<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="80"><p>80. Δακτύλων δὲ ἢν ἐκπέσῃ ἄρθρον τι τῶν τῆς χειρὸς, ἤν τε τὸ <lb/>πρῶτον, ἤν
                        τε τὸ δεύτερον, ἤν τε τὸ τρίτον, ωὑτὸς καὶ ἴσος τρόπος <lb/>τῆς ἐμβολῆς·
                        χαλεπώτερα μέντοι ἀεὶ τὰ μέγιστα τῶν ἄρθρων <lb/>ἐμβάλλειν. Ἐκπίπτει δὲ κατὰ
                        τέσσαρας τρόπους, ἢ ἄνω, ἢ κάτω, <lb/>ἢ ἐς τὸ πλάγιον ἑκατέρωθεν, μάλιστα
                        μὲν ἐς τὸ ἄνω, ἥκιστα δὲ ἐς <lb/>τὰ πλάγια, ἐν τῷ σφόδρα κινέεσθαι.
                        Ἑκατέρωθεν δὲ τῆς χώρης, <lb/>οὗ ἐκβέβηκεν, ὥσπερ ἄμβη ἐστίν. Ἢν μὲν οὖν ἐς
                        τὸ ἄνω ἐκπέσῃ <lb/>ἢ ἐς τὸ κάτω διὰ τὸ λειοτέρην εἶναι ταύτην τὴν χώρην, ἢ
                        ἐκ <lb/>τῶν πλαγίων, καὶ ἅμα μικρῆς ἐούσης τῆς ὑπερβάσιος, ἢν μεταστῇ
                        <lb/>τὸ ἄρθρον, ῥηΐδιόν ἐστιν ἐμβάλλειν. Τρόπος δὲ τῆς ἐμβολῆς ὅδε·
                        <lb/>περιελίξαι τὸν δάκτυλον ἄκρον ἢ ἐπιδέσματί τινι ἢ ἄλλῳ τρόπῳ
                        <lb/>τοιούτῳ τινὶ, ὅκως, ὁκόταν κατατείνῃς ἄκρου λαβόμενος, μὴ ἀπολισθάνῃ·
                        <lb/>ὅταν δὲ περιελίξῃς, τὸν μέν τινα διαλαβέσθαι ἄνωθεν <lb/>τοῦ καρποῦ τῆς
                        χειρὸς, τὸν δὲ τοῦ κατειλημμένου· ἔπειτα κατατείνειν <lb/>πρὸς ἑωυτὸν
                        ἀμφοτέρους εὖ μάλα, καὶ ἅμα ἀπῶσαι τὸ ἐξεστηκὸς <lb/>ἄρθρον ἐς τὴν χώρην. Ἢν
                        δὲ ἐς τὰ πλάγια ἐκπέσῃ, τῆς μὲν <lb/>κατατάσιος ωὑτὸς τρόπος· ὅταν δὲ δὴ
                        δοκέῃ σοι ὑπερβεβηκέναι τὴν <lb/>γραμμὴν, ἅμα χρὴ κατατείναντας ἀπῶσαι ἐς
                        τὴν χώρην εὐθὺς, ἕτερον <lb/>δέ τινα ἐκ τοῦ ἑτέρου μέρεος τοῦ δακτύλου
                        φυλάσσειν καὶ ἀνωθέειν, <lb/>ὅκως μὴ πάλιν ἐκεῖθεν ἀπολίσθῃ. Ἐμβάλλουσι δὲ
                        ἐπιεικέως <pb n="320"/> καὶ αἱ σαῦραι αἱ ἐκ τῶν φοινίκων πλεκόμεναι, ἢν
                        κατατείνῃς ἔνθεν <lb/>καὶ ἔνθεν τὸν δάκτυλον, λαβόμενος τῇ μὲν ἑτέρῃ τῆς
                        σαύρης. τῇ <lb/>δὲ ἑτέρῃ τοῦ καρποῦ τῆς χειρός. Ὁκόταν δὲ ἐμβάλῃς, ἐπιδεῖν
                        δεῖ <lb/>ὀθονίοισιν ὡς τάχιστα, λεπτοτάτοισι, κεκηρωμένοισι κηρωτῇ μήτε
                        <lb/>λίην μαλακῇ μήτε λίην σκληρῇ, ἀλλὰ μετρίως ἐχούσῃ· ἡ μὲν <lb/>γὰρ
                        σκληρὴ ἀφέστηκεν ἀπὸ τοῦ δακτύλου, ἡ δὲ ἁπαλὴ καὶ ὑγρὴ <lb/>διατήκεται καὶ
                        ἀπόλλυται, θερμαινομένου τοῦ δακτύλου· λύειν <lb/>δὲ ἄρθρον δακτύλου
                        τριταῖον ἢ τεταρταῖον· τὸ δὲ ὅλον, ἢν μὲν <lb/>φλεγμήνῃ, πυκνότερον λύειν,
                        ἢν δὲ μὴ, ἀραιότερον· κατὰ πάντων <lb/>δὲ τῶν ἄρθρων ταῦτα λέγω. Καθίσταται
                        δὲ τοῦ δακτύλου τὸ <lb/>ἄρθρον τεσσαρεσκαιδεκαταῖον. Ὁ αὐτὸς δέ ἐστι
                        θεραπείης τρόπος <lb/>δακτύλων χειρός τε καὶ ποδός. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="81"><p>81. Παρὰ πάσας δὲ τὰς τῶν ἄρθρων ἐμβολὰς δεῖ ἰσχναίνειν καὶ <lb/>λιμαγχονέειν
                        ἄχρι ἑβδόμης· καὶ εἰ μὲν φλεγμαίνοι, πυκνότερον <lb/>λύειν, εἰ δὲ μὴ,
                        ἀραιότερον· ἡσυχίην δὲ δεῖ ἔχειν ἀεὶ τὸ <lb/>πονέον ἄρθρον, καὶ ὡς κάλλιστα
                        ἐσχηματισμένον κέεσθαι. </p></div></div></body></text></TEI>