<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><p>31. Ἢν δ᾿ ἀμφότεραι αἱ γνάθοι ἐξαρθρήσωσιν, ἡ μὲν ἴησις ἡ <lb/>αὐτή.
                        Ξυμβάλλειν δέ τι ἧσσον οὗτοι τὸ στόμα δύνανται· καὶ γὰρ <lb/>προπετέστεραι
                        αἱ γένυες τούτοισιν, ἀστραβέες δέ· τὸ δὲ ἀστραβὲς <lb/>μάλιστ᾿ ἂν γνοίης
                        τοῖσιν ὁρίοισι τῶν ὀδόντων, τῶν τε ἄνω καὶ τῶν <lb/>κάτω κατ᾿ ἴξιν. Τούτοισι
                        ξυμφέρει ἐμβάλλειν ὡς τάχιστα· ἐμβολῆς <lb/>δὲ τρόπος πρόσθεν εἴρηται. Ἢν δὲ
                        μὴ ἐμπέσῃ, κίνδυνος περὶ <lb/>τῆς ψυχῆς ὑπὸ πυρετῶν ξυνεχέων καὶ νωθρῆς
                        καρώσιος (καρώδεες <lb/>γὰρ οἱ μύες οὗτοι, καὶ ἀλλοιούμενοι, καὶ
                        ἐντεινόμενοι παρὰ <lb/>φύσιν· φιλέει δὲ καὶ ἡ γαστὴρ ὑποχωρέειν τούτοισι
                        χολώδεα, ἄκρητα, <lb/>ὀλίγα· καὶ ἢν ἐμέωσιν, ἄκρητα ἐμέουσιν· οὗτοι οὖν καὶ
                        θνήσκουσι <lb/>δεκαταῖοι μάλιστα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><p>32. Ἢν δὲ κατεαγῇ ἡ κάτω γνάθος, ἢν μὲν μὴ ἀποκαυλισθῇ <lb/>παντάπασιν, ἀλλὰ
                        ξυνέχηται τὸ ὀστέον, ἐκκεκλιμένον δὲ ἔῃ, κατορθῶσαι <lb/>μὲν χρὴ τὸ ὀστέον,
                        παρά γε τὴν γλῶσσαν πλαγίην <lb/>ὑπείραντα τοὺς δακτύλους, τὸ δὲ ἔξωθεν
                        ἀντερείδοντα, ὡς ἂν ξυμφέρῃ· <lb/>καὶ ἢν διεστραμμένοι ἔωσιν οἱ ὀδόντες οἱ
                        κατὰ τὸ τρῶμα <lb/>καὶ κεκινημένοι, ὁκόταν τὸ ὀστέον κατορθωθῇ, ζεῦξαι τοὺς
                        ὀδόντας <lb/>χρὴ πρὸς ἀλλήλους, μὴ μόνον τοὺς δύο, ἀλλὰ καὶ πλέονας, μάλιστα
                        <lb/>μὲν χρυσίῳ, ἔστ᾿ ἂν κρατυνθῇ τὸ ὀστέον, εἰ δὲ μὴ, λίνῳ· ἔπειτα <pb n="148"/> ἐπιδεῖν κηρωτῇ καὶ σπλήνεσιν ὀλίγοισι καὶ ὀθονίοισιν ὀλίγοισι,
                        μὴ <lb/>ἄγαν ἐρείδοντα, ἀλλὰ χαλαροῖσιν. Εὖ γὰρ εἰδέναι χρὴ, ὅτι ἐπίδεσις
                        <lb/>ὀθονίων, γνάθου καταγείσης, μικρὰ μὲν ἂν ὠφελέοι, εἰ χρηστῶς
                        <lb/>ἐπιδέοιτο, μεγάλα δ᾿ ἂν βλάπτοι, εἰ κακῶς ἐπιδέοιτο. Πυκνὰ <lb/>δὲ παρὰ
                        τὴν γλῶσσαν ἐσματέεσθαι χρὴ, καὶ πουλὺν χρόνον ἀντέχειν <lb/>τοῖσι
                        δακτύλοισι κατορθοῦντα τοῦ ὀστέου τὸ ἐκκλιθέν· <lb/>ἄριστον δὲ, εἰ αἰεὶ
                        δύναιτο, ἀλλ᾿ οὐχ οἶόν τε. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><p>33 Ἢν δὲ ἀποκαυλισθῇ παντάπασι τὸ ὀστέον (ὀλιγάκις δὲ <lb/>τοῦτο γίνεται),
                        κατορθοῦν μὲν χρὴ τὸ ὀστέον οὕτω, καθάπερ εἴρηται. <lb/>Ὅταν δὲ κατορθώσῃς,
                        τοὺς ὀδόντας χρὴ ζευγνῦναι, ὡς <lb/>πρόσθεν εἴρηται· μέγα γὰρ ἂν ξυλλαμβάνοι
                        ἐς τὴν ἀτρεμίην, <lb/>προσέτι καὶ ἤν τις ὀρθῶς ζεύξῃ, ὥσπερ χρὴ, τὰς ἀρχὰς
                        <lb/>ῥάψας. Ἀλλὰ γὰρ οὐ ῥηίδιον ἐν γραφῇ χειρουργίην πᾶσαν <lb/>ἀτρεκέως
                        διηγέεσθαι, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν ὑποτοπέεσθαι χρὴ ἐκ <pb n="150"/> τῶν
                        γεγραμμένων. Ἔπειτα χρὴ δέρματος καρχηδονίου, ἢν μὲν <lb/>νηπιώτερος ἔῃ ὁ
                        τρωθεὶς, ἀρκέει τῷ λοπῷ χρέεσθαι, ἢν δὲ τελειότερος <lb/>ἔῃ, αὐτῷ τῷ
                        δέρματι· ταμόντα δὲ χρὴ εὖρος ὡς τριδάκτυλον, <lb/>ἢ ὅκως ἂν ἁρμόζῃ,
                        ὑπαλείψαντα κόμμι τὴν γνάθον (εὐμενέστερον <lb/>γὰρ), κόλλῃ προσκολλῆσαι τὸ
                        δέρμα ἄκρον πρὸς τὸ ἀποκεκαυλισμένον <lb/>τῆς γνάθου, ἀπολείποντα ὡς
                        δάκτυλον ἀπὸ τοῦ τρώματος <lb/>ἢ ὀλίγῳ πλέον· τοῦτο μὲν ἐς τὸ κάτω μέρος·
                        ἐχέτω δὲ ἐντομὴν <lb/>κατὰ τὴν ἴξιν τοῦ γενείου ὁ ἱμὰς, ὡς ἀμφιβεβήκῃ ἀμφὶ
                        τὸ <lb/>ὀξὺ τοῦ γενείου. Ἕτερον δὲ ἱμάντα τοιοῦτον, ἢ ὀλίγῳ πλατύτερον
                        <lb/>προσκολλῆσαι χρὴ πρὸς τὸ ἄνω μέρος τῆς γνάθου, ἀπολείποντα <lb/>καὶ
                        τοῦτον ἀπὸ τοῦ τρώματος, ὅσονπερ ὁ ἕτερος ἀπέλιπεν· <lb/>ἐσχίσθω δὲ καὶ
                        οὗτος ὁ ἱμὰς τὴν ἀμφὶ τὸ οὖς περίβασιν. Ἀποξέες <lb/>δὲ ἔστωταν οἱ ἱμάντες
                        ἀμφὶ τὴν ξυναφήν· ἐν δὲ τῇ κολλήσει ἡ <lb/>σὰρξ τοῦ σκύτεος πρὸς τοῦ χρωτὸς
                        ἔστω, ἐχεκολλότερον γὰρ οὕτως. <lb/>Ἔπειτα κακατείναντα χρὴ καὶ τοῦτον τὸν
                        ἱμάντα μᾶλλον δέ <pb n="152"/> τι τὸν περὶ τὸ γένειον, ὡς ὅτι μάλιστα μὴ
                        ἀπομυλλήνῃ ἡ <lb/>γνάθος, ξυνάψαι τοὺς ἱμάντας κατὰ τὴν κορυφὴν, κἄπειτα
                        περὶ <lb/>τὸ μέτωπον ὀθονίῳ καταδῆσαι, καὶ κατάβλημα χρὴ εἶναι, ὥσπερ
                        <lb/>νομίζεται, ὡς ἀτρεμέῃ τὰ δεσμά. Τὴν δὲ κατάκλισιν ποιεέσθω ἐπὶ <lb/>τὴν
                        ὑγιέα γνάθον, μὴ τῇ γνάθῳ ἐρηρεισμένος, ἀλλὰ τῇ κεφαλῇ. <lb/>Ἰσχναίνειν δὲ
                        χρὴ τὸ σῶμα ἄχρι ἡμερέων δέκα, ἔπειτα ἀνατρέφειν <pb n="154"/> μὴ βραδέως·
                        ἢν γὰρ ἐν τῇσι πρώτῃσιν ἡμέρῃσι μὴ φλεγμήνῃ, ἐν <lb/>εἴκοσιν ἡμέρῃσιν ἡ
                        γνάθος κρατύνεται· ταχέως γὰρ ἐπιπωροῦται, <lb/>ὥσπερ καὶ τὰ ἄλλα τὰ ἀραιὰ
                        ὀστέα, ἢν μὴ ἐπισφακελίσῃ. Ἀλλὰ γὰρ <lb/>περὶ σφακελισμῶν τῶν ξυμπάντων
                        ὀστέων ἄλλος μακρὸς λόγος <lb/>λείπεται. Αὕτη ἡ διάτασις ἡ ἀπὸ τῶν
                        κολλημάτων εὐμενὴς, καὶ εὐταμίευτος, <lb/>καὶ ἐς πολλὰ καὶ πολλαχοῦ
                        διορθώματα εὔχρηστος. Τῶν δὲ <lb/>ἰητρῶν οἱ μὴ ξὺν νόῳ εὔχειρες, καὶ ἐν
                        ἄλλοισι τρώμασι τοιοῦτοί εἰσι <lb/>καὶ ἐν γνάθων κατήξεσιν· ἐπιδέουσι γὰρ
                        γνάθον κατεαγεῖσαν ποικίλως <lb/>καὶ καλῶς καὶ κακῶς. Πᾶσα γὰρ ἐπίδεσις
                        γνάθου οὕτω καταγείσης <lb/>ἐκκλίνει τὰ ὀστέα τὰ ἐς τὸ κάτηγμα ῥέποντα
                        μᾶλλον, ἢ <lb/>ἐς τὴν φύσιν ἄγει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="34"><p>34. Ἢν δὲ ἡ κάτω γνάθος κατὰ τὴν ξύμφυσιν τὴν κατὰ τὸ <lb/>γένειον διασπασθῇ
                        (μούνη δὲ αὕτη ξύμφυσις ἐν τῇ κάτω γνάθῳ <lb/>ἐστὶν, ἐν δὲ τῇ ἄνω πολλαί·
                        ἀλλ᾿ οὐ βούλομαι ἀποπλανᾷν τὸν <lb/>λόγον, ἐν ἄλλοισι γὰρ εἴδεσι νουσημάτων
                        περὶ τούτων λεκτέον), <lb/>ἢν οὖν διαστῇ ἡ κατὰ τὸ γένειον ξύμφυσις,
                        κατορθῶσαι μὲν <lb/>παντὸς ἀνδρός ἐστιν· τὸ μὲν γὰρ ἐξεστεὸς ἐσωθέειν χρὴ ἐς
                        τὸ <lb/>ἔσω μέρος, προσβάλλοντα τοὺς δακτύλους· τὸ δὲ εἴσω ῥέπον
                        <lb/>ἀνάγειν ἐς τὸ ἔξω μέρος, ἐνερείσαντα τοὺς δακτύλους. Ἐς <lb/>διάστασιν
                        μέντοι διατεινάμενον, ταῦτα χρὴ ποιέειν· ῥᾷον γὰρ <lb/>οὕτως ἐς τὴν φύσιν
                        ἥξει, ἢ εἰ ἐγχρίπτων τις ἐς ἄλληλα <pb n="156"/> τὰ ὀστέα, καταναγκάζειν
                        πειρᾶται· τοῦτο παρὰ πάντα τὰ <lb/>τοιαῦτα ὑπομνήματα χάριεν εἰδέναι. Ὁκόταν
                        δὲ κατορθώσῃς, <lb/>ζεῦξαι μὲν χρὴ τοὺς ὀδόντας τοὺς ἔνθεν καὶ ἔνθεν πρὸς
                        ἀλλήλους, <lb/>ὥσπερ καὶ πρόσθεν εἴρηται. Ἰῆσθαι δὲ χρὴ κηρωτῇ καὶ σπλήνεσιν
                        <lb/>ὀλίγοισι καὶ ὀθονίοισιν. Ἐπίδεσιν δὲ βραχείην ποικίλην μάλιστα
                        <lb/>τοῦτο τὸ χωρίον ἐπιδέχεται, ἐγγὺς γάρ τι τοῦ ἰσοῤῥόπου ἐστὶν, <lb/>ὡς
                        δὴ μὴ ἰσόῤῥοπον ἐόν· τοῦ δὲ ὀθονίου τὴν περιβολὴν ποιέεσθαι <lb/>χρὴ, ἢν μὲν
                        ἡ δεξιὴ γνάθος ἐξεστήκῃ, ἐπὶ δεξιὰ (ἐπὶ δεξιὰ <lb/>γὰρ νομίζεται εἶναι, ἢν ἡ
                        δεξιὴ χεὶρ προηγῆται τῆς ἐπιδέσιος)· <lb/>ἢν δὲ ἡ ἑτέρη γνάθος ἐξεστήκῃ, ὡς
                        ἑτέρως χρὴ τὴν ἐπίδεσιν ἄγειν. <lb/>Κἢν μὲν ὀρθῶς τις κατορθώσηται καὶ
                        ἐπατρεμήσῃ ὡς χρὴ, ταχείη <pb n="158"/> μὲν ἡ ἄλθεξις, οἱ δὲ ὀδόντες ἀσινέες
                        γίνονται· ἢν δὲ μὴ, χρονιωτέρη <lb/>μὲν ἡ ἄλθεξις, διαστροφὴν δὲ ἴσχουσιν οἱ
                        ὀδόντες, καὶ <lb/>σιναροὶ καὶ ἀχρήϊοι γίνονται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="35"><p>35. Ἢν δὲ ἡ ῥὶς καταγῇ, τρόπος μὲν οὐχ εἷς ἐστι κατήξιος <lb/>ἀτὰρ πολλὰ μὲν
                        δὴ καὶ ἄλλα λωβέονται οἱ χαίροντες τῇσι καλῇσιν <lb/>ἐπιδέσεσιν ἄνευ νόου,
                        ἐν δὲ τοῖσι περὶ τὴν ῥῖνα μάλιστα· ἐπιδεσίων <lb/>γάρ ἐστιν αὕτη
                        ποικιλωτάτη, καὶ πλείστους μὲν σκεπάρνους <lb/>ἔχουσα, διαῤῥωγὰς δὲ καὶ
                        διαλείψιας ποικιλωτάτας τοῦ χρωτὸς <lb/>ῥομβοειδέας. Ὡς οὖν εἴρηται, οἱ τὴν
                        ἀνόητον εὐχειρίην ἐπιτηδεύοντες <lb/>ἄσμενοι ῥινὸς κατεαγυίης
                        ἐπιτυγχάνουσιν, ὡς ἐπιδήσωσιν. <lb/>Μίαν μὲν οὖν ἡμέρην, ἢ δύο, ἀγάλλεται
                        μὲν ὁ ἰητρὸς, χαίρει δὲ <lb/>ὁ ἐπιδεδεμένος· ἔπειτα ταχέως μὲν ὁ
                        ἐπιδεδεμένος κορίσκεται, <lb/>ἀσηρὸν γὰρ τὸ φόρημα· ἀρκέει δὲ τῷ ἰητρῷ,
                        ἐπειδὴ ἐπέδειξεν, <pb n="160"/> ὅτι ἐπίσταται ποικίλως ῥῖνα ἐπιδέειν. Ποιέει
                        δὲ ἡ ἐπίδεσις ἡ τοιαύτη <lb/>πάντα τἀναντία τοῦ δέοντος· τοῦτο μὲν γὰρ,
                        ὁκόσοι σιμοῦνται διὰ <lb/>τὴν κάτηξιν, δηλονότι, εἰ ἄνωθέν τις μᾶλλον
                        πιέζοι, σιμώτεροι ἂν <lb/>ἔτι εἶεν· τοῦτο δὲ, ὅσοισι παραστρέφεται ἢ ἔνθα ἢ
                        ἔνθα ἡ ῥὶς, ἢ <lb/>κατὰ τὸν χόνδρον, ἢ ἀνωτέρω, δηλονότι οὐδὲν αὐτοὺς ἡ
                        ἄνωθεν ἐπίδεσις <lb/>ὠφελήσει, ἀλλὰ καὶ βλάψει μᾶλλον· οὐχ οὕτω γὰρ <lb/>εὖ
                        ξυναρμόσει σπλήνεσι τὸ ἐπὶ θάτερον τῆς ῥινὸς, καίτοι <lb/>οὐδὲ τοῦτο
                        ποιέουσιν οἱ ἐπιδέοντες. </p></div></div></body></text></TEI>