<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="76"><p>76. Ἢν δὲ ἐς τὸ ἔμπροσθεν ὀλίσθῃ, τῶν μὲν κατατασίων <lb/>ὁ αὐτὸς τρόπος
                        ποιητέος, ἄνδρα δὲ χρὴ ὡς ἰσχυρότατον ἀπὸ <lb/>χειρῶν καὶ ὡς
                        εὐπαιδευτότατον, ἐνερείσαντα τὸ θέναρ τῆς <lb/>χειρὸς τῆς ἑτέρης παρὰ τὸν
                        βουβῶνα, καὶ τῇ ἑτέρῃ χειρὶ τὴν ἑωυτοῦ <lb/>χεῖρα προσκαταλαβόντα, ἅμα μὲν
                        ἐς τὸ κάτω ὠθέειν τὸ <pb n="308"/> ὀλίσθημα, ἅμα δὲ ἐς τὸ ἔμπροσθεν τοῦ
                        γούνατος μέρος. Οὗτος γὰρ <lb/>ὁ τρόπος τῆς ἐμβολῆς μάλιστα κατὰ φύσιν τούτῳ
                        τῷ ὀλισθήματί <lb/>ἐστιν. Ἀτὰρ καὶ ὁ κρεμασμὸς ἐγγύς τι τοῦ κατὰ φύσιν· δεῖ
                        <lb/>μέντοι τὸν ἐκκρεμάμενον ἔμπειρον εἶναι, ὡς μὴ ἐκμοχλεύῃ τῷ <lb/>πήχεϊ
                        τὸ ἄρθρον, ἀλλὰ περὶ μέσον τὸν περίνεον καὶ κατὰ τὸ <lb/>ἱερὸν ὀστέον τὴν
                        ἐκκρέμασιν ποιέηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="77"><p>77. Εὐδοκιμέει δὲ δὴ καὶ ἀσκῷ τοῦτο τὸ ἄρθρον ἐμβάλλεσθαι· <lb/>καὶ ἤδη μέν
                        τινας εἶδον, οἵτινες ὑπὸ φαυλότητος καὶ τὰ ἔξω <lb/>ἐκκεκλιμένα καὶ τὰ
                        ὄπισθεν ἀσκῷ ἐπειρῶντο ἐμβάλλειν, οὐ <lb/>γινώσκοντες, ὅτι ἐξέβαλλον αὐτὸ
                        μᾶλλον, ἢ ἐνέλλειν, οὐ <lb/>γινώσκοντες, ὅτι ἐξέβαλλον αὐτὸ μᾶλλον, ἢ
                        ἐνέβαλλον· ὁ <lb/>μέντοι πρῶτος ἐπινοήσας δῆλον ὅτι πρὸς τὰ ἔσω ὠλισθηκότα,
                        <lb/>ἀσκῷ ἐμβάλλειν ἐπειρήσατο. Ἐπίστασθαι μὲν οὖν χρὴ, <lb/>ὡς χρηστέον
                        ἀσκῷ, εἰ δέοι χρέεσθαι, διαγινώσκειν δὲ χρὴ, ὅτι <lb/>ἕτερα πολλὰ ἀσκοῦ
                        κρέσσω ἐστίν· χρὴ δὲ τὸν μὲν ἀσκὸν κατατιθέναι <lb/>ἐς τοὺς μηροὺς ἀφύσητον
                        ἐόντα, ὡς ἂν δύναιτο, ἀνωτάτω <lb/>πρὸς τὸν περίνεον ἀνάγοντα· ἀπὸ δὲ τῶν
                        ἐπιγουνίδων ἀρξάμενον, <lb/>ταινίῃ πρὸς ἀλλήλους τοὺς μηροὺς καταδῆσαι ἄχρι
                        τοῦ ἡμίσεος τῶν <lb/>μηρῶν· ἔπειτα ἐς ἕνα τῶν ποδῶν, τὸν λελυμένον, ἐνθέντα
                        αὐλὸν <lb/>ἐκ χαλκείου, φῦσαν ἐσαναγκάζειν ἐς τὸν ἀσκόν· τὸν δὲ ἄνθρωπον <pb n="310"/> πλάγιον κατακέεσθαι, τὸ σιναρὸν σκέλος ἐπιπολῆς ἔχοντα. Ἡ μὲν
                        <lb/>οὖν παρασκευὴ αὕτη ἐστίν· σκευάζονται δὲ κάκιον οἱ πλεῖστοι, ἢ <lb/>ὡς
                        ἐγὼ εἴρηκα· οὐ γὰρ κἀταδέουσι τοὺς μηροὺς ἐπὶ συχνὸν, ἀλλὰ <lb/>μοῦνον τὰ
                        γούνατα, οὐδὲ κατατείνουσι, χρὴ δὲ καὶ προσκατατείνειν· <lb/>ὅμως δὲ ἤδη
                        τινὲς ἐνέβαλον, ῥηϊδίου πρήγματος ἐπιτυχόντες. <lb/>Εὐφόρως δὲ οὐ πάνυ ἔχει
                        διαναγκάζεσθαι οὕτως· ὅ τε γὰρ ἀσκὸς, <lb/>ἐμφυσώμενος, οὐ τὰ ὀγκηρότατα
                        αὐτοῦ ἔχει πρὸς τῷ ἄρθρῳ τῆς κεφαλῆς, <lb/>ἣν δεῖ μάλιστα ἐκμοχλεύσασθαι,
                        ἀλλὰ κατὰ ἑωυτὸν αὐτὸς <lb/>μέσος, καὶ τῶν μηρῶν ἴσως ἢ κατὰ τὸ μέσον ἢ ἔτι
                        κατωτέρω· <lb/>οἵ τε αὖ μηροὶ φύσει γαυσοὶ πεφύκασιν, ἄνωθεν γὰρ σαρκώδεές
                        <lb/>τε καὶ ξύμμηροι, ἐς δὲ τὸ κάτω ὑπόξηροι, ὥστε καὶ ἡ τῶν μηρῶν
                        <lb/>φύσις ἀπαναγκάζει τὸν ἀσκὸν ἀπὸ τοῦ ἐπικαιροτάτου χωρίου. <lb/>Εἴ τε
                        οὖν τις μικρὸν ἐνθήσει τὸν ἀσκὸν, μικρὴ ἡ ἰσχὺς ἐοῦσα <lb/>ἀδύνατος ἔσται
                        ἀναγκάζειν τὸ ἄρθρον. Εἰ δὲ δεῖ ἀσκῷ χρέεσθαι, <lb/>ἐπὶ πουλὺ οἱ μηροὶ
                        ξυνδετέοι πρὸς ἀλλήλους, καὶ ἅμα τῇ κατατάσει <lb/>τοῦ σώματος ὁ ἀσκὸς
                        φυσητέος· τὰ δὲ σκέλεα ἀμφότερα ὁμοῦ <lb/>καὶ καταδέειν ἐν τούτῳ τῷ τρόπῳ
                        τῆς ἐμβολῆς ἐπὶ τὴν τελευτήν. </p></div></div></body></text></TEI>