<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="71"><p>71. Ὡς μὲν οὖν καὶ πρόσθεν εἴρηται, μέγα τὸ διαφέρον ἐστὶ <lb/>τῶν φυσίων
                        τοῖσιν ἀνθρώποισιν ἐς τὸ εὐέμβλητα εἶναι, καὶ <lb/>δυσέμβλητα· καὶ διότι
                        μέγα διαφέρει, εἴρηται πρόσθεν ἐν τοῖσι <lb/>περὶ ὤμου. Ἐνίοισι γὰρ ὁ μηρὸς
                        ἐμπίπτει ἀπ᾿ οὐδεμιῆς παρασκευῆς, <lb/>ἀλλ᾿ ὀλίγης μὲν κατατάσιος, ὅσον τῇσι
                        χερσὶ κατιθῦναι, <lb/>βραχείης δὲ κιγκλίσιος· πολλοῖσι δὲ ξυγκάμψασι τὸ
                        σκέλος <lb/>κατὰ τὸ ἄρθρον, ἐνέπεσεν, ἤδη ἀμφίσφαλσιν ποιησάμενον. Ἀλλὰ
                        <lb/>γὰρ τὰ πουλὺ πλείω οὐκ ἐνακούει τῆς τυχούσης παρασκευῆς· διὰ <lb/>τοῦτο
                        ἐπίστασθαι μὲν χρὴ τὰ κράτιστα περὶ ἑκάστου ἐν πάσῃ <lb/>τῇ τέχνῃ· χρέεσθαι
                        δὲ, οἷσιν ἂν δόξῃ ἑκάστοτε. Εἴρηνται μὲν <lb/>οὖν τρόποι κατατασίων καὶ ἐν
                        τοῖσιν ἔμπροσθεν γεγραμμένοισιν, <lb/>ὥστε χρέεσθαι τούτων, ὅστις ἂν
                        παρατύχῃ. Δεῖ γὰρ ἀντικατατετάσθαι <lb/>ἰσχυρῶς, ἐπὶ θάτερα μὲν τοῦ σκέλεος,
                        ἐπὶ θάτερα δὲ τοῦ <pb n="294"/> σώματος· ἢν γὰρ εὖ καταταθῇ,
                        ὑπεραιωρηθήσεται ἡ κεφαλὴ τοῦ <lb/>μηροῦ ὑπὲρ τῆς ἀρχαίης ἕδρης· καὶ ἢν μὲν
                        ὑπεραιωρηθῇ οὕτως, <lb/>οὐδὲ κωλύσαι ἔτι ῥηΐδιον ἵζεσθαι αὐτὴν ἐς τὴν ἑωυτῆς
                        ἕδρην, <lb/>ὥστε ἤδη πᾶσα ἀρκέει μόχλευσίς τε καὶ κατόρθωσις· ἀλλὰ <lb/>γὰρ
                        ἐλλείπουσιν ἐν τῇ κατατάσει· διὰ τοῦτο ὄχλον πλείω παρέχει <lb/>ἡ ἐμβολή.
                        Χρὴ οὖν οὐ μόνον παρὰ τὸν πόδα τὰ δεσμὰ ἐξηρτῆσθαι, <lb/>ἀλλὰ καὶ ἄνωθεν τοῦ
                        γούνατος, ὅκως μὴ κατὰ τὸ τοῦ γούνατος <lb/>ἄρθρον ἐν τῇ τανύσει ἡ ἐπίδεσις
                        ἔῃ μᾶλλον, ἢ κατὰ τὸ τοῦ ἰσχίου <lb/>ἄρθρον. Οὕτω μὲν οὖν χρὴ τὴν κατάτασιν,
                        τὴν πρὸς τὸ τοῦ ποδὸς μέρος, <lb/>ἐσκευάσθαι· ἀτὰρ καὶ τὴν ἐπὶ θάτερα
                        κατάτασιν, μὴ μοῦνον <lb/>ἐκ τῆς περὶ τὸ στῆθος καὶ τὰς μασχάλας περιβολῆς
                        ἀντιτείνεσθαι, <lb/>ἀλλὰ καὶ ἱμάντι μακρῷ, διπτύχῳ, ἰσχυρῷ, προσηνεῖ, παρὰ
                        <lb/>τὸν περίνεον βεβλημένῳ, παρατεταμένῳ ἐπὶ μὲν τὰ ὄπισθεν <lb/>παρὰ τὴν
                        ῥάχιν, ἐπὶ δὲ τὰ ἔμπροσθεν παρὰ τὴν κληῗδα, προσηρτημένῳ <lb/>πρὸς τὴν ἀρχὴν
                        τὴν ἀκτικατατείνουσαν, οὕτω διαναγκάζεσθαι, <lb/>τοῖσι μὲν ἔνθα
                        διατεινομένοισι, τοῖσι δὲ ἔνθα, ὅκως δὲ ὁ <lb/>ἱμὰς ὁ παρὰ τὸν περίνεον μὴ
                        περὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ <lb/>παρατεταμένος ἔσται, ἀλλὰ μεσηγὺ τῆς κεφαλῆς
                        καὶ τοῦ περινέου· ἐν δὲ τῇ κατάτασει, κατὰ μὲν τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ ἐρείσας
                            <pb n="296"/> τὴν πυγμὴν, ἐς τὸ ἔξω ὠθεέτω· ἢν δὲ μετεωρίζηται
                        ἑλκόμενος, <lb/>διέρσας τὴν χεῖρα καὶ ἐπιξυνάψας τῇ ἑτέρῃ χειρὶ, ἅμα μὲν
                        <lb/>συγκατατεινέτω, ἅμα δὲ ἐς τὸ ἔξω ξυναναγκαζέτω· ἄλλος δέ <lb/>τις τὸ
                        παρὰ τὸ γόνυ τοῦ μηροῦ ἡσύχως ἐς τὸ ἔσω μέρος κατορθούτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="72"><p>72. Εἴρηται δὲ καὶ πρόσθεν ἤδη, ὅτι ἐπάξιον, ὅστις ἐν πόλει <lb/>πολυανθρώπῳ
                        ἰητρεύει, ξύλον κεκτῆσθαι τετράγωνον, ὡς ἑξάπηχυ <lb/>ἢ ὀλίγῳ μέζον, εὖρος
                        δὲ, ὡς δίπηχυ, πάχος δὲ, ἀρκέει <lb/>σπιθαμιαῖον· ἔπειτα κατὰ μῆκος μὲν,
                        ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐντομὴν ἔχειν <lb/>χρὴ, ὡς μὴ ὑψηλοτέρη τοῦ καιροῦ ἡ
                        μηχάνησις ἔῃ· ἔπειτα <lb/>φλιὰς βραχείας, ἰσχυρὰς, καὶ ἰσχυρῶς ἐνηρμοσμένας,
                        ὀνίσκον <lb/>ἔχειν ἑκατέρωθεν· ἔπειτα ἀρκέει μὲν ἐν τῷ ἡμίσεϊ τοῦ ξύλου <pb n="298"/> (οὐδὲν δὲ κωλύει καὶ διὰ παντὸς) ἐντετμῆσθαι ὡς καπέτους
                        <lb/>μακρὰς πέντε ἢ ἓξ, διαλείπουσας ἀπ᾿ ἀλλήλων ὡς τέσσαρας δακτύλους,
                        <lb/>αὐτὰς δὲ ἀρκέει εὖρος τριδακτύλους εἶναι, καὶ βάθος οὕτως. <lb/>Ἔχειν
                        δὲ κατὰ μέσον τὸ ξύλον καὶ καταγλυφὴν χρὴ βαθυτέρην, ἐπὶ <lb/>τετράγωνον, ὡς
                        τριῶν δακτύλων, καὶ ἐς μὲν τὴν καταγλυφὴν ταύτην, <lb/>ὅταν δοκέῃ προσδεῖν,
                        ξύλον ἐμπηγνύναι ἐναρμόζον τῇ καταγλυφῇ, <lb/>τὸ δὲ ἄνω στρογγύλον,
                        ἐμπηγνύναι δὲ, ἐπήν ποτε δοκέῃ <lb/>ξυμφέρειν, μεσηγὺ τοῦ περινέου καὶ τῆς
                        κεφαλῆς τοῦ μηροῦ. <lb/>Τοῦτο τὸ ξύλον ἑστεὸς κωλύει τὴν ἐπίδοσιν ἐπιδιδόναι
                        τὸ σῶμα <lb/>τοῖσι πρὸς ποδῶν ἕλκουσιν· ἐνίοτε γὰρ ἀρκέει αὐτὸ τὸ ξύλον
                        τοῦτο <lb/>ἀντὶ τῆς ἄνωθεν ἀντικατατάσιος· ἐνίοτε δὲ καὶ, κατατεινομένου τοῦ
                        <lb/>σκέλεος ἔνθεν καὶ ἔνθεν, αὐτὸ τὸ ξύλον τοῦτο, χαλαρὸν ἐγκείμενον <lb/>ἢ
                        τῇ ἢ τῇ, ἐκμοχλεύειν ἐπιτήδειον ἂν εἴη τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ <lb/>ἐς τὸ ἔξω
                        μέρος. Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ αἱ κάπετοι ἐντετμέαται, <lb/>ὡς, καθ᾿ ὁκοίην ἂν
                        αὐτέων ἁρμόσῃ, ἐμβαλλόμενος ξύλινος μοχλὸς <lb/>μοχλεύοι, ἢ παρὰ τὰς κεφαλὰς
                        τῶν ἄρθρων, ἢ κατὰ τὰς <lb/>κεφαλὰς τελέως ἐρειδόμενος ἅμα τῇ κατατάσει, ἤν
                        τε ἐς τὸ ἔξω <lb/>μέρος ξυμφέρῃ ἐκμοχλεύεσθαι, ἤν τε ἐς τὸ ἔσω, καὶ ἤν τε
                        <lb/>στρογγύλον τὸν μοχλὸν ξυμφέρῃ εἶναι, ἤν τε πλάτος ἔχοντα· <lb/>ἄλλος
                        γὰρ ἄλλῳ τῶν ἄρθρων ἁρμόζει. Εὔχρηστος δέ ἐστιν ἐπὶ <lb/>πάντων τῶν ἄρθρων
                        ἐμβολῆς, τῶν κατὰ τὰ σκέλεα, αὕτη ἡ <pb n="300"/> μόχλευσις ξὺν τῇ
                        κατατάσει. Περὶ οὗ οὖν ὁ λόγος ἐστὶ, <lb/>στρογγύλος ἁρμόζει ὁ μοχλὸς εἶναι·
                        τῷ μέντοι ἔξω ἐκπεπτωκότι <lb/>ἄρθρῳ πλατὺς ἁρμόσει εἶναι. Ἀπὸ τουτέων τῶν
                        μηχανέων καὶ <lb/>ἀναγκέων οὐδὲν ἄρθρον μοι δοκέει οἷόν τε εἶναι ἀπορηθῆναι
                        <lb/>ἐμπεσεῖν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="73"><p>73. Εὕροι δ᾿ ἄν τις καὶ ἄλλους τρόπους τούτου τοῦ ἄρθρου ἐμβολῆς· <lb/>εἰ γὰρ
                        τὸ ξύλον τὸ μέγα τοῦτο ἔχοι κατὰ μέσον καὶ ἐκ <lb/>πλαγίων φλιὰς δύο, ὡς
                        ποδιαίας, ὕψος δὲ ὅκως ἂν δοκέοι <lb/>ξυμφέρειν, τὴν μὲν ἔνθεν, τὴν δὲ
                        ἔνθεν, ἔπειτα ξύλον πλάγιον <lb/>ἐνείη ἐν τῇσι φλιῇσιν ὡς κλιμακτὴρ ἔπειτα
                        διέρσαι τὸ ὑγιὲς <lb/>σκέλος μεσηγὺ τῶν φλιέων, τὸ δὲ σιναρὸν ἄνωθεν τοῦ
                        κλιμακτῆρος <lb/>ἔχειν ἁρμόζον ἀπαρτὶ πρὸς τὸ ὕψος καὶ πρὸς τὸ ἄρθρον, ᾗ
                        ἐκπέπτωκεν· <lb/>ῥηΐδιον δὲ ἁρμόζειν· τὸν γὰρ κλιμακτῆρα ὑψηλότερόν
                        <lb/>τινι χρὴ ποιέειν τοῦ μετρίου, καὶ ἱμάτιον πολύπτυχον, ὡς ἂν
                        <lb/>ἁρμόσῃ, ὑποτείνειν ὑπὸ τὸ σῶμα. Ἔπειτα χρὴ ξύλον, ἔχον <pb n="302"/>
                        πλάτος μέτριον καὶ μῆκος, ἄχρι τοῦ σφυροῦ ὑποτεταμένον ὑπὸ τὸ <lb/>σκέλος
                        εἶναι, ἱκνεόμενον ἐπέκεινα τῆς κεφαλῆς τοῦ μηροῦ ὡς <lb/>οἷόν τε·
                        προσκαταδεδέσθαι δὲ χρὴ πρὸς τὸ σκέλος, ὅκως ἂν <lb/>μετρίως ἔχῃ. Κἄπειτα
                        κατατεινομένου τοῦ σκέλεος, εἴτε ξύλῳ <lb/>ὑπεροειδέϊ, εἴτε τουτέων τινὶ τῶν
                        κατατασίων, ὁμοῦ χρὴ <lb/>καταναγκάζεσθαι τὸ σκέλος περὶ τὸν κλιμακτῆρα ἐς
                        τὸ κάτω μέρος <lb/>ξὺν τῷ ξύλῳ τῷ προσδεδεμένῳ· τὸν δέ τινα κατέχειν τὸν
                        ἄνθρωπον <lb/>ἀνωτέρω τοῦ ἄρθρου κατὰ τὸ ἰσχίον. Καὶ γὰρ οὕτως ἅμα <lb/>μὲν
                        ἡ κατάτασις ὑπεραιωρέοι ἂν τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ ὑπὲρ <lb/>τῆς κοτύλης, ἅμα
                        δὲ ἡ μόχλευσις ἀπωθέοι τὴν κεφαλὴν τοῦ μηροῦ <lb/>ἐς τὴν ἀρχαίην φύσιν.
                        Αὗται πᾶσαι αἱ εἰρημέναι ἀνάγκαι ἰσχυραὶ, <lb/>καὶ πᾶσαι κρέσσους τῆς
                        ξυμφορῆς, ἤν τις ὀρθῶς καὶ καλῶς <lb/>σκευάζῃ. Ὥσπερ δὲ καὶ πρόσθεν ἤδη
                        εἴρηται, πουλύ τι ἀπὸ <lb/>ἀσθενεστέρων κατατασίων καὶ φαυλοτέρης κατασκευῆς
                        τοῖσι <lb/>πλείοσιν ἐμπίπτει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="74"><p>74. Ἢν δὲ ἐς τὸ ἔξω κεφαλὴ μηροῦ ὀλίσθῃ, τὰς μὲν κατατάσιας <pb n="304"/>
                        ἔνθα καὶ ἔνθα χρὴ ποιέεσθαι, ὥσπερ εἴρηται, ἢ τοιουτοτρόπως· <lb/>τὴν δὲ
                        μόχλευσιν πλάτος ἔχοντι μοχλῷ μοχλεύειν χρὴ ἅμα <lb/>τῇ κατατάσει, ἐκ τοῦ
                        ἔξω μέρεος ἐς τὸ ἔσω ἀναγκάζοντα, κατά <lb/>γε αὐτὸν τὸν γλουτὸν τιθέμενον
                        τὸν μοχλὸν καὶ ὀλίγῳ ἀνωτέρω· <lb/>ἐπὶ δὲ τὸ ὑγιὲς ἰσχίον κατὰ τὸν γλουτὸν
                        ἀντιστηριζέτω τις τῇσι <lb/>χερσὶν, ὡς μὴ ὑπείκῃ τὸ σῶμα, ἢ ἑτέρῳ τινὶ
                        τοιούτῳ μοχλῷ, <lb/>ὑποβάλλων καὶ ἐρείσας, ἐκ τῶν καπέτων τὴν ἁρμόζουσαν
                        ἀντικατεχέτω· <lb/>τοῦ δὲ μηροῦ τοῦ ἐξηρθρηκότος τὸ παρὰ τὸ γόνυ ἔσωθεν
                        <lb/>ἔξω παραγέτω ἡσύχως. Ἡ δὲ κρέμασις οὐχ ἁρμόσει τούτῳ τῷ <lb/>τρόπῳ τῆς
                        ὀλισθήσιος τοῦ ἄρθρου· ὁ γὰρ πῆχυς τοῦ ἐκκρεμαμένου <lb/>ἀπωθέοι ἂν τὴν
                        κεφαλὴν τοῦ μηροῦ ἀπὸ τῆς κοτύλης. Τὴν μέντοι <lb/>ξὺν τῷ ξύλῳ τῷ
                        ὑποτεινομένῳ μόχλευσιν μηχανήσαιτ᾿ ἄν τις, <lb/>ὥστε ἁρμόζειν καὶ τούτῳ τῷ
                        τρόπῳ τοῦ ὀλισθήματος, ἔξωθεν προσαρτέων. <lb/>Ἀλλὰ τί καὶ δεῖ πλείω λέγειν;
                        ἢν γὰρ ὀρθῶς μὲν καὶ εὖ <lb/>κατατείνηται, ὀρθῶς δὲ μοχλεύηται, τί οὐκ ἂν
                        ἐμπέσοι ἄρθρον, <lb/>οὕτως ἐκπεπτωκός; </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="75"><p>75. Ἢν δὲ ἐς τοὔπισθεν μέρος ἐκπεπτώκῃ ὁ μηρὸς, τὰς <pb n="306"/> μὲν
                        κατατάσιας καὶ ἀντιτάσιας οὕτω δεῖ ποιέεσθαι, καθάπερ <lb/>εἴρηται·
                        ἐπιστορέσαντα δὲ ἐπὶ τὸ ξύλον ἱμάτιον πολύπτυχον, <lb/>ὡς μαλακώτατον ἔῃ,
                        πρηνέα κατακλίναντα τὸν ἄνθρωπον, οὕτω <lb/>κατανείνειν· ἅμα δὲ τῇ κατατάσει
                        χρὴ τῇ σανίδι καταναγκάζειν <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον ὡς τὰ ὑβώματα, κατ᾿ ἴξιν
                        τοῦ πυγαίου ποιησάμενον <lb/>τὴν σανίδα, καὶ μᾶλλον ἐς τὸ κάτω μέρος, ἢ ἐς
                        τὸ ἄνω τῶν <lb/>ἰσχίων· καὶ ἡ ἐντομὴ, ἡ ἐν τῷ τοίχῳ τῇ σανίδι, μὴ εὐθεῖα
                        <lb/>ἔστω, ἀλλ᾿ ὀλίγον καταφερὴς πρὸς τὸ τῶν ποδῶν μέρος. Αὕτη <lb/>ἡ ἐμβολὴ
                        κατὰ φύσιν τε μάλιστα τῷ τρόπῳ τούτῳ τοῦ ὀλισθήματός <lb/>ἐστι, καὶ ἅμα
                        ἰσχυροτάτη. Ἀρκέσειε δ᾿ ἂν ἴσως ἀντὶ τῆς σανίδος <lb/>καὶ ἐφεζόμενόν τινα, ἢ
                        τῇσι χερσὶν ἐρεισάμενον, ἢ ἐπιβάντα, <lb/>ἐξαπίνης ἐπαιωρηθῆναι ἅμα τῇ
                        κατατάσει. Ἄλλη δὲ οὐδεμίη ἐμβολὴ <lb/>τῶν προειρημένων κατὰ φύσιν ἐστὶ τῷ
                        τρόπῳ τούτῳ τοῦ <lb/>ὀλισθήματος. </p></div></div></body></text></TEI>