<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="72"><p>72. Εἴρηται δὲ καὶ πρόσθεν ἤδη, ὅτι ἐπάξιον, ὅστις ἐν πόλει <lb/>πολυανθρώπῳ
                        ἰητρεύει, ξύλον κεκτῆσθαι τετράγωνον, ὡς ἑξάπηχυ <lb/>ἢ ὀλίγῳ μέζον, εὖρος
                        δὲ, ὡς δίπηχυ, πάχος δὲ, ἀρκέει <lb/>σπιθαμιαῖον· ἔπειτα κατὰ μῆκος μὲν,
                        ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐντομὴν ἔχειν <lb/>χρὴ, ὡς μὴ ὑψηλοτέρη τοῦ καιροῦ ἡ
                        μηχάνησις ἔῃ· ἔπειτα <lb/>φλιὰς βραχείας, ἰσχυρὰς, καὶ ἰσχυρῶς ἐνηρμοσμένας,
                        ὀνίσκον <lb/>ἔχειν ἑκατέρωθεν· ἔπειτα ἀρκέει μὲν ἐν τῷ ἡμίσεϊ τοῦ ξύλου <pb n="298"/> (οὐδὲν δὲ κωλύει καὶ διὰ παντὸς) ἐντετμῆσθαι ὡς καπέτους
                        <lb/>μακρὰς πέντε ἢ ἓξ, διαλείπουσας ἀπ᾿ ἀλλήλων ὡς τέσσαρας δακτύλους,
                        <lb/>αὐτὰς δὲ ἀρκέει εὖρος τριδακτύλους εἶναι, καὶ βάθος οὕτως. <lb/>Ἔχειν
                        δὲ κατὰ μέσον τὸ ξύλον καὶ καταγλυφὴν χρὴ βαθυτέρην, ἐπὶ <lb/>τετράγωνον, ὡς
                        τριῶν δακτύλων, καὶ ἐς μὲν τὴν καταγλυφὴν ταύτην, <lb/>ὅταν δοκέῃ προσδεῖν,
                        ξύλον ἐμπηγνύναι ἐναρμόζον τῇ καταγλυφῇ, <lb/>τὸ δὲ ἄνω στρογγύλον,
                        ἐμπηγνύναι δὲ, ἐπήν ποτε δοκέῃ <lb/>ξυμφέρειν, μεσηγὺ τοῦ περινέου καὶ τῆς
                        κεφαλῆς τοῦ μηροῦ. <lb/>Τοῦτο τὸ ξύλον ἑστεὸς κωλύει τὴν ἐπίδοσιν ἐπιδιδόναι
                        τὸ σῶμα <lb/>τοῖσι πρὸς ποδῶν ἕλκουσιν· ἐνίοτε γὰρ ἀρκέει αὐτὸ τὸ ξύλον
                        τοῦτο <lb/>ἀντὶ τῆς ἄνωθεν ἀντικατατάσιος· ἐνίοτε δὲ καὶ, κατατεινομένου τοῦ
                        <lb/>σκέλεος ἔνθεν καὶ ἔνθεν, αὐτὸ τὸ ξύλον τοῦτο, χαλαρὸν ἐγκείμενον <lb/>ἢ
                        τῇ ἢ τῇ, ἐκμοχλεύειν ἐπιτήδειον ἂν εἴη τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ <lb/>ἐς τὸ ἔξω
                        μέρος. Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ αἱ κάπετοι ἐντετμέαται, <lb/>ὡς, καθ᾿ ὁκοίην ἂν
                        αὐτέων ἁρμόσῃ, ἐμβαλλόμενος ξύλινος μοχλὸς <lb/>μοχλεύοι, ἢ παρὰ τὰς κεφαλὰς
                        τῶν ἄρθρων, ἢ κατὰ τὰς <lb/>κεφαλὰς τελέως ἐρειδόμενος ἅμα τῇ κατατάσει, ἤν
                        τε ἐς τὸ ἔξω <lb/>μέρος ξυμφέρῃ ἐκμοχλεύεσθαι, ἤν τε ἐς τὸ ἔσω, καὶ ἤν τε
                        <lb/>στρογγύλον τὸν μοχλὸν ξυμφέρῃ εἶναι, ἤν τε πλάτος ἔχοντα· <lb/>ἄλλος
                        γὰρ ἄλλῳ τῶν ἄρθρων ἁρμόζει. Εὔχρηστος δέ ἐστιν ἐπὶ <lb/>πάντων τῶν ἄρθρων
                        ἐμβολῆς, τῶν κατὰ τὰ σκέλεα, αὕτη ἡ <pb n="300"/> μόχλευσις ξὺν τῇ
                        κατατάσει. Περὶ οὗ οὖν ὁ λόγος ἐστὶ, <lb/>στρογγύλος ἁρμόζει ὁ μοχλὸς εἶναι·
                        τῷ μέντοι ἔξω ἐκπεπτωκότι <lb/>ἄρθρῳ πλατὺς ἁρμόσει εἶναι. Ἀπὸ τουτέων τῶν
                        μηχανέων καὶ <lb/>ἀναγκέων οὐδὲν ἄρθρον μοι δοκέει οἷόν τε εἶναι ἀπορηθῆναι
                        <lb/>ἐμπεσεῖν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="73"><p>73. Εὕροι δ᾿ ἄν τις καὶ ἄλλους τρόπους τούτου τοῦ ἄρθρου ἐμβολῆς· <lb/>εἰ γὰρ
                        τὸ ξύλον τὸ μέγα τοῦτο ἔχοι κατὰ μέσον καὶ ἐκ <lb/>πλαγίων φλιὰς δύο, ὡς
                        ποδιαίας, ὕψος δὲ ὅκως ἂν δοκέοι <lb/>ξυμφέρειν, τὴν μὲν ἔνθεν, τὴν δὲ
                        ἔνθεν, ἔπειτα ξύλον πλάγιον <lb/>ἐνείη ἐν τῇσι φλιῇσιν ὡς κλιμακτὴρ ἔπειτα
                        διέρσαι τὸ ὑγιὲς <lb/>σκέλος μεσηγὺ τῶν φλιέων, τὸ δὲ σιναρὸν ἄνωθεν τοῦ
                        κλιμακτῆρος <lb/>ἔχειν ἁρμόζον ἀπαρτὶ πρὸς τὸ ὕψος καὶ πρὸς τὸ ἄρθρον, ᾗ
                        ἐκπέπτωκεν· <lb/>ῥηΐδιον δὲ ἁρμόζειν· τὸν γὰρ κλιμακτῆρα ὑψηλότερόν
                        <lb/>τινι χρὴ ποιέειν τοῦ μετρίου, καὶ ἱμάτιον πολύπτυχον, ὡς ἂν
                        <lb/>ἁρμόσῃ, ὑποτείνειν ὑπὸ τὸ σῶμα. Ἔπειτα χρὴ ξύλον, ἔχον <pb n="302"/>
                        πλάτος μέτριον καὶ μῆκος, ἄχρι τοῦ σφυροῦ ὑποτεταμένον ὑπὸ τὸ <lb/>σκέλος
                        εἶναι, ἱκνεόμενον ἐπέκεινα τῆς κεφαλῆς τοῦ μηροῦ ὡς <lb/>οἷόν τε·
                        προσκαταδεδέσθαι δὲ χρὴ πρὸς τὸ σκέλος, ὅκως ἂν <lb/>μετρίως ἔχῃ. Κἄπειτα
                        κατατεινομένου τοῦ σκέλεος, εἴτε ξύλῳ <lb/>ὑπεροειδέϊ, εἴτε τουτέων τινὶ τῶν
                        κατατασίων, ὁμοῦ χρὴ <lb/>καταναγκάζεσθαι τὸ σκέλος περὶ τὸν κλιμακτῆρα ἐς
                        τὸ κάτω μέρος <lb/>ξὺν τῷ ξύλῳ τῷ προσδεδεμένῳ· τὸν δέ τινα κατέχειν τὸν
                        ἄνθρωπον <lb/>ἀνωτέρω τοῦ ἄρθρου κατὰ τὸ ἰσχίον. Καὶ γὰρ οὕτως ἅμα <lb/>μὲν
                        ἡ κατάτασις ὑπεραιωρέοι ἂν τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ ὑπὲρ <lb/>τῆς κοτύλης, ἅμα
                        δὲ ἡ μόχλευσις ἀπωθέοι τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ <lb/>ἐς τὴν ἀρχαίην φύσιν.
                        Αὗται πᾶσαι αἱ εἰρημέναι ἀνάγκαι ἰσχυραὶ, <lb/>καὶ πᾶσαι κρέσσους τῆς
                        ξυμφορῆς, ἤν τις ὀρθῶς καὶ καλῶς <lb/>σκευάζῃ. Ὥσπερ δὲ καὶ πρόσθεν ἤδη
                        εἴρηται, πουλύ τι ἀπὸ <lb/>ἀσθενεστέρων κατατασίων καὶ φαυλοτέρης κατασκευῆς
                        τοῖσι <lb/>πλείοσιν ἐμπίπτει. </p></div></div></body></text></TEI>