<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg011.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><p>31. Ὅταν δὲ ἐκστῇ ὁ ποὺς, ἢ μοῦνος, ἢ ξὺν τῇ ἐπιφύσει, ἐκπίπτει <lb/>μᾶλλον
                        ἐς τὸ ἔσω. Εἰ δὲ μὴ ἐμπέσοι, λεπτύνεται ἀνὰ χρόνον <lb/>ἰσχίου καὶ μηροῦ καὶ
                        κνήμης τὸ ἀντίον τοῦ ὀλισθήματος. ἐμβολὴ, <lb/>ὡς ἡ καρποῦ, κατάτασις δὲ
                        ἰσχυροτέρη. Ἴησις, νόμος ἄρθρων. Παλιγκοτέει <lb/>ἧσσον καρποῦ, ἢν ἡσυχάσῃ.
                        Δίαιτα μείων, ἐλινύουσι γάρ. <lb/>Τὰ δὲ ἐκ γενεῆς μὲν ἢ ἐν αὐξήσει, κατὰ
                        λόγον τὸν πρότερον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><p>32. Ἐπεὶ τὰ σμικρὸν ὠλισθηκότα ἐκ γενεῆς, ἔνια οἷά τε διορθοῦσθαι·
                        <lb/>μάλιστα δὲ ποδὸς κύλλωσις· κυλλώσιος γὰρ οὐχ εἷς ἐστι <lb/>τρόπος. Ἡ δὲ
                        ἴησις τουτέου· κηροπλαστεῖν· κηρωτὴ ῥητινώδης, <lb/>ὀθόνια συχνὰ, ἢ πέλμα, ἢ
                        μολύβδιον προσεπιδεῖν, μὴ χρωτί· ἀνάληψις, <lb/>τά τε σχήματα ὁμολογείτω.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><p>33. Ἢν δὲ ἐξαρθρήσαντα ἕλκος ποιησάμενα ἐξίσχῃ, ἐώμενα <lb/>ἀμείνω, ὥστε δὴ
                        μὴ ἀπαιωρέεσθαι, μηδ᾿ ἀπαναγκάζεσθαι. Ἴησις <lb/>δὲ, πισσηρῇ, ἢ σπλήνεσιν
                        οἰνηροῖσι θερμοῖσιν (ἅπασι γὰρ τουτέοισι <lb/>τὸ ψυχρὸν κακὸν), καὶ
                        φύλλοισιν· χειμῶνος δὲ, εἰρίοισι ῥευπωμένοισι <lb/>τῆς σκέπης εἵνεκα· μὴ
                        καταπλάσσειν, μηδὲ ἐπιδεῖν· δίαιτα <lb/>λεπτή. Ψῦχος, ἄχθος πουλὺ, πίεξις,
                        ἀνάγκη, σχήματος τάξις· εἰδέναι <lb/>μὲν οὖν ταῦτα πάντα ὀλέθρια. Μετρίως δὲ
                        θεραπευθέντες, χωλοὶ <lb/>αἰσχρῶς· ἢν γὰρ παρὰ πόδας γένηται, ποὺς ἀνασπᾶται
                        καὶ ἤν πτ, <lb/>ἄλλῃ, κατὰ λόγον. Ὀστέα οὐ μάλα ἀφίστανται· μικρὰ γὰρ
                        ψιλοῦται, <pb n="376"/> περιωτειλοῦται λεπτῶς. Τουτέων τὰ μέγιστα
                        κινδυνωδέστατα, καὶ τὰ, <lb/>ἀνωτάτω. Ἐλπὶς δὲ μούνη σωτηρίης, ἐὰν μὴ
                        ἐμβάλλῃ, πλὴν τὰ <lb/>κατὰ δακτύλους, καὶ χεῖρα, ἄκρην· ταῦτα δὲ, προειπέτω
                        τοὺς κινδύνους· <lb/>ἐγχειρέειν ἐμβάλλειν ἢ τῇ πρώτῃ, ἢ τῇ δευτέρῃ· ἢν δὲ
                        μὴ, <lb/>πρὸς τὰς δέκα· ἥκιστα τεταρταῖα· ἐμβολὴ δὲ, οἱ μοχλίσκοι· ἴησις
                        <lb/>δὲ, ὡς κεφαλῆς ὀστέων, καὶ θέρμη· ἐλλεβόρῳ δὲ καὶ αὐτίκα ἐπὶ
                        <lb/>τοῖσιν ἐμβαλλομένοισι βέλτιον χρῆσθαι. Τὰ δ᾿ ἄλλα, εὖ εἰδέναι δεῖ,
                        <lb/>ὅτι, ἐμβαλλομένων, θάνατοι· τὰ μέγιστα καὶ τὰ ἀνωτάτω μάλιστα <lb/>καὶ
                        τάχιστα. Ποὺς δὲ ἐκβὰς, σπασμὸς, γάγγραινα· καὶ <lb/>ἢν ἐμβληθέντι
                        ἐπιγένηταί τι τουτέων, ἐκβάλλοντι ἐλπὶς, εἴ τις ἄρα <lb/>ἐλπίς· οὐ γὰρ ἀπὸ
                        τῶν χαλώντων οἱ σπασμοὶ, ἀλλ᾿ ἀπὸ τῶν ἐντεινόντων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="34"><p>34. Αἱ δὲ ἀποκοπαὶ ἢ ἐν ἄρθρῳ, ἢ κατὰ τὰ ὀστέα, μὴ ἄνω, <lb/>ἀλλ᾿ ἢ παρὰ τῷ
                        ποδὶ, ἢ παρὰ τῇ χειρὶ, ἐγγὸς περιγίνονται, ἢν μὴ <lb/>αὐτίκα μάλα λειποθυμίῃ
                        ἀπόλωνται. Ἴησις, ὡς κεφαλῆς, θέρμη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="35"><p>35. Ἀποσφακελίσιος μέντοι σαρκῶν, καὶ ἐν τρώμασιν αἱμοῤῥόοις
                        <lb/>ἀποσφιγχθὲν, καὶ ἐν ὀστέων κατήγμασι πιεχθὲν, καὶ ἐν δεσμοῖς
                        <lb/>ἀπομελανθέν. Καὶ οἷσι μηροῦ μέρος ἀποπίπτει καὶ βραχίονος, <lb/>ὀστέα
                        τε καὶ σάρκες [ἀποπίπτουσι], πολλοὶ περιγίνονται, ὡς τά γε <lb/>ἄλλα
                        εὐφορώτερα. Οἷσι μὲν οὖν καταγέντων ὀστέων, αἱ μὲν περιῤῥήξιες <lb/>ταχεῖαι,
                        αἱ δὲ τῶν ὀστέων ἀποπτώσιες, ᾗ ἂν τὰ ὅρια τῆς <lb/>ψιλώσιος ᾖ, ταύτῃ
                        ἀποπίπτουσι, βραδύτερον δέ. Δεῖ δὲ τὰ κατωτέρω <pb n="378"/> τοῦ τρώματος
                        προσαφαιρέειν καὶ τοῦ σώματος τοῦ ὑγιέος (προθνήσκει <lb/>γὰρ), φυλασσόμενον
                        ὀδύνην· ἅμα γὰρ λειποθυμίῃ θνήσκουσιν. <lb/>Μηροῦ ὀστέον ἀπελύθη ἐκ τοιούτου
                        ὀγδοηκοσταῖον, ἡ δὲ <lb/>κνήμη ἀφῃρέθη εἰκοσταίη· κνήμης δὲ ὀστέα κατὰ
                        μέσην, ἑξηκοσταῖα <lb/>ἀπελύθη. Ἐκ τοιουτέων ταχὺ καὶ βραδέως, αἱ πιέξιες αἱ
                        ἰητρικαί. <lb/>Τὰ δ᾿ ἄλλα ὅσα ἡσυχαίως, τὰ μὲν ὀστέα οὐκ ἀποπίπτει, οὐδὲ
                        σαρκῶν <lb/>ψιλοῦται, ἀλλ᾿ ἐπιπολαιότερον. Προσδέχεσθαι ταῦτα χρή· τὰ
                        <lb/>γὰρ πλεῖστα φοβερώτερα ἢ κακίω. Ἡ ἴησις πραεῖα· θέρμῃ, <lb/>διαίτῃ
                        ἀκριβεῖ· κίνδυνος αἱμοῤῥαγιῶν, ψύχεος· σχήματα δὲ, ὡς μὲν <lb/>ἀνάῤῥοπα,
                        ἔπειτα ὑποστάσιος πύου εἵνεκα ἐξ ἴσου ἢ ὅσα ξυμφέρει. <lb/>Ἐπὶ τοῖσι
                        τοιουτέοισι καὶ ἐπὶ τοῖσι μελασμοῖσιν, αἱμοῤῥαγίαι· δυσεντερίαι·, <lb/>περὶ
                        κρίσιν, λαῦροι μὲν, ὀλιγήμεροι δέ· οὐκ ἀπόσιτοι <lb/>δὲ πάνυ, οὐδὲ
                        πυρετώδεες, οὐδέ τι κενεαγγητέον. </p></div></div></body></text></TEI>