῖκαι πυκναὶ, καὶ ὀξέως μεταπίπτουσαι, δύσφοροι·
                        <lb/>οὖρου γὰρ ἀπόληψιν ἐπώδυνον σημαίνουσιν· τὸ ἐφιδροῦν <lb/>τούτοισι
                        κάκιστον. 9. Ῥῖγος ἐν συνεχεῖ, τοῦ σώματος ἀσθενέος <lb/>ἤδη ἐόντος,
                        θανάσιμον. 10. Οἱ πυκνὰ ἐφιδροῦντες καὶ <lb/>ἐπιῤῥιγέοντες, ὀλέθριον· καὶ
                        ἐπὶ τῇσι τελευτῇσιν ἀναφαίνονται <lb/>ἐμπύημα ἔχοντες καὶ κοιλίας
                        ταραχώδεας. 11. Τὰ ἐκ νώτου <lb/>ῥίγεα δυσφορώτερα· ὅσα ἑπτακαιδεκάτῃ
                        ἐπιῤῥιγώσαντα, τετάρτῃ καὶ <lb/>εἰκοστῇ ἐπιῤῥιγοῖ, δύσκολα. 12. Οἱ φρικώδεες
                        κεφαλαλγικοὶ ἐφιδροῦντες, <pb n="590"/> κακοήθεες. 13. Οἱ φρικώδεες
                        ἐφιδροῦντες πολλῷ, <lb/>δύσκολοι. 14. Τὰ πολλὰ νωθρώδεα ῥίγεα, κακοήθεα. 15.
                        Οἷσιν <lb/>ἑκταίοισι ῥίγεα γίνεται, δύσκριτον. 16. Ὁκόσοισι φρῖκαι πυκναὶ
                        <lb/>ὑγιαίνουσιν, οὗτοι ἐξ αἵματος ῥύσιος ἐμπυΐσκονται. 17. Τὸ <lb/>φρικῶδες
                        καὶ τὸ δύσπνοον ἐν τοῖσι πόνοισι, σημεῖα φθινώδεα. <lb/>18. Ἐξ ἐμπυήσιος
                        πλεύμονος καὶ κατὰ κοιλίην ἐνίοτε ἀλγήματα <lb/>καὶ κληῗδα, καὶ τὸ
                        ὑπορέγχειν ἀσωδέως, σημαίνει πτυέλου πλῆθος <lb/>ἐν τῷ πλεύμονι. 19. Οἱ
                        φρικώδεες, ἀσώδεες, κοπιώδεες, ὀσφυαλγέες, <lb/>κοιλίας καθυγραίνονται. 20.
                        Τὰ ἐπιῤῥιγέοντα, ἐς νύκτα <lb/>μᾶλλόν τι παροξυνόμενα, ἄγρυπνα, φλεδονώδεα,
                        ἐν τοῖσιν ὕπνοισιν <lb/>ἔστιν ὅτε οὖρον ὑφ᾿ ἑωυτοὺς χαλῶντες, ἐς σπασμὸν
                        ἀποτελευτᾷ. <lb/>21. Τὰ ξυνεχέα ῥίγεα ἐν ὀξέσι, πονηρόν. 22. Αἱ ἐκ ῥίγεος
                        μετὰ <lb/>κεφαλαλγίης ἐκλύσιες, ὀλέθριον· τὰ αἱματώδεα οὖρα ἐν τουτέοισι,
                        <lb/>πονηρόν. 23. Ῥῖγος ὀπισθοτονῶδες κτείνει. 24. Τὰ φρικάσαντα <lb/>καὶ
                        ἀνιδρώσαντα κρισίμως, ἐς δὲ τὴν αὔριον φρίξαντα παραλόγως, <lb/>ἀγρυπνεῦντα,
                        μὴ πεπαινομένων, αἱμοῤῥαγήσειν οἴομαι. <lb/>25. Τὰ μετὰ ῥίγεος ἐπισχόμενα
                        οὖρα, πονηρὰ καὶ σπασμώδεα, <lb/>ἄλλως τε καὶ προκαρωθέντι· ἐλπὶς δὲ ἐπὶ
                        τούτοισι, καὶ τὰ παρὰ τὰ <pb n="592"/> ὧτα. 26. Τὰ τριταιοφυέα ῥίγεα, τὴν ἐν
                        μέσῳ παροξυνόμενα, <lb/>πυρετῷ ἀτάκτῳ, πάνυ κακοήθεα· τἀναντία δὲ
                        παροξυνόμενα ..... <lb/>27. Τῶν σπώντων τὰ μετὰ ῥίγεος καὶ πυρετοῦ,
                        ὀλέθριον. 28. Αἱ ἐκ <lb/>ῥίγεος ἀφωνίαι τρόμῳ λύονται· καὶ τὰ ἐπιῤῥιγεῦντα
                        τρομώδεα γινόμενα <lb/>κρίνει. 29. Οἱ ἐκ ῥίγεος μετὰ κεφαλαλγίης ἐκλυόμενοι,
                        <lb/>σφαλεροί· τὸ αἱματῶδες οὖρον τουτέοισι κακόν. 30. Οἷσι ῥῖγος,
                        <lb/>οὔρου ἐπίστασις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>ΙΙ. 31. Σπασμὸς ἐν πυρετῷ, χειρῶν καὶ ποδῶν πόνοι, κακόηθες· <lb/>κακόηθες δὲ
                        καὶ ἐκ μηροῦ ὁρμὴ ἀλγήματος· ἀλλ᾿ οὐδὲ γουνάτων <lb/>πόνος κρήγυον· ἀτὰρ καὶ
                        γαστροκνημιῶν πόνοι, κακοήθεες, <lb/>ποτὲ δὲ καὶ γνώμης παράφοροι, ἄλλως τε
                        καὶ ἢν οὖρον ἐναιωρηθῇ. <lb/>32. Οἱ ἐξ ὑποχονδρίων ἀλγήματος πυρετοὶ,
                        κακοήθεες· τὸ <pb n="594"/> καρῶδες ἐπὶ τούτοισι, κάκιστον. 33. Οἱ μὴ
                        διαλείποντες, <lb/>ἐφιδροῦντες πυκνὰ, μετὰ ὑποχονδρίου ἐντάσιος, ὡς
                        ἐπιτοπουλὺ κακοήθεες· <lb/>καὶ τὰ ἐς ἀκρώμιον καὶ κληῗδα ἐνστηρίζοντα
                        ἀλγήματα ἐν <lb/>τούτοισι πονηρά. 34. Οἱ τριταιοφυέες ἀσώδεες πυρετοὶ,
                        κακοήθεες. <lb/>35. Αἱ ἐν πυρετῷ ἀναυδίαι, κακόν. 36. Κοπιώδεες, ἀχλυώδεες,
                        <lb/>ἄγρυπνοι, κωματώδεες, ἐφιδροῦντες, ἀναθερμαινόμενοι, κακόν. <lb/>37. Οἱ
                        κοπιώδεες, μετὰ φρίκης, ἐφιδρώσαντες κρισίμως, ἀναθερμανθέντες, <lb/>ἐν
                        ὀξεῖ, κακὸν, ἄλλως τε καὶ ἢν ἐπιστάζῃ· περὶ ταῦτα <lb/>ἰκτερώδεες,
                        κατακορέες θνήσκουσι, λευκὸν διαχώρημα τουτέοισι <lb/>προσδιέρχεται. 38. Οἱ
                        τριταιοφυέες πλανώδεες, ἐς ἀρτίας μεταπεσόντες, <lb/>δύσκολοι. 39. Οἱ ἐν
                        κρισίμοισιν ἀλυσμοὶ ἀνιδρωτὶ περιψυχόμενοι, <lb/>καὶ ἅπαντες δὲ οἱ ἄνευ
                        ἱδρῶτος καὶ ἀκρίτως, κακόν· καὶ <lb/>οἱ ἐπιῤῥιγώσαντες ἐκ τούτων, ἐμέσαντες
                        ἄκρητα, χολώδεα, ἀσώδεες, <lb/>τρομώδεες, ἐν πυρετῷ, κακόν· καὶ φωνὴ δὲ ὡς
                        ἐκ ῥίγεος. 40. Τὰ δὲ ἐκ <lb/>ῥινῶν σμικροῖσιν ἱδρῶσι περιψύχοντα, κακόν. 41.
                        Οἱ ἐφιδροῦντες, <lb/>ἄγρυπνοι, ἀναθερμαινόμενοι, κακόν. 42. Οἱ ἐφιδρῶντες ἐν
                        πυρετῷ, <lb/>κακοήθεες. 43. Οἷσι, χολώδεος διαχωρήσιος ἐούσης, περὶ
                        <lb/>στῆθος δῆξις καὶ πικρότης, κακόν. 44. Ἐν πυρετῷ, κοιλίης <pb n="596"/>
                        ἐμφυσωμένης, πνεῦμα μὴ διεκπῖπτον, κακόν. 45. Κοπιώδεες. <lb/>λυγγώδεες,
                        κάτοχοι, κακοί. 46. Ἐκ νώτου πυκινῇσι καὶ λεπτῇσι <lb/>φρίκῃσιν ἐφιδροῦντες,
                        δύσφοροι· οὔρου ἀπόληψιν ἐπώδυνον <lb/>σημαίνει· τὸ ἐφιδροῦν τούτοισι,
                        κακόν. 47. Τὸ παρὰ τὸ ἔθος <lb/>ποιέειν τι, οἷον προθυμέεσθαι προσδέχεσθαί
                        τι πρότερον μὴ εἰθισμένον, <lb/>ἢ τοὐναντίον, πονηρὸν καὶ πλησίον παρακοπῆς.
                        48. Τὰ ἐν <lb/>πονηροῖσι σημείοισι κουφίζοντα, καὶ τὰ ἐν χρηστοῖσι μὴ
                        ἐνδιδόντα, <lb/>δύσκολα. 49. Οἱ ἐφιδροῦντες καὶ μάλιστα κεφαλὴν ἐν ὀξέσιν,
                        <lb/>ὑποδύσφοροι, κακὸν, ἄλλως τε καὶ ἐπ᾿ οὔροισι μέλασι· καὶ τὸ
                        <lb/>θολερὸν ἐπὶ τούτοισι πνεῦμα, κακόν. 50. Ἄκρεα ταχὺ ἐπ᾿ ἀμφότερα
                        <lb/>μεταπίπτοντα, καὶ δίψα δὲ τοιαύτη, πονηρόν. 51. Ἐκ <lb/>κοσμίου θρασεῖα
                        ἀπόκρισις, φωνὴ ὀξεῖα, κακόν· ὑποχόνδρια τουτέοισιν <lb/>εἴσω εἰρύαται. 52.
                        Τὰ ἐκ καταψύξιος ἱδρώδεος ταχὺ <lb/>ἀναθερμαινόμενα, κακόν. 53. Οἱ ἐν ὀξέσιν
                        ἐφιδροῦντες, ὑποδύσφοροι, <lb/>κακόν. 54. Οἱ παραλόγως, κενεαγγείης μὴ
                        ἐούσης, <lb/>ἀδύνατοι, κακόν. 55. Ἐν πυρετῷ ἕλξις οἷος ἀπὸ ἐμέτου ἐς
                        <lb/>ἀνάχρεμψιν ἀποτελευτῶσα, κακόν. 56. Νάρκαι ἐς ἀμφότερα <lb/>ταχὺ
                        μεταπίπτουσαι, κακόν. 57. Στάξιες αἱ ἐλάχισται, κακαί. <lb/>58. Κακὸν δὲ
                        πάντως ἐν ὀξεῖ δίψα παραλόγως λυθεῖσα. 59. Οἱ <lb/>πρὸς χεῖρα ἀναΐσσοντες,
                        κακοί. 60. Οἷσιν ἅμα πυρετῷ καυσώδει <pb n="598"/> οἰδήματα ὑπνώδεα
                        νενωθρευμένα, ἐς πλευρὸν ὀδύνη ἐπελθοῦσα, <lb/>παραπληκτικῶς κτείνει. 61.
                        Πνιγμὸς ἐν ὀξέσιν, ἰσχνοῖσιν, ὀλέθριον. <lb/>62. Ἐπὶ τοῖσιν ἤδη ὀλεθρίοισι
                        τὰ σμικρὰ τρομώδεα, καὶ <lb/>ἰώδης ἔμετος, οἱ ἐν τοῖσι ποτοῖσιν ὑποψοφέοντες
                        καὶ ὑποβορβορύζοντες <lb/>ξηροῖσι, καὶ οἱ χαλεπῶς καταβροχθίζοντες πνεύματι
                        βηχώδει, <lb/>ὀλέθριοι. 63. Ἐν ὀξέσι κατεψυγμένοισι τὰ ἐν χερσὶ καὶ
                        <lb/>ποσὶν ἐρυθήματα, ὀλέθρια. 64. Οἱ ἐκφυσῶντες καὶ ἀνακεκλασμένοι <lb/>ἐν
                        τοῖσιν ὕπνοισιν ὑποβλέποντες, ἰκτερώδεες κατακορέες θνήσκουσιν· <lb/>λευκὸν
                        διαχώρημα τούτοισι προδιέρχεται. 65. Αἱ ἐν <lb/>πυρετοῖσιν ἐκστάσιες σιγῶσαι
                        μὴ ἀφώνῳ, ὀλέθριαι. 66. Τὰ πελιδνὰ <lb/>γινόμενα ἐν πυρετῷ σύντομον θάνατον
                        σημαίνει. 67. Οἷσιν <lb/>ἐν πυρετῷ, ἀλγήματος πλευροῦ γενομένου, κοιλίης
                        ὑδατόχολα πολλὰ <lb/>διαδιδούσης, ῥηΐζει, ἀσιτίαι δὲ παρακολουθοῦσι καὶ
                        ἱδρῶτες <lb/>μετὰ προσώπου εὐχροίης, καὶ κοιλίης ὑγρῆς, καί τι καὶ
                        καρδιαλγίης, <lb/>οὗτοι μακροτέρως νοσήσαντες περιπλευμονικῶς τελευτῶσιν.
                        <lb/>68. Πυρέσσοντι ἐν ἀρχῇ μέλαινα χολὴ ἄνω ἢ κάτω διελθοῦσα,
                        <lb/>θανάσιμον. 69. Οἱ μετὰ καταψυξίων οὐκ ἀπύρων ἐφιδρῶντες <lb/>ἄνω,
                        δύσφοροι, φρενιτικοί τε καὶ ὀλέθριοι. 70. Ἐν ὀξεῖ <pb n="600"/> τὰ ἐπ᾿
                        ὀλίγον ὀξέα ἀλγήματα ἐς κληῗδα καὶ τὰ νῶτα ἐμπίπτοντα, <lb/>ὀλέθρια. 71. Ἐν
                        μακροῖσιν ὀλεθρίοισιν, ἕδρης ἄλγημα, θανάσιμον. <lb/>71. Τοῖσιν ἀσθενέως ἤδη
                        διακειμένοισι, τὸ μὴ βλέπειν, ἢ μὴ ἀκούειν, <lb/>ἢ διαστρέφεσθαι χεῖλος ἢ
                        ὀφθαλμὸν ἢ ῥῖνα, θανάσιμον. 73. Ἐν <lb/>πυρετοῖσι βουβῶνος ἄλγημα νοῦσον
                        χρονίην σημαίνει. 74. Αἱ ἐν <lb/>πυρετοῖσιν ἀκρισίαι χρόνους μὲν ποιέουσιν,
                        ἀτὰρ οὐχὶ ὀλέθριαι. <lb/>75. Οἱ ἐξ ἀλγημάτων ἰσχυρῶν πυρετοὶ, πολυχρόνιοι.
                        76. Αἱ τρομώδεες, <lb/>ψηλαφώδεες παρακρούσιες, φρενιτικαί· καὶ οἱ κατὰ
                        γαστροκνημίην <lb/>πόνοι ἐν τούτοισι, γνώμης παράφοροι. 77. Ὅσοι ἐν ξυνεχεῖ
                        <lb/>ἄφωνοι κείμενοι, μύοντες σκαρδαμύσσουσιν, ἢν, αἵματος ῥυέντος <lb/>ἐκ
                        ῥινῶν, ἐμέσαντες φθέγξωνται, καὶ παρ᾿ αὐτοῖσι γένωνται, σώζονται· <lb/>μὴ
                        γενομένων δὲ τούτων, δύσπνοοι γενόμενοι θνήσκουσι ξυντόμως. <lb/>78. Οἱ
                        λαβόντες, ἐς τὴν αὔριον παροξυνθέντες, τρίτην ἐπισχόντες, <lb/>τετάρτην
                        παροξυνθέντες, κακόν· ἦρά γε καὶ φρενιτικοὶ οἱ τοιοῦτοι <lb/>παροξυσμοί; 79.
                        Ὁκόσοισιν ἐκλείπουσιν οἱ πυρετοὶ μὴ κατὰ κρισίμους, <lb/>ὑποτροπικόν. 80. Οἱ
                        ἐν ἀρχῇ λεπτοὶ μετὰ κεφαλῆς σφυγμοῦ <lb/>καὶ οὔρου λεπτοῦ, πρὸς κρίσιν
                        παροξύνονται· θαῦμα δὲ οὐδὲν, εἰ καὶ <lb/>παρακοπὴ καὶ ἀγρυπνίη γένοιτο. 81.
                        Ἐν ὀξέσι κίνησις, ῥιπτασμὸς, <lb/>ὕπνος ταραχώδης, σπασμὸν ἐνίοισι σημαίνει.
                        82. Αἱ ταραχώδεες <pb n="602"/> θρασύτητι ἐγέρσιες παράφοροι, πονηρὸν, καὶ
                        σπασμώδεες, <lb/>ἄλλως τε καὶ μεθ᾿ ἱδρώτων· σπασμώδεες δὲ καὶ τραχήλου καὶ
                        μεταφρένου <lb/>δοκέουσι ψύξιες, ἀτὰρ καὶ ὅλου τοῦ σώματος, ἐν τούτοισιν
                        <lb/>ὑμενώδεες οὐρήσιες. 83. Αἱ ἐν καύμασι παρακρούσιες, σπασμώδεες.
                        <lb/>84. Αἱ ἐπ᾿ ὀλίγον θρασέες παρακρούσιες, θηριώδεες, <lb/>καὶ σπασμοὺς δὲ
                        προσημαίνουσιν. 85. Ἐν τοῖσι μακροῖσι κοιλίης <lb/>ἄλογοι ἐπάρσιες,
                        σπασμώδεες. 86. Τὰ εὐθὺ ταραχώδεα, ἄγρυπνα, <lb/>ἐπιστάζοντα ἐκ ῥινῶν,
                        ἑκταῖα κουφισθέντα νύκτα, πονήσαντα δὲ <lb/>ἐς τὴν αὔριον, ἐφιδρώσαντα,
                        κατενεχθέντα, παρακρούσαντα, αἱμοῤῥοεῖ <lb/>λαύρως, καὶ λύει τὰ πάθεα· τὸ
                        ὑδατῶδες οὖρον τοιαῦτα σημαίνει, <lb/>εἰ μετὰ τῶν εἰρημένων. 87. Τῶν
                        ἐξισταμένων μελαγχολικῶς, <lb/>οἱ τρομώδεες γενόμενοι, κακοήθεες. 88.
                        Παραφροσύνη ἐν <lb/>πνεύματι καὶ ἱδρῶτι, θανατώδης· θανατώδης δὲ καὶ ἐν
                        πνεύματι <lb/>καὶ λυγμῷ. 89. Ἐνύπνια τὰ ἐν φρενίτιδι, ἐναργῆ. 90. Ἐν
                        <lb/>φρενίτιδι διαχωρήσιες λευκαὶ, καὶ νωθρότης, κακόν· ῥῖγος τουτέοισι
                        <lb/>κάκιστον. 91. Ἐν τοῖσι φρενιτικοῖσιν ἐν ἀρχῇσι τὰ ἐπιεικῶς <lb/>ἔχοντα,
                        πυκνά τε μεταπίπτοντα, κακόν. 92. Τῶν ἐξισταμένων <lb/>μελαγχολικῶς, οἷς
                        τρόμοι ἐπιγίνονται, κακόν. 93. Οἱ ἐξιστάμενοι <lb/>μελαγχολικῶς, τρομώδεες
                        γινόμενοι καὶ πτυαλίζοντες, ἦρά γε <lb/>φρενιτικοί; 94. Οἱ ἐκστάντες ὀξέως
                        ἐπιπυρέξαντες, φρενιτικοὶ <lb/>γίνονται. 95. Οἱ φρενιτικοὶ βραχυπόται, ψόφου
                        καθαπτόμενοι, <pb n="604"/> τρομώδεες ἢ σπασμώδεες. 96. Τὰ ἐν φρενιτικοῖσι
                        νεανικῶς <lb/>τρομώδεα, θανάσιμα. 97. Αἱ περὶ ἀναγκαῖα παραφροσύναι,
                        <lb/>κάκισται, οἱ ἐκ τούτων παροξυνόμενοι, ὀλέθριοι. 98. Αἱ
                        <lb/>παρακρούσιες, φωνῇ κλαγγώδεες, γλώσσῃ σπασμώδεες, καὶ <lb/>αὐτοὶ
                        τρομώδεες γινόμενοι, ἐξίστανται· σκληρυσμὸς τούτοισιν ὀλέθριον. <lb/>99. Αἱ
                        προεξαδυνατησάντων παραφροσύναι, κάκισται. <lb/>100. Τὰ ἐν φρενιτικοῖσι
                        πυκνὰ μεταπίπτοντα, σπασμώδεα, πονηρά. <lb/>101. Οἱ ἐν φρενιτικοῖσι μετὰ
                        καταψύξιος πτυαλίζοντες, μέλανα <lb/>ἔμετον δηλοῦσιν. 102. Τοῖσι ποικίλως
                        διανοσέουσι καὶ παρακρούουσι, <lb/>πυκινὰ κωματώδεσι, προσδέχεσθαι λέγε
                        μέλανα ἔμετον. <lb/>103. Τὰ παροξυνόμενα τρόπον σπασμώδεα, κάτοχα. 104. Τὰ
                        <lb/>παρ᾿ οὖς ἐπάρματα ἐν μακροῖσι, σμικρὰ, αἱμοῤῥώδεα καὶ σκοτώδεα
                        <lb/>ἐπιφαινόμενα, ὀλέθρια. 105. Οἱ λυγγώδεες πυρετοὶ καὶ ἄνευ <lb/>εἰλέων
                        καὶ μετὰ εἰλέων, ὀλέθριοι. 106. Οἷσι πνευματίῃσιν <lb/>ἐοῦσιν ἴκτερος καὶ
                        πυρετὸς ὀξὺς, μετὰ ὑποχονδρίου ξυντόνου καταψυχθεῖσι <lb/>παρ᾿ οὖς μέγα
                        ἔπαρμα. 107. Οἷσιν ἂν ἐν πυρετῷ ὀδύναι <lb/>γενόμεναι περὶ ὀσφὺν καὶ τὰ κάτω
                        χωρία, φρενῶν ἅπτονται, ἐκλείπουσαι <lb/>τὰ κάτω, ὀλέθρια, ἄλλως τε κἢν ἄλλο
                        τι σημεῖον προσγένηται <lb/>πονηρόν· ἢν δὲ τἄλλα σημεῖα μὴ πονηρὰ γένηται,
                        ἔμπυον γενήσεσθαι <pb n="606"/> ἐλπίς. 108. Παιδίοισιν ὀξὺς πυρετὸς καὶ
                        κοιλίης ἐπίστασις <lb/>μετὰ ἀγρυπνίης, καὶ τὸ ἐκλακτίζειν, καὶ τὸ χρῶμα
                        μεταβάλλειν, <lb/>καὶ ἴσχειν ἔρευθος, σπασμῶδες. 109. Τὰ εὐθὺ ταραχώδεα,
                        <lb/>ἄγρυπνα, μέλανα δὲ τὰ σύνθετα, αἱμοῤῥοεῖ ἔνια. 110. Τὰ
                        <lb/>ἀγρυπνήσαντα ἐξαίφνης ἀλυσμῷ, αἱμοῤῥοέει, ἄλλως τε καὶ ἤν τι
                        <lb/>προεῤῥυήκῃ· ἦρά γε καὶ μεταφρίξαντες; 111. Οἱ ἐπ᾿ ὀλίγον
                        <lb/>περιψύχοντες, περὶ δὲ τοὺς παροξυσμοὺς βήσσοντες, καὶ ἐριδροῦντες
                        <lb/>σμικρὸν, κακοήθεες· ἐς πλευρὸν ὀδύνης καὶ πνιγμοῦ προσγενομένου,
                        <lb/>οὗτοι ἐμπυοῦνται. 112. Οἷσιν ἐν συνεχέσι φλυζάκια κατὰ <lb/>πᾶν τὸ σῶμα
                        ἐκφύει, θανάσιμον, μὴ γινομένου πυώδεος ἀποστήματος· <lb/>μάλιστα δὲ
                        εἴθισται γίνεσθαι τούτοισι παρ᾿ οὖς. 113. Ἐν <lb/>ὀξεῖ τὰ μὲν ἔξωθεν
                        περιψύχεσθαι, τὰ δὲ εἴσωθεν καίεσθαι, <lb/>καὶ διψῇν, κακόν. 114. Οἱ
                        συνεχέες διὰ τρίτης ἐπιτείνοντες, <lb/>ἐπικίνδυνοι· οἷσι δ᾿ ἄν ποτε πυρετὸς
                        διαλίπῃ, ἀκίνδυνον. <lb/>115. Ἐν μακροῖσι πυρετοῖσιν ἢ φύματα, ἢ ἐς ἄρθρα
                        πόνοι ἐγγίνονται, <lb/>καὶ ἢν γένωνται, οὐκ ἄχρηστοι. 116. Κεφαλαλγίη ἐν <pb n="608"/> ὀξεῖ, ὑποχόνδριον ἀνεσπασμένον, μὴ ῥυέντος αἵματος ἐκ ῥινέων,
                        ἐς φρενιτικὸν <lb/>περιίσταται. 117. Τὰ λειπυρικὰ, μὴ χολέρης ἐπιγινομένης,
                        οὐ <lb/>λύεται. 118. Ἴκτερος πρὸ μὲν τῆς ἑβδόμης ἡμέρης ἐπιγενόμενος,
                        <lb/>κακόν· ἑβδόμῃ δὲ, καὶ ἐνάτῃ, καὶ ἑνδεκάτῃ, καὶ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ,
                        <lb/>κρίσιμον, μὴ σκληρύνων ὑποχόνδρια· ἢν δὲ μὴ, ἐνδοιαστόν. 119. Αἱ
                        <lb/>πυκναὶ διὰ τῶν αὐτῶν ὑποστροφαὶ, περὶ κρίσιν ἐμετώδεες, μελάνων
                        <lb/>ἔμετον ποιέουσιν· γίνονται δὲ καὶ τρομώδεες. 120. Τὰ ἐν τριταίοισιν
                        <lb/>ἅμα πυρετοῖσιν ἀλγήματα παροξυνόμενα τριταιογενῆ, ποιέεται
                        <lb/>θρομβώδεα αἵματα διαχωρέειν. 121. Ἐν πυρετοῖσι κατὰ φλέβα <lb/>τὴν ἐν
                        τῷ τραχήλῳ σφυγμὸς καὶ πόνος ἐς δυσεντερίην ἀποτελευτᾷ. <lb/>122. Τὸ
                        μεταβάλλειν πολλάκις χρῶμα καὶ θερμασίην, χρήσιμον. <lb/>123. Τοῖσι χολώδεσι
                        πνεῦμα μέγα, καὶ πυρετὸς ὀξὺς μετὰ ὑποχονδρίου <lb/>ἐντάσιος, τὰ παρ᾿ οὖς
                        ἀνίστησιν. 124. Οἱ ἐκ μακρῶν ἀναλαμβάνοντες, <lb/>εὔσιτοι, μηδὲν
                        ἐπιδιδόντες, ὑποστρέφουσι κακοηθέως. <lb/>125. Οἷσιν ἐν πυρετοῖσι φλέβες αἱ
                        ἐν κροτάφοισι σφυγματώδεες, καὶ <lb/>πρόσωπον ἐῤῥωμένον, καὶ ὑποχόνδριον μὴ
                        λαπαρὸν, χρόνιον· καὶ οὐ <lb/>παύονται χωρὶς αἵματος ῥύσιος ἐκ ῥινῶν πολλῆς,
                        ἢ λυγγὸς, ἢ σπασμοῦ, <lb/>ἢ ὀδύνη ἰσχίων. 126. Ἐν καύσῳ κοιλίη καταῤῥαγεῖσα,
                        θανάσιμον. <lb/>127. Ἐκ κοιλίης ἀλγήματος ἐπιπόνου πυρετὸς καυσώδης, <pb n="610"/> ὀλέθριον. 128. Ἐν τοῖσι καυσώδεσιν, ἤχων προσγενομένων
                        <lb/>μετὰ ἀμβλυωγμοῦ καὶ κατὰ ῥῖνας βάρους, ἐξίστανται μελαγχολικῶς, <lb/>μὴ
                        αἱμοῤῥαγήσαντες. 120. Τοὺς ἐν καύσοισι τρόμους <lb/>παρακοπὴ λύει. 130. Ἐν
                        καύσῳ ῥύσις ἐκ μυκτήρων τεταρταίῳ, <lb/>κακὸν, ἢν μή τι ἄλλο ἀγαθὸν ξυμπέσῃ·
                        πεμπταίῳ δὲ, ἧσσον <lb/>κινδυνῶδες. 131. Ἐν τοῖσι καυσώδεσιν ὑποπεριψύχουσι,
                        διαχωρήμασιν <lb/>ὑδατοχόλοισι, συχνοῖσιν, ὀφθαλμῶν ἴλλωσις, κακὸν,
                        <lb/>ἄλλως τε κἢν κάτοχοι γένωνται. 132. Καῦσος, ῥίγεος ἐπιγενομένου,
                        <lb/>λύεται. 133. Καῦσοι ὑποτροπιάζειν εἰώθασι, καὶ ἡμέρας <lb/>τέσσαρας
                        ἐπισημήναντες, ἔπειτα ἐξιδροῦσιν· εἰ δὲ μὴ, τῇ ἑβδόμῃ. <lb/>134. Τοὺς
                        καυσώδεας διακρίνουσιν αἱ τεσσαρεσκαίδεκα ἡμέραι, <lb/>κουφίζουσαι ἢ
                        ἀναιροῦσαι. 135. Ἐκ καύσου, μὴ γενομένου πυώδεος <lb/>παρ᾿ οὖς ἀποστήματος,
                        οὐ πάνυ σώζονται. 136. Οἱ ληθαργικοὶ <lb/>τρομώδεες ἀπὸ χειρῶν, ὑπνώδεες,
                        δύσχρωτες, οἰδηματώδεες, <lb/>σφυγμοῖσι νωθροῖσι, καὶ μετάρσια τὰ
                        ὑποφθάλμια, καὶ ἱδρῶτες <lb/>ἐπιγίνονται, καὶ κοιλίας χολώδεας καὶ ἀκρατέας
                        ἢ καταξήρους <lb/>ἴσχουσιν, οὖρα καὶ διαχωρήματα προϊόντα λαθραίως, τὸ οὖρον
                        <lb/>ὑποζυγίου, πιεῖν τε οὐκ αἰτέουσιν, οὐδὲ θάτερον οὐδέν· ἔμφρονες δὲ
                        <lb/>γενόμενοι, τράχηλον ἐπώδυνόν φασιν ἔχειν, καὶ διὰ τῶν οὐάτων <pb n="612"/> ἤχους διαΐσσειν· ὁκόσοι δὲ σώζονται τῶν ληθαργικῶν, ἔμπυοι ὡς
                        ἐπιτοπολὺ <lb/>γίνονται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>III. 137. Ὁκόσοισιν ἐν πυρετοῖσιν ἀκρίτως τὰ τρομώδεα <lb/>παύεται, τουτέοισι
                        χρόνῳ ἐς ἄρθρα ἀπόστασις ὀδυνώδης ἐκπυοῦσα, <lb/>καὶ κύστις ἐπώδυνος. 138.
                        Τῶν πυρεσσόντων οἷσι μὲν ἐρυθήματα <lb/>ἐπὶ προσώπων καὶ πόνος κεφαλῆς
                        ἰσχυρὸς, καὶ σφυγμὸς <lb/>φλεβῶν, αἵματος ῥύσις τὰ πολλὰ γίνεται· οἷσι δὲ
                        ἄσαι, καὶ <lb/>καρδιωγμοὶ, καὶ πτυαλισμοὶ, ἔμετος. Οἷσι δὲ ἐρευγμοὶ, φῦσαι,
                        <lb/>ψόφοι κοιλίης, καὶ ἐπάρσιες, καὶ ἐκτάραξις κοιλίης. 139. Τοῖσι
                        <lb/>χρονίζουσιν ἀσφαλέως ἐν πυρετῷ ξυνεχεῖ, χωρὶς πόνου, ἢ φλεγμονῆς,
                        <lb/>ἢ ἄλλης προφάσιος, ἀπόστασιν προσδέχεσθαι μετὰ πόνου καὶ οἰδήματος,
                        <lb/>καὶ μᾶλλον ἐς τὰ κάτω χωρία· προσδέχεσθαι δὲ δεῖ τὰς <lb/>ἀποστάσιας
                        τοῖσιν εἰς τριήκοντα ἔτεα μᾶλλον· ὑποσκέπτεσθαι δὲ <lb/>τουτέοισι τὰς
                        ἀποστάσιας, ἢν τὰς εἴκοσιν ἡμέρας ὁ πυρετὸς ὑπερβάλλῃ· <lb/>τοῖσι δὲ
                        πρεσβυτέροισιν ἧσσον γίνονται, καὶ πολλῷ χρόνῳ <lb/>γενομένων τῶν πυρετῶν·
                        οἱ δὲ διαλείποντες καὶ λαμβάνοντες πεπλανημένως, <lb/>φθινοπώρου μάλιστα ἐς
                        τεταρταῖον ἐπιεικέως μεθίστανται, <lb/>καὶ μᾶλλον τοῖσιν ὑπὲρ τὰ τριήκοντα
                        ἔτεα γεγονόσιν· αἱ <lb/>δὲ ἀποστάσιες τοῦ χειμῶνος γίνονταί τε μᾶλλον, καὶ
                        παύονται βραδύτερον, <lb/>καὶ ἧσσον παλινδρομέουσιν. 140. Τοῖσι δὲ πολλάκις
                        ὑποτροπιασθεῖσιν, <pb n="614"/> ἢν ἑξάμηνον ὑπερβάλλωσιν, ἰσχιαδικὴ φθίσις
                        ἐπιεικέως <lb/>γίνεται. 141. Ὁκόσα πυρετῷ ἀντιδίδοται, καὶ μὴ ἀποστηματώδεα
                        <lb/>σημεῖα. κακοήθεα. 142. Τῶν πυρετῶν οἱ μήτε ἐν <lb/>ἡμέρῃσι κρισίμῃσι,
                        μήτε μετὰ σημεῖον λυτήριον ἀφιέντες, ὑποτροπιάζουσιν. <lb/>143. Τὰ ὀξέα τῶν
                        νοσημάτων ἐν ἡμέρῃσι κρίνεται <lb/>τεσσαρεσκαίδεκα. 144. Τριταῖος ἀκριβὴς ἐν
                        πέντε, ἢ ἐν ἑπτὰ <lb/>περιόδοισιν, ἢ τὸ μακρότατον ἐν ἐννέα κρίνεται. 145.
                        Οἷσιν ἀρχομένοισι <lb/>πυρέσσειν, αἵματος στάζοντος ἐκ ῥινῶν, ἢ πταρμοῦ
                        γενομένου, <lb/>λευκὴν ὑπόστασιν τὸ οὖρον ἴσχει ἐν τῇ τετάρτῃ, λύσιν ἐν
                        <lb/>τῇ ἑβδόμῃ σημαίνει. 146. Τὰ ὀξέα κρίνεται, αἵματος ἐκ ῥινέων
                        <lb/>ῥυέντος ἐν κρισίμῳ, καὶ ἱδρῶτος πολλοῦ γενομένου, καὶ οὔρου
                        <lb/>πυώδεος καὶ ὑαλώδεος γενομένου, ὑπόστασιν χρηστὴν ἔχοντος, <lb/>καὶ
                        ἀθρόου γενομένου, καὶ ἀποστήματος ἀξιολόγου, καὶ κοιλίης <lb/>μυξώδεος καὶ
                        αἱματώδεος, καὶ ἐξαπίνης καταῤῥαγείσης, καὶ ἐμέτων <lb/>οὐ μοχθηρῶν κατὰ
                        κρίσιν. 147. Ὕπνοι βαθέες, μὴ ταραχώδεες, <lb/>βεβαίαν κρίσιν σημαίνουσιν·
                        οἱ δὲ ταραχώδεες μετὰ <lb/>ἀλγήματος σώματος, ἀβέβαιοι. 148. ἑβδομαίοισιν, ἢ
                        ἐναταίοισιν, <lb/>ἢ τεσσαρεσκαιδεκαταίοισι ῥύσιες ἐκ ῥινέων λύουσιν ὡς ἐπὶ
                        <lb/>τὸ πουλὺ τοὺς πυρετούς· ὁμοίως δὲ καὶ κοιλίης, ῥύσις χολώδης, καὶ <pb n="616"/> δυσεντεριώδης, καὶ πόνος γουνάτων, ἢ ἰσχίων, καὶ οὖρον
                        πεπανθὲν <lb/>πρὸς τὴν κρίσιν, ἐν γυναικὶ δὲ καὶ ἐπιμηνίων ῥύσις. 149. Οἱ ἐν
                        <lb/>πυρετοῖσιν αἱμοῤῥαγήσαντες ἱκανῶς ὁκοθενοῦν, ἐν τῇσιν ἀναλήψεσι
                        <lb/>κοιλίας καθυγραίνονται 150. Οἱ ἐν πυρετοῖσιν ἐφιδρώοντες,
                        <lb/>κεφαλαλγέες, κοιλίην ἀπολελαμμένοι, σπασμώδεες. 154. Αἱ ἐπ᾿ <lb/>ὀλίγον
                        θρασέες παρακρούσιες, καὶ θηριώδη καὶ σπασμὸν σημαίνουσιν. <lb/>152. Σπασμὸς
                        ἐν πυρετῷ γενόμενος, παύει τὸν πυρετὸν αὐθημερὸν, ἢ <lb/>τῇ ὑστεραίῃ, ἢ τῇ
                        τρίτῃ. 153. Σπασμὸς ἐν πυρετῷ γενόμενος καὶ <lb/>παυόμενος αὐθημερὸν,
                        ἀγαθόν· ὑπερβάλλων δὲ τὴν ὥρην ἐν ᾗ ἤρξατο, <lb/>καὶ μὴ διαπαυόμενος, κακόν.
                        154. Οἱ διαλείποντες, ἀνωμάλως <lb/>δὲ χλιαινόμενοι, κοιλίης ἐμφυσωμένης,
                        σμικρὰ διαδιδούσης, ὀσφυαλγήσασι <lb/>μετὰ κρίσιν, τουτέοισι κοιλίαι
                        καταῤῥήγνυνται· οἱ δὲ περικαέες <lb/>πρὸς χεῖρα, νωθροὶ, διψώδεες, ἀσώδεες,
                        κοιλίης ἀπειλημμένης, <lb/>βαρυνόμενοι, ἐκχλοιοῦνται· ἔστι δ᾿ ὅτε καὶ τὰ
                        ἐξέρυθρα ἐν ποσὶ <lb/>κατακαύματα τὰ αὐτὰ σημαίνει. 155. Οἱ χειμερινοὶ
                        τεταρταῖοι <lb/>πυρετοὶ ἐπιεικέως μεθίστανται ἐς τὰς ὀξείας νούσους. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>ΙV. 156. Κεφαλῆς πόνος ξύντονος μετ᾿ ὀξέος πυρετοῦ καὶ ἄλλου <lb/>σημείου τῶν
                        δυσκόλων, θανάσιμον. ἄνευ δὲ σημείου φαύλου, ὑπερβάλλων <lb/>τὰς εἴκοσιν
                        ἡμέρας, αἵματος ῥύσιν, ἢ πύου ἐκ ῥινὸς, <pb n="618"/> ἢ ἀποστάσιας ἐς τὰ
                        κάτω σημαίνει· μάλιστα μὲν νεωτέροισι τῶν <lb/>τριήκοντα πέντε τὰς ῥύσιας,
                        τοῖσι δὲ πρεσβυτέροισι τὰς ἀποστάσιας <lb/>προσδέχεσθαι, περὶ μέτωπον δὲ καὶ
                        κροτάφους ὄντος τοῦ πόνου, <lb/>τὰς ῥύσιας. 157. Οἷσι κεφαλαλγίαι καὶ ἦχοι
                        ἀπυρέτοισι, καὶ <lb/>σκοτοδινίη, καὶ φωνῆς βραδυτὴς, καὶ νάρκη χειρῶν, ἢ
                        ἀποπλήκτους, <lb/>ἢ ἐπιληπτικοὺς προσδέχου τούτους ἔσεσθαι, ἢ καὶ
                        ἐπιλήσμονας. <lb/>158. Οἱ κεφαλαλγέες, κατόχως παρακρούοντες, κοιλίης
                        <lb/>ἀποληφθείσης, ὄμμα θρασυνθέντες, ἀνθηροὶ, ὀπισθοτονώδεες γίνονται.
                        <lb/>159. Τὰ ὑποσείοντα κεφαλὰς, ὄμματα ἐξέρυθρα, παρακρούοντα <lb/>σαφῶς,
                        ὀλέθρια· οὐ ξυναποθνήσκει τοῦτο, ἀλλὰ παρ᾿ οὖς οἴδημα <lb/>ποιέει. 160.
                        Κεφαλαλγίη μεθ᾿ ἕδρης καὶ αἰδοίων ἀλγήματος, <lb/>νωθρότητα καὶ ἀκρησίην
                        παρέχει, καὶ φωνὴν παραλύει· ταῦτα οὐ <lb/>χαλεπά· ὑπνώδεες δὲ καὶ λυγγώδεες
                        γίνονται. ἐνάτῳ μηνὶ ἐκ τουτέων, <lb/>φωνῆς λυθείσης, ἐς τὸ αὐτὸ
                        καθίστανται, ἀσκαριδώδεες γενόμενοι. <lb/>161. Ἐν κεφαλαλγίῃ, κώφωσις καὶ
                        κῶμα παρακολουθοῦντα, <lb/>τὰ παρ᾿ οὖς ἐπαίρει. 162. Οἱ κεφαλαλγέες, κατόχως
                        <lb/>ὀδυνώδεες, ὄμμα ἐξέρυθροι, αἱμοῤῥαγικοί. 163. Τὰ σείοντα <lb/>κεφαλὴν,
                        ἠχώδεα, αἱμοῤῥοεῖ, ἢ γυναικὶ τὰ γυναικεῖα καταβιβάζει, <lb/>ἄλλως τε καὶ ἢν
                        κατὰ ῥάχιν καῦμα παρακολουθέῃ· ἴσως δὲ καὶ δυσεντερικά. <pb n="620"/> 164.
                        Οἱ καρηβαρικοὶ, κατὰ βρέγμα ὀδυνώδεες, <lb/>ἄγρυπνοι, αἱμοῤῥαγέουσιν, ἄλλως
                        τε καὶ ἤν τι ἐς τράχηλον συντείνῃ. <lb/>165. Τὰ ἐν κεφαλαγίῃσιν ἰώδεα
                        ἐμέσματα μετὰ κωφώσιος, <lb/>ἀγρύπνοισι, ταχὺ ἐκμαίνει. 166. Οἷσι κεφαλῆς
                        καὶ τραχήλου <lb/>πόνος, καὶ ὅλου δέ τις ἀκράτεια τρομώδης, αἱμοῤῥαγίη λύει·
                        <lb/>ἀτὰρ καὶ οὕτω χρόνῳ λύονται· αἱ δὲ κύστιες ἐν τουτέῳ ἀπολαμβάνονται.
                        <lb/>167. Ἐν τῇσιν ὀξείῃσι κεφαλαλγίῃσι, καὶ τῇσι <lb/>ναρκώδεσι μετὰ
                        βάρεος, ἐθέλει σπασμώδεα γίνεσθαι. 168. Κεφα· <lb/>λαλγίην λύει πῦον διὰ
                        ῥινῶν, ἢ πτύαλα παχέα καὶ ἄνοσμα· <lb/>λύει δὲ καὶ ἑλκέων ἔκθυσις, ποτὲ δὲ
                        καὶ ὕπνος, καὶ κοιλίης ῥύσις. <lb/>169. Κεφαλῆς ἄλγημα μέτριον μετὰ δίψης,
                        μὴ ἰδίουσιν, ἢ μετὰ <lb/>ἱδρῶτος μὴ λύοντος τὸν πυρετὸν, ἀπαστάσιας ἐν
                        οὔλοισιν ἢ παρ᾿ <lb/>οὖς σημαίνει, μὴ κοιλίης ἐκταραχθείσης. 170. Κεφαλαλγίη
                        καρώδης <lb/>μετὰ βάρεος ποιέει τι σπασμῶδες. 171. Οἱ κεφαλαλγικοὶ,
                        <lb/>διψώδεες, ὑπάγρυπνοι, ἀσαφέες, ἀδύνατοι, ἐπὶ κοιλίῃ ὑγρῇ
                        <lb/>κοπιώδεες, ἦρά γε ἐξίστανται; 172. Κεφαλαλγέες, ὑπόκωφοι, <lb/>χεῖρας
                        τρομώδεες, τράχηλον ὀδυνώδεες, οὐρέοντες μέλανα δεδασυμένα, <lb/>ἐμέοντες
                        μέλανα, ὀλέθριοι. 173. Οἱ κεφαλαλγέες, ἐφιδροῦντες, <lb/>κοιλίην
                        ἀπειλημμένοι, σπασμώδεες. 174. Τὸ καρῶδες <lb/>πανταχοῦ κακόν. 175. Οἱ
                        κωματώδεες ἐν ἀρχῇσι γενόμενοι <pb n="622"/> μετὰ κεφαλῆς, ὀσφύος, τραχήλου,
                        ὑποχονδρίου ὀδύνης, ἀγρυπνέοντες, <lb/>ἦρά γε φρενιτικοί; μυκτὴρ ἐν
                        τουτέοισιν ἀποστάζων, ὀλέθριον, <lb/>ἄλλως τε καὶ τεταρταίοισιν ἐοῦσιν, ἢ
                        ἀρχομένοισιν· κακὸν δὲ καὶ <lb/>κοιλίης περίπλυσις ἐξέρυθρος. 176. Οἱ
                        [κωματώδεες] ἐξ ἀρχῆς <lb/>ἐφιδρώσαντες, οὔροισι πέποσι, καυστικοὶ, ἀκρίτως
                        δὲ περιψύχοντες, <lb/>διὰ ταχέων περικαέες, νωθροὶ, κωματώδεες, σπασμώδεες,
                        <lb/>ὀλέθριοι. 177. Οἱ κωματώδεες ὕπνοι, καὶ αἱ καταψύξιες, ὀλέθριον.
                        <lb/>178. Κωματώδεας, κοπιώδεας, κεκωφωμένους, κοιλίης <lb/>κατεῤῥωγυίης,
                        ἐρυθρὰ διελθόντα περὶ κρίσιν ὠφελέει. 178. Κωματώδεες, <lb/>ἀσώδεες,
                        ὑποχόνδριον ὀδυνώδεες, σμικρὰ ἐμετώδεες, <lb/>τὰ παρ᾿ οὖς ἴσχουσι, πρόσθεν
                        δὲ περὶ τὸ πρόσωπον ἐπάρματα. <lb/>180. Τὰ μετὰ κώματος, ἐξαίφνης
                        παρακρούσαντα ἀλυσμῷ, αἱμοῤῥαγικά. <lb/>181. Τὰ κωματώδεα, ἀσώδεα, ὀδυνώδεα
                        ὑποχόνδρια, <lb/>θαμινὰ σμικρὰ πτύοντα, τὰ παρ᾿ οὖς ἐπαίρει· τὸ κωματῶδες
                        <lb/>ἦρά τι ἔχει σπασμῶδες; 182. Κωματώδεα, μεμωρωμένα, κάτοχα,
                        <lb/>ποικίλλοντα ὑποχόνδρια καὶ κοιλίην ἐπηρμένοι, ἀπόσιτοι,
                        <lb/>ἀπολελαμμένοι, ἐφιδροῦντες· ἦρα τουτέοισι τὸ θολερὸν πνεῦμα καὶ <lb/>τὸ
                        γονοειδὲς διελθὸν λύγγα σημαίνει; κοιλίη δὲ ἦρα χολώδης <lb/>προσδιέρχεται;
                        τὸ λαμπῶδες ἐν τουτέοισιν οὐρηθὲν ὠφελέει, καὶ <lb/>κοιλίαι δὲ τουτέοισιν
                        ἐπιταράσσονται. </p></div><pb n="624"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>V. 183. Ἐγκεφάλου σφακελίσαντος, οἱ μὲν ἐν τῇσι τρισὶν <lb/>ἡμέρῃσιν, οἱ δὲ
                        ἐν τῇσιν ἑπτὰ τελευτῶσι, ταύτας δὲ διαφεύγοντες, <lb/>σώζονται· οἷσι δ᾿ ἂν
                        τμηθεῖσι τῶν τοιουτέων διεστηκὸς εὑρεθῇ τὸ <lb/>ὀστέον, ἀπόλλυνται. 184.
                        Τοῖσι κεφαλαλγικοῖσιν ὀστία ῥαγεῖσιν <lb/>ἐκ τῶν ὄπισθεν, ῥύσις ἐκ μυκτῆρος
                        λαῦρος, παχεῖα, κακόν· <lb/>ὀφθαλμὸν προαλγήσαντες οὗτοι ῥιγέουσιν· ἦρα αἱ
                        κατὰ κρόταφον <lb/>ὀστέων διαῤῥαγαὶ σπασμώδεες; </p></div></div></body></text></TEI>