<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg011.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Τοῦ δὲ ἔξω τἀναντία καὶ τὰ σημεῖα καὶ αἱ στάσιες· καὶ τὸ <lb/>γόνυ καὶ ὁ
                        ποὺς ἔσω ῥέπει βραχύ. Τοῖσι δὲ ἐν αὐξήσει ἢ ἐκ <lb/>γενεῆς παθοῦσιν οὐχ
                        ὁμοίως ξυναύξεται κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον· <pb n="364"/> ἰσχίον ἀνωτέρω τινὶ,
                        οὐχ ὁμοίως. Οἷσι δὲ πυκνὰ ἐκπίπτει ἐς τὸ ἔξω <lb/>ἄνευ φλεγμονῆς, ὑγροτέρῳ
                        τῷ σκέλει χρῶνται· ὥσπερ ὁ μέγας τῆς <lb/>χειρὸς δάκτυλος· μάλιστα γὰρ οὗτος
                        ἐκπίπτει φύσει· οἷς μὲν ἐκπίπτει <lb/>μᾶλλον ἢ ἧσσον, καὶ οἷς μὲν ἐκπίπτει
                        χαλεπώτερον ἢ ῥᾷον, καὶ <lb/>οἷσιν ἐλπὶς θᾶσσον ἐμπεσεῖν, καὶ οἷσιν οὐκ, ἄκη
                        τούτου, καὶ <lb/>οἷσι πολλάκις ἐκπίπτει, ἴησις τούτου. Ἐκ γενεῆς δὲ, ἠ ἐπ᾿
                        αὐξήσει, <lb/>ἢ ἐν νούσῳ, μάλιστα γὰρ ἐκ νούσου, ἔστι μὲν οὖν οἷσιν
                        ἐπισφακελίζει <lb/>τὸ ὀστέον, ἀτὰρ καὶ οἷσι μὴ, πάσχει μὲν πάντα, ἧσσον δὲ ἢ
                        <lb/>τὸ ἔσω, ἢν χρηστῶς ἐπιμεληθῶσιν, ὥστε, καὶ ὅλῳ βαίνοντας τῷ <lb/>ποδὶ,
                        διαῤῥίπτειν· διὰ μελέτης πλείστης, τοῖσι νηπιωτάτοισιν· <lb/>ἐαθέντα
                        κακοῦται, ἐπιμεληθέντα δὲ ὠφελέεται· τοῖσιν ὅλοισιν, ἧσσον <lb/>δέ τι,
                        μινύθουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>22. Οἷσι δ᾿ ἂν ἀμφότερα οὕτως ἐκπέσῃ, τῶν ὀστέων ταὐτὰ <lb/>παθήματα·
                        εὔσαρκοι μὲν, πλὴν ἔσωθεν, ἐξεχέγλουτοι, ῥοικοὶ <lb/>μηροὶ, ἢν μὴ
                        ἐπισφακελίσῃ. Εἰ κυφοὶ τὰ ἄνωθεν ἰσχίων γένοιντο, <lb/>ὑγιηροὶ μὲν, ἀναυξέες
                        δὲ τὸ σῶμα, πλὴν κεφαλῆς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Οἷσι δὲ ὄπισθεν, σημεῖα, ἔμπροσθεν λαπαρώτερον, ὄπισθεν <lb/>ἐξέχον, ποὺς
                        ὀρθὸς, ξυγκάμπτειν οὐ δύνανται, εἰ μὴ μετ᾿ ὀδύνης, <lb/>ἐκτείνειν ἥκιστα·
                        τούτοισι σκέλος βραχύτερον. Ἀτὰρ οὐδ᾿ ἐκτανύειν <lb/>δύνανται κατ᾿ ἰγνύην ἢ
                        κατὰ βουβῶνα, ἢν μὴ πάνυ αἴρωσιν, <lb/>οὐδὲ ξυγκάμπτειν. Ἡγεῖται ἐν τοῖσι
                        πλείστοισι τὸ ἄνω ἄρθρον τὸ <pb n="366"/> πρῶτον· κοινὸν τοῦτο ἄρθροισι,
                        νεύροισι, μυσὶν, ἐντέροισιν, ὑστέρησιν, <lb/>ἄλλοισιν, Ταύτῃ τοῦ ἰσχίου τὸ
                        ὀστέον καταφερὲς ἐς τὸν <lb/>γλουτὸν, διὰ τοῦτο βραχὺ, καὶ ὅτι ἐκτείνειν οὐ
                        δύνανται. Σάρκες <lb/>παντὸς τοῦ σκέλεος ἐν πᾶσι μινύθουσιν· ἐφ᾿ οἷσι δὲ
                        μάλιστα, καὶ <lb/>οἷ, εἴρηται. Τὰ ἔργα τὰ ἑωυτοῦ ἕκαστον τοῦ σώματος
                        ἐργαζόμενον <lb/>μὲν ἰσχύει, ἀργέον δὲ κακοῦται, πλὴν κόπου, πυρετοῦ,
                        φλεγμονῆς. <lb/>Καὶ τὸ ἔξω, ὅτι ἐς σάρκα ὑπείκουσαν, βραχύτερον, τὸ δὲ ἔσω,
                        <lb/>ὅτι ἐπ᾿ ὀστέον προέχον, μακρότερον. Ἢν μὲν οὖν ηὐξημένοισι μὴ
                        <lb/>ἐμπέσῃ, ἐπὶ βουβῶσι καμπύλοι ὁδοιπορέουσι, καὶ ἡ ἑτέρη ἰγνύη κάμπτεται·
                        <lb/>στήθεσι μόλις ἱκνεῖται· χειρὶ τὸ σκέλος καταλαμβάνει, ἄνευ <lb/>ξύλου,
                        ἢν ἐθέλωσιν· ἢν μὲν γὰρ μακρότερον ᾖ, οὐ βήσεται· ἢν δὲ <lb/>βαίνῃ, βραχύ.
                        Μινύθησις δὲ σαρκῶν· οἷσι πόνοι, καὶ ἡ ἴξις ἔμπροσθεν, <lb/>καὶ τῷ ὑγιεῖ
                        κατὰ λόγον. Οἷσι δὲ ἐκ γενεῆς, ἢ αὐξομένοισιν, <lb/>ἢ ὑπὸ νούσου ἐνόσησε καὶ
                        ἔξαρθρα ἐγένετο (ἐν αἷς, εἰρήσεται), οὗτοι <lb/>μάλιστα κακοῦνται διὰ τὴν
                        τῶν νεύρων καὶ ἄρθρων ἀργίην· καὶ τὸ <lb/>γόνυ διὰ τὰ εἰρημένα ξυγκακοῦνται.
                        Ξυγκεκαμμένον οὗτοι ἔχοντες <lb/>ὁδοιπορέουσιν ἐπὶ ξύλου ἑνὸς ἢ δύο· τὸ δὲ
                        ὑγιὲς, εὔσαρκον διὰ χρῆσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. Οἷσι δὲ ἐς τοὔμπροσθεν, σημεῖα τἀναντία, ὄπισθεν λαπαρὸν, <lb/>ἔμπροσθεν
                        ἐξέχον, ἥκιστα ξυγκάμπτουσιν οὗτοι τὸ σκέλος, μάλιστα δὲ <lb/>ἐκτείνουσιν·
                        ὀρθὸς ποὺς, σκέλος ἴσον, πτέρνα· βραχεῖ ἄκρως ἀνέσταλται. <lb/>Ἢ πονέουσι
                        μάλιστα οὗτοι αὐτίκα, καὶ οὖρον ἴσχεται μάλιστα <pb n="368"/> ἐν τούτοισι
                        τοῖσιν ἐξαρθρήμασιν· ἐν γὰρ τόνοισιν ἔγκειται τοῖσιν <lb/>ἐπικαίροισιν. Τὰ
                        ἔμπροσθεν κατατέταται, ἀναυξέα, νοσώδεα, ταχύγηρα· <lb/>τὰ ὄπισθεν
                        στολιδώδεις. Οἷσιν ηὐξημένοισιν, ὁδοιπορέουσιν <lb/>ὀρθοὶ, πτέρνῃ μᾶλλον
                        βαίνοντες· εἰ δὲ ἠδύναντο μέγα προβαίνειν, <lb/>κἂν πάνυ· σύρουσι δέ·
                        μινύθει δὲ ἥκιστα, τούτοισι δὲ ἡ χρῆσις <lb/>αἰτία, μάλιστα δὲ ὄπισθεν· διὰ
                        παντὸς τοῦ σκέλεος ὀρθότεροι τοῦ <lb/>μετρίου, ξύλου δέονται κατὰ τὸ
                        σιναρόν. Οἷσι δὲ ἐκ γενεῆς ἢ αὐξανομένοισι, <lb/>χρηστῶς μὲν ἐπιμεληθεῖσιν ἡ
                        χρῆσις, ὥσπερ τοῖσιν <lb/>ηὐξημένοισιν· ἀμεληθεῖσι δὲ, βραχὺ, ἐκτεταμένον·
                        πωροῦται γὰρ <lb/>τούτοισι μάλιστα ἐς ἰθὺ τὰ ἄρθρα. Αἱ δὲ τῶν ὀστέων
                        μειώσιες καὶ <lb/>αἱ τῶν σαρκῶν μινυθήσιες, κατὰ λόγον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>25. Μηροῦ δὲ κατάτασις μὲν ἰσχυρή· καὶ ἡ διόρθωσις κοινὴ, ἢ <lb/>χερσὶν, ἢ
                        σανίδι, ἢ μοχλῷ, τὰ μὲν ἔσω στρογγύλῳ, τὰ δὲ ἔξω <lb/>πλατεῖ, μάλιστα δὲ τὰ
                        ἔξω. Καὶ τὰ μὲν ἔσω, ἀσκοῖσιν ἀκεσάμενον, <lb/>ἐς τὸ ὑπόξηρον τοῦ μηροῦ,
                        κατατάσιος δὲ καὶ ξυνδέσιος σκελέων· <lb/>κρεμάσαι διαλείποντα σμικρὸν τοὺς
                        πόδας, ἔπειτα πλέξαντα ἐκκρεμασθῆναί <lb/>τινα, ἐν τῆ διορθώσει ἀμφότερα ἅμα
                        ποιεῦντα. Καὶ τῷ <lb/>ἔμπροσθεν τοῦτο ἱκανὸν καὶ τοῖσιν ἑτέροισιν, ἥκιστα δὲ
                        τῷ ἔξω. Ἡ <lb/>τοῦ ξύλου ὑπόστασις, ὥσπερ ὤμῳ ὑπὸ τὴν χεῖρα, οἷς ἔσω· τοῖσι
                        <lb/>γὰρ ἄλλοισιν ἧσσον. Καταναγκάσεις δὲ μετὰ διατάσιος, μάλιστα <lb/>τῶν
                        ἔμπροσθεν ἢ ὄπισθεν, ἢ ποδὶ ἢ χειρὶ ἐφίζεσθαι ἢ σανίδι. </p></div></div></body></text></TEI>