<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="78"><p>78. Χρὴ δὲ περὶ πλείστου μὲν ποιέεσθαι ἐν πάσῃ τῇ τέχνῃ, <lb/>ὅκως ὑγιὲς μὲν
                        ποιήσεις τὸ νοσέον· εἰ δὲ πολλοῖσι τρόποισιν οἷόν τε <lb/>εἴη ὑγιέας
                        ποιέειν, τὸν ἀοχλότατον χρὴ αἱρέεσθαι· καὶ γὰρ <lb/>ἀνδραγαθικώτερον τοῦτο
                        καὶ τεχνικώτερον, ὅστις μὴ ἐπιθυμέει <lb/>δημοειδέος κιβδηλίης. Περὶ οὗ οὖν
                        ὁ λόγος ἐστὶ, τοιαίδε ἄν <lb/>τινες κατοικίδιοι κατατάσιες εἶεν τοῦ σώματος,
                        ὥστε ἐκ τῶν παρεόντων <lb/>τὸ εὔπορον εὑρίσκειν· τοῦτο μὲν, εἰ τὰ δεσμὰ τὰ
                        ἱμάντινα <lb/>μὴ παρείη τὰ μαλθακὰ καὶ προσηνέα, ἀλλ᾿ ἢ σιδήρεα, ἢ
                        <lb/>ὅπλα, ἢ σχοινία, ταινίῃσι χρὴ ἢ ἐκρήγμασι τρυχίων ἐρινεῶν
                        <lb/>περιελίσσειν ταύτῃ μάλιστα, ᾗ μέλλει τὰ δεσμὰ καθέξειν, <lb/>καὶ ἔτι
                        ἐπὶ πλέον· ἔπειτα οὕτω δεῖν τοῖσι δεσμοῖσιν· τοῦτο δὲ, <lb/>ἐπὶ κλίνης χρὴ,
                        ἥτις ἰσχυροτάτη καὶ μεγίστη τῶν παρεουσέων, <lb/>κατατετάσθαι καλῶς τὸν
                        ἄνθρωπον· τῆς δὲ κλίνης τοὺς πόδας, ἢ <lb/>τοὺς πρὸς κεφαλῆς, ἢ τοὺς πρὸς
                        ποδῶν, ἐρηρεῖσθαι πρὸς τὸν οὐδὸν, <lb/>εἴ τε ἔξωθεν ξυμφέρει, εἴτε ἔσωθεν·
                        παρὰ δὲ τοὺς ἑτέρους πόδας <lb/>παρεμβεβλῆσθαι ξύλον τετράγωνον, πλάγιον,
                        διῆκον ἀπὸ τοῦ <lb/>ποδὸς πρὸς τὸν πόδα, καὶ, ἢν μὲν λεπτὸν ἔῃ τὸ ξύλον,
                        προσδεδέσθω <lb/>πρὸς τοὺς πόδας τῆς κλίνης, ἢν δὲ παχὺ ἔῃ, μηδέν· ἔπειτα
                        τὰς <lb/>ἀρχὰς χρὴ τῶν δεσμῶν, καὶ τῶν πρὸς τῆς κεφαλῆς, καὶ τῶν πρὸς <pb n="314"/> τῶν ποδῶν, προσδῆσαι ἑκατέρας πρὸς ὕπερον, ἢ πρὸς ἄλλο τι
                        <lb/>τοιοῦτον ξύλον· ὁ δὲ δεσμὸς ἐχέτω ἰθυωρίην κατὰ τὸ σῶμα, <lb/>ἢ καὶ
                        ὀλίγον ἀνωτέρω, ξυμμέτρως δὲ ἐκτετάσθω πρὸς τὰ <lb/>ὕπερα, ὡς, ὀρθὰ ἑστεῶτα,
                        τὸ μὲν παρὰ τὸν οὐδὸν ἐρείδηται, τὸ δὲ <lb/>παρὰ τὸ ξύλον τὸ παραβεβλημένον·
                        κἄπειτα οὕτω τὰ ὕπερα ἀνακλῶντα <lb/>χρὴ τὴν κατάτασιν ποιέειν. Ἀρκέει δὲ
                        καὶ κλίμαξ <lb/>ἰσχυροὺς ἔχουσα τοὺς κλιμακτῆρας, ὑποτεταμένη ὑπὸ τὴν
                        κλίνην, <lb/>ἀντὶ τοῦ οὐδοῦ τε καὶ τοῦ ξύλου τοῦ παρατεταμένου, ὡς τὰ ὕπερα,
                        <lb/>πρὸς τῶν κλιμακτήρων τοὺς ἁρμόζοντας ἔνθεν καὶ ἔνθεν προσερηρεισμένα,
                        <lb/>ἀνακλώμενα, οὕτω τὴν κατάτασιν ποιέηται τῶν δεσμῶν. <lb/>Ἐμβάλλεται δὲ
                        μηροῦ ἄρθρον καὶ τόνδε τὸν τρόπον, ἢν ἐς <lb/>τὸ ἔσω ὠλισθήκῃ καὶ ἐς τὸ
                        ἔμπροσθεν· κλίμακα χρὴ κατορύξαντα, <lb/>ἐπικαθίσαι τὸν ἄνθρωπον, ἔπειτα τὸ
                        μὲν ὑγιὲς σκέλος <lb/>ἡσύχως κατατείναντα προσδῆσαι, ὅκου ἂν ἁρμόσῃ, ἐκ δὲ
                        τοῦ σιναροῦ <lb/>ἐς κεράμιον ὕδωρ ἐγχέαντα ἐκκρεμάσαι ἢ ἐς σφυρίδα
                        <lb/>λίθους ἐμβαλόντα. Ἕτερος τρόπος ἐμβολῆς· ἢν ἐς τὸ ἔσω <pb n="316"/>
                        ὠλισθήκῃ, στρωτῆρα χρὴ διαδῆσαι μεταξὺ δύο στύλων, ὕψος <lb/>ἔχοντα
                        σύμμετρον· προεχέτω δὲ τοῦ στρωτῆρος κατὰ τὸ ἓν <lb/>μέρος ὁκόσον τὸ
                        πυγαῖον· περιδήσας δὲ περὶ τὸ στῆθος τοῦ ἀνθρώπου <lb/>ἱμάτιον, ἐπικαθίσαι
                        τὸν ἄνθρωπον ἐπὶ τὸ προέχον <lb/>τοῦ στρωτῆρος· εἶτα προσλαβεῖν τὸ στῆθος
                        πρὸς τὸν στύλον <lb/>πλατέϊ τινί· ἔπειτα τὸ μὲν ὑγιὲς σκέλος κατεχέτω τις,
                        ὡς μὴ <lb/>περισφάλληται· ἐκ δὲ τοῦ σιναροῦ ἐκκρεμάσαι βάρος, ὅσον ἂν
                        <lb/>ἁρμόζῃ, ὡς καὶ πρόσθεν ἤδη εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="79"><p>79. Πρῶτον μὲν οὖν δεῖ εἰδέναι, ὅτι πάντων τῶν ὀστέων αἱ <lb/>ξυμβολαί εἰσιν
                        ὡς ἐπὶ πουλὺ ἡ κεφαλὴ καὶ ἡ κοτύλη· ἐφ᾿ ὧν δὲ καὶ <lb/>ἡ χώρα κοτυλοειδὴς
                        καὶ ἐπίμακρος· ἔνιαι δὲ τῶν χωρέων γληνοειδέες <lb/>εἰσίν. Ἀεὶ δὲ ἐμβάλλειν
                        δεῖ πάντα τὰ ἐκπίπτοντα <lb/>ἄρθρα, μάλιστα μὲν εὐθὺς παραχρῆμα ἔτι θερμῶν
                        ἐόντων· εἰ δὲ μὴ, <lb/>ὡς τάχιστα· καὶ γὰρ τῷ ἐμβάλλοντι ῥηΐτερον καὶ θᾶσσόν
                        ἐστιν <lb/>ἐμβαλεῖν, καὶ τῷ ἀσθενέοντι πουλὺ ἀπονωτέρη ἡ ἐμβολὴ, ἡ <lb/>πρὶν
                        διοιδεῖν, ἐστιν. Δεῖ δὲ ἀεὶ πάντα τὰ ἄρθρα, ὁκόταν μέλλῃς <lb/>ἐμβάλλειν,
                        προαναμαλάξαι καὶ διακιγκλίσαι· ῥᾷον γὰρ ἐθέλει <pb n="318"/> ἐμβάλλεσθαι.
                        Παρὰ πάσας δὲ τὰς τῶν ἄρθρων ἐμβολὰς ἰσχναίνειν <lb/>δεῖ τὸν ἄνθρωπον,
                        μάλιστα μὲν περὶ τὰ μέγιστα ἄρθρα καὶ χαλεπώτατα <lb/>ἐμβάλλεσθαι, ἥκιστα δὲ
                        περὶ τὰ ἐλάχιστα καὶ ῥηΐδια. </p></div></div></body></text></TEI>