<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ἐπάξιον δὲ τὸ μάθημα, ὡς χρὴ ἰητρεύειν τοὺς πυκνὰ ἐκπίπτοντας <lb/>ὤμους·
                        πολλοὶ μὲν γὰρ ἤδη ἀγωνίης ἐκωλύθησαν διὰ ταύτην <lb/>τὴν ξυμφορὴν, τἄλλα
                        πάντα ἀξιόχρεοι ἐόντες· πολλοὶ δὲ ἐν <lb/>πολεμικοῖσιν ἀχρήϊοι ἐγένοντο, καὶ
                        διεφθάρησαν διὰ ταύτην τὴν <lb/>ξυμφορήν· ἅμα δὲ ἐπάξιον καὶ διὰ τοῦτο, ὅτι
                        οὐδένα οἶδα ὀρθῶς <lb/>ἰητρεύοντα, ἀλλὰ τοὺς μὲν μηδὲ ἐγχειρέοντας, τοὺς δὲ
                        τἀναντία <lb/>τοῦ ξυμφέροντος φρονέοντάς τε καὶ ποιέοντας. Συχνοὶ γὰρ ἤδη
                        ἰητροὶ <pb n="106"/> ἔκαυσαν ὤμους ἐκπίπτοντας, κατά τε τὴν ἐπωμίδα, κατά τε
                        τὸ <lb/>ἔμπροσθεν, ᾗ ἡ κεφαλὴ τοῦ βραχίονος ἐξογκέει, κατά τε τοὔπισθεν
                        <lb/>ὀλίγον τῆς ἐπωμίδος· αὗται οὖν αἱ καύσιες, εἰ μὲν ἐς τὸ ἄνω
                        <lb/>ἐξέπιπτεν ὁ βραχίων, ἢ ἐς τοὔμπροσθεν, ἢ ἐς τοὔπισθεν, ὀρθῶς <lb/>ἂν
                        ἔκαιον· νῦν δὲ δὴ, ὅτε ἐς τὸ κάτω ἐκπίπτει, ἐκβάλλουσιν αὗται <lb/>αἱ
                        καύσιες μᾶλλον, ἢ κωλύουσιν· ἀποκλείουσι γὰρ τῆς ἄνω εὐρυχωρίης <lb/>τὴν
                        κεφαλὴν τοῦ βραχίονος. Χρὴ δὲ ὧδε καίειν ταῦτα· ἀπολαβόντα <lb/>τοῖσι
                        δακτύλοισι κατὰ τὴν μασχάλην τὸ δέρμα ἀφελκύσαι <lb/>κατ᾿ αὐτὴν τὴν ἴξιν
                        μάλιστα, καθ᾿ ἣν ἡ κεφαλὴ τοῦ βραχίονος ἐκπίπτει· <lb/>ἔπειτα οὕτως
                        ἀφελκυσάμενον τὸ δέρμα διακαῦσαι ἐς τὸ πέρην. <lb/>Σιδηρίοισι δὲ χρὴ ταῦτα
                        καίειν, μὴ παχέσι, μηδὲ λίην φαλακροῖσιν, <lb/>ἀλλὰ προμήκεσι (ταχυπορώτερα
                        γὰρ), καὶ τῇ χειρὶ ἐπερείδειν· <lb/>χρὴ δὲ καὶ διαφανέσι καίειν, ὡς ὅτι
                        τάχιστα περαιωθῇ <lb/>κατὰ δύναμιν· τὰ γὰρ παχέα, βραδέως περαιούμενα,
                        πλατυτέρας <lb/>τὰς ἐκπτώσιας τῶν ἐσχαρῶν ποιέεται, καὶ κίνδυνος ἂν εἴη
                        ξυῤῥαγῆναι <lb/>τὰς ὠτειλάς· καὶ κάκιον μὲν οὐδὲν ἂν εἴη, αἴσχιον δὲ καὶ
                        ἀτεχνότερον. <lb/>Ὅταν δὲ διακαύσῃς ἐς τὸ πέρην, τῶν μὲν πλείστων ἱκανῶς ἂν
                        <lb/>ἔχοι ἐν τῷ κάτω μέρεϊ τὰς ἐσχάρας ταύτας μόνας θεῖναι· ἢν δὲ <lb/>μὴ
                        κίνδυνος φαίνηται εἶναι ξυῤῥαγῆναι τὰς ὠτειλὰς, ἀλλὰ πολὺ <lb/>τὸ διὰ μέσου
                        ἔῃ, ὑπάλειπτρον χρὴ λεπτὸν διέρσαι διὰ τῶν καυμάτων, <pb n="108"/> ἔτι
                        ἀναλελαμμένου τοῦ δέρματος, οὐ γὰρ ἂν ἄλλως δύναιο <lb/>διέρσαι· ἐπὴν δὲ
                        διέρσῃς, ἀφεῖναι τὸ δέρμα, ἔπειτα μεσηγὺ τῶν <lb/>ἐσχαρέων ἄλλην ἐσχάρην
                        ἐμβάλλειν λεπτῷ σιδηρίῳ, καὶ διακαῦσαι, <lb/>ἄχρις ἂν τῷ ὑπαλείπτρῳ ἐγκύρσῃ.
                        Ὁκόσον δέ τι χρὴ τὸ δέρμα τὸ <lb/>ἀπὸ τῆς μασχάλης ἀπολαμβάνειν, τοισίδε χρὴ
                        τεκμαίρεσθαι· ἀδένες <lb/>ὕπεισιν ἢ ἐλάσσους ἢ μείζους πᾶσιν ὑπὸ τῇ μασχάλῃ,
                        πολλαχῆ δὲ <lb/>καὶ ἄλλῃ τοῦ σώματος. Ἀλλὰ ἐν ἄλλῳ λόγῳ περὶ ἀδένων
                        οὐλομελίης <lb/>γεγράψεται, ὅ τι τέ εἰσι, καὶ οἷα ἐν οἵοισι σημαίνουσί τε
                        καὶ <lb/>δύνανται. Τοὺς μὲν οὖν ἀδένας οὐ χρὴ προσαπολαμβάνειν, οὐδ᾿
                        <lb/>ὅσα ἐσωτέρω τῶν ἀδένων· μέγας γὰρ ὁ κίνδυνος· τοῖσι γὰρ
                        <lb/>ἐπικαιροτάτοισι τόνοισι γειτονεύονται· ὅσον δὲ ἐξωτέρω τῶν <lb/>ἀδένων,
                        ἐπιπλεῖστον ἀπολαμβάνειν· ἀσινέα γάρ. Γινώσκειν δὲ χρὴ <lb/>καὶ τάδε, ὅτι,
                        ἢν μὲν ἰσχυρῶς τὸν βραχίονα ἀνατείνῃς, οὐ δυνήσῃ <lb/>τοῦ δέρματος ἀπολαβεῖν
                        οὐδὲν τοῦ ὑπὸ τῇ μασχάλῃ, ὅ τι καὶ ἄξιον <lb/>λόγου· καταναισιμοῦται γὰρ ἐν
                        τῇ ἀνατάσει· οἱ δ᾿ αὖ τόνοι, οὓς <pb n="110"/> οὐδεμιῇ μηχανῇ δεῖ
                        τιτρώσκειν, οὗτοι πρόχειροι γίνονται καὶ <lb/>κατατεταμένοι ἐν τούτῳ τῷ
                        σχήματι· ἢν δὲ μικρὸν ἐπάρῃς τὸν βραχίονα, <lb/>πολὺ μὲν τοῦ δέρματος
                        ἀπολήψῃ, οἱ δὲ τόνοι, ὧν δεῖ προμηθέεσθαι, <lb/>εἴσω καὶ πρόσω τοῦ
                        χειρίσματος γίνονται. Ἆρ᾿ οὖν οὐκ <lb/>ἐν πάσῃ τῇ τέχνῃ περὶ παντὸς χρὴ
                        ποιέεσθαι, τὰ δίκαια σχήματα <lb/>ἐξευρίσκειν ἐφ᾿ ἑκάστοισιν; ταῦτα μὲν τὰ
                        κατὰ τὴν μασχάλην, <lb/>καὶ ἱκαναὶ αὐταὶ αἱ καταλήψιες, ἢν ὀρθῶς τεθῶσιν αἱ
                        ἐσχάραι. <lb/>Ἔκτοσθεν δὲ τῆς μασχάλης, δισσὰ μόνα ἐστὶ χωρία, ἵνα ἄν τις
                        <lb/>ἐσχάρας θείη, τιμωρεούσας τῷ παθήματι· μίαν μὲν ἐν τῷ ἔμπροσθεν
                        <lb/>μεσηγὺ τῆς τε κεφαλῆς τοῦ βραχίονος καὶ τοῦ τένοντος τοῦ <lb/>κατὰ τὴν
                        μασχάλην· καὶ ταύτῃ τὸ μὲν δέρμα τελέως διακαίειν <lb/>χρὴ, βαθύτερον δὲ οὐ
                        χρή· φλέψ τε γὰρ παχείη πλησίη, καὶ νεῦρα, <pb n="112"/> ὧν οὐδέτερα
                        θερμαντέα, Ἔξωθεν δ᾿ αὖ ἄλλην ἐσχάρην ἐνδέχεται <lb/>ἐνθεῖναι ἀνωτέρω μὲν
                        συχνῷ τοῦ τένοντος τοῦ κατὰ τὴν μασχάλην, <lb/>κατωτέρω δὲ ὀλίγῳ τῆς κεφαλῆς
                        τοῦ βραχίονος· καὶ τὸ μὲν δέρμα <lb/>τελέως χρὴ διακαίειν, βαθείην δὲ μηδὲ
                        κάρτα ταύτην ποιέειν· πολέμιον <lb/>γὰρ τὸ πῦρ νεύροισιν. Ἰητρεύειν μὲν οὖν
                        χρὴ διὰ πάσης τῆς <lb/>ἰητρείης τὰ ἕλκεα, μηδέποτε ἰσχυρῶς ἀνατείνοντα τὸν
                        βραχίονα, <lb/>ἀλλὰ μετρίως, ὅσον τῶν ἑλκέων ἐπιμελείης εἵνεκα· ἧσσον μὲν
                        γὰρ <lb/>ἂν διαψύχοιτο (ξυμφέρει γὰρ πάντα τὰ καύματα σκέπειν, ὡς
                        <lb/>ἐπιεικέως ἰητρεύεσθαι)· ἧσσον δ᾿ ἂν ἐκπλίσσοιτο· ἧσσον δ᾿ ἂν
                        <lb/>αἱμοῤῥαγοίη· ἧσσον δ᾿ ἂν σπασμὸς ἐπιγένοιτο. Ὅταν δὲ δὴ καθαρὰ
                        <lb/>γένηται τὰ ἕλκεα, ἐς ὠτειλάς τε ἴῃ, τότε δὴ καὶ παντάπασι χρὴ <lb/>αἰεὶ
                        τὸν βραχίονα πρὸς τῇσι πλευρῇσι προσδεδέσθαι, καὶ νύκτα καὶ <lb/>ἡμέρην·
                        ἀτὰρ καὶ ὅταν ὑγιέα γένηται τὰ ἕλκεα, ὁμοίως ἐπὶ πολὺν <lb/>χρόνον χρὴ
                        προσδεῖν τὸν βραχίονα πρὸς τὰς πλευράς· οὕτω γὰρ ἂν <lb/>μάλιστα ἐπουλωθείη,
                        καὶ ἀποληφθείη ἡ εὐρυχωρίη, καθ᾿ ἣν μάλιστα <lb/>ὀλισθάνει ὁ βραχίων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ὅσοισι δ᾿ ἂν ὦμος καταπορηθῇ ἐμβληθῆναι, ἢν μὲν ἔτι ἐν <lb/>αὐξήσει
                        ἔωσιν, οὐκ ἐθέλει συναύξεσθαι τὸ ὀστέον τοῦ βραχίονος <lb/>ὁμοίως τῷ ὑγιέϊ,
                        ἀλλὰ αὔξεται μὲν ἐπί τι, βραχύτερον δὲ τοῦ ἑτέρου <pb n="114"/> γίνεται καὶ
                        οἱ καλεομενοι δὲ ἐκ γενεῆς γαλιάγκωνες· διὰ δισσὰς <lb/>ξυμφορὰς ταύτας
                        γίνονται, ἤν τέ τι τοιοῦτον αὐτοὺς ἐξάρθρημα <lb/>καταλάβῃ ἐν τῇ γαστρὶ
                        ἐόντας, διά τε ἄλλην ξυμφορὴν, περὶ ἧς <lb/>ὕστερόν ποτε γεγράψεται· ἀτὰρ
                        καὶ οἷσιν ἔτι νηπίοισιν ἐοῦσι κατὰ <lb/>τὴν κεφαλὴν τοῦ βραχίονος βαθεῖαι
                        καὶ ὑποβρύχιοι ἐκπυήσιες γίνονται, <lb/>καὶ οὗτοι πάντες γαλιάγκωνες
                        γίνονται· καὶ ἤν τε τμηθῶσιν, <lb/>ἤν τε καυθῶσιν, ἤν τε αὐτόματόν σφιν
                        ἐκραγῇ, εὖ εἰδέναι χρὴ, <lb/>ὅτι ταῦτα οὕτως ἔχει. Χρέεσθαι μέντοι τῇ χειρὶ
                        δυνατώτατοί εἰσι <lb/>οἱ ἐκ γενεῆς γαλιάγκωνες, οὐ μὴν οὐδὲ ἐκεῖνοί γε
                        ἀνατεῖναι παρὰ <lb/>τὸ οὖς τὸν βραχίονα, ἐκτανύσαντες τὸν ἀγκῶνα, δύνανται,
                        ἀλλὰ <lb/>πολὺ ἐνδεεστέρως, ἢ τὴν ὑγιέα χεῖρα. Οἷσι δ᾿ ἂν ἤδη ἀνδράσιν
                        ἐοῦσιν <lb/>ἐκπέσῃ ὁ ὦμος, καὶ μὴ ἐμβληθῇ, ἡ ἐπωμὶς ἀσαρκοτέρη γίνεται,
                        <lb/>καὶ ἡ ἕξις λεπτὴ ἡ κατὰ τοῦτο τὸ μέρος· ὅταν μέντοι ὀδυνώμενοι
                        <lb/>παύσωνται, ὁκόσα μὲν δεῖ ἐργάζεσθαι ἐπάραντας τὸν ἀγκῶνα <lb/>ἀπὸ τῶν
                        πλευρέων ἐς τὸ πλάγιον, ταῦτα μὲν οὐ δύνανται <lb/>ἅπαντα ὁμοίως ἐργάζεσθαι·
                        ὁκόσα δὲ δεῖ ἐργάζεσθαι, παραφέροντας <lb/>τὸν βραχίονα παρὰ τὰς πλευρὰς, ἢ
                        ἐς τοὐπίσω, ἢ ἐς τοὔμπροσθεν, <lb/>ταῦτα δὲ δύνανται ἐργάζεσθαι· καὶ γὰρ ἂν
                        ἀρίδα ἑλκύσαιεν, καὶ <pb n="116"/> πρίονα, καὶ πελεκήσαιεν ἂν, καὶ σκάψαιεν
                        ἂν, μὴ κάρτα ἄνω αἴροντες <lb/>τὸν ἀγκῶνα, καὶ τἄλλα ὅσα ἐκ τῶν τοιούτων
                        σχημάτων <lb/>ἐργάζονται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ὅσοισι δ᾿ ἂν τὸ ἀκρώμιον ἀποσπασθῇ, τουτέοισι φαίνεται <lb/>ἐξέχον τὸ
                        ὀστέον τὸ ἀπεσπασμένον· ἔστι δὲ τοῦτο ὁ ξύνδεσμος τῆς <lb/>κληῗδος καὶ τῆς
                        ὠμοπλάτης· ἑτεροίη γὰρ ἡ φύσις ἀνθρώπου ταύτῃ, <lb/>ἢ τῶν ἄλλων ζώων. Οἱ οὖν
                        ἰητροὶ μάλιστα ἐξαπατέονται ἐν τούτῳ <lb/>τῷ τρώματι (ἅτε γὰρ ἀνασχόντος τοῦ
                        ὀστέου τοῦ ἀποσπασθέντος, ἡ <lb/>ἐπωμὶς φαίνεται χαμαιζήλη καὶ κοίλη), ὥστε
                        καὶ προμηθέεσθαι <lb/>τῶν ὤμων τῶν ἐκπεπτωκότων· πολλοὺς οὖν οἶδα ἰητροὺς,
                        τἄλλα οὐ <lb/>φλαύρους ἐόντας, οἳ πολλὰ ἤδη ἐλυμήναντο, ἐμβάλλειν πειρώμενοι
                        <lb/>τοὺς τοιούτους ὤμους, οὕτως οἰόμενοι ἐκπεπτωκέναι, καὶ οὐ πρόσθεν
                        <lb/>παύονται, πρὶν ἢ ἀπογνῶναι, ἢ ἀπορῆσαι, δοκέοντες αὐτοὶ σφέας
                        <lb/>αὐτοὺς ἐμβάλλειν τὸν ὦμον. Τούτοισιν ἰητρείη μὲν, ἥπερ καὶ <lb/>τοῖσιν
                        ἄλλοισιν τοῖσι τοιούτοισι, κηρωτὴ καὶ σπλῆνες καὶ ὀθόνια, <lb/>καὶ ἐπίδεσις
                        τοιαύτη. Καταναγκάζειν μέντοι τὸ ὑπερέχον χρὴ, καὶ <lb/>τοὺς σπλῆνας κατὰ
                        τοῦτο τιθέναι πλείστους, καὶ πιέζειν ταύτῃ <lb/>μάλιστα, καὶ τὸν βραχίονα
                        πρὸς τῇσι πλευρῇσι ποοσηρτημένον <lb/>ἐς τὸ ἄνω μέρος ἔχειν· οὕτω γὰρ ἂν
                        μάλιστα πλησιάζοι τὸ ἀπεσπασμένον. <lb/>Τάδε μὴν εὖ εἰδέναι χρὴ, καὶ
                        προλέγειν ὡς ἀσφαλέα, <lb/>εἰ ἄλλως ἐθέλοις, ὅτι βλάβη μὲν οὐδεμίη, οὔτε
                        σμικρὴ, <lb/>οὔτε μεγάλη, τῷ ὤμῳ γίνεται ἀπὸ τούτου τοῦ τρώματος, αἴσχιον δὲ
                        <lb/>τὸ χωρίον· οὐδὲ γὰρ τοῦτο τὸ ὀστέον ἐς τὴν ἀρχαίην ἕδρην ὁμοίως ἂν <pb n="118"/> ἱδρυνθείη, ὥσπερ ἐπεφύκεεν, ἀλλ᾿ ἀνάγκη πλέον ἢ ἔλασσον
                        ὀγκηρότερον <lb/>εἶναι ἐς τὸ ἄνω. Οὐδὲ γὰρ ἄλλο ὀστέον οὐδὲν ἐς τωὐτὸ
                        καθίσταται, <lb/>ὅ τι ἂν κοινωνέον ἔῃ ἑτέρῳ ὀστέῳ, καὶ προσπεφυκὸς
                        <lb/>ἀποσπασθῇ ἀπὸ τῆς ἀρχαίης φύσιος. Ἀνώδονον δὲ τὸ ἀκρώμιον <lb/>ἐν
                        ὀλίγῃσιν ἡμέρῃσι γίνεται, ἢν χρηστῶς ἐπιδέηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Κληῒς δὲ κατεαγεῖσα, ἢν μὲν ἀτρεκέως ἀποκαυλισθῇ, εὐιητοτέρη <lb/>ἐστίν·
                        ἢν δὲ παραμηκέως, δυσιητοτέρη. Τἀναντία δὲ τούτοισίν <lb/>ἐστιν, ἢ ὡς ἄν τις
                        οἴοιτο· τὴν μὲν γὰρ ἀτρεκέως ἀποκαυλισθεῖσαν <lb/>προσαναγκάσειεν ἄν τις
                        μᾶλλον ἐς τὴν φύσιν ἐλθεῖν· καὶ γὰρ εἰ <lb/>πάνυ προμηθηθείη, τὸ ἀνωτέρω
                        κατωτέρω ἂν ποιήσειε, σχήμασί τε <lb/>ἐπιτηδείοισι καὶ ἐπιδέσει ἁρμοζούσῃ·
                        εἰ δὲ μὴ τελέως ἱδρυνθείη, <lb/>ἀλλ᾿ οὖν τὸ ὑπερέχον γε τοῦ ὀστέου οὐ κάρτα
                        ὀξὺ γίνεται. Ὧν δὲ <lb/>ἂν παράμηκες τὸ ὀστέον κατεαγῇ, ἰκέλη ἡ ξυμφορὴ
                        γίνεται τοῖσιν <lb/>ὀστέοισι τοῖσιν ἀπεσπασμένοισι, περὶ ὧν πρόσθεν
                        γέγραπται· οὔτε <lb/>γὰρ ἱδρυνθῆναι αὐτὸ πρὸς ἑωυτὸ κάρτα ἐθέλει, ἥ τε
                        ὑπερέχουσα <lb/>ὄκρις τοῦ ὀστέου ὀξείη γίνεται κάρτα. Τὸ μὲν οὖν ξύμπαν,
                        <lb/>εἰδέναι χρὴ, ὅτι βλάβη οὐδεμίη τῷ ὤμῳ, οὐδὲ τῷ ἄλλῳ σώματι γίνεται
                        <lb/>διὰ τὴν κάτηξιν τῆς κληἳδος, ἢν μὴ ἐπισφακελίσῃ· ὀλιγάκις <lb/>δὲ τοῦτο
                        γίνεται. Αἶσχός γε μὴν προσγίνεται περὶ τὴν κάτηξιν <lb/>τῆς κληἳδος, καὶ
                        τούτοισι τὸ πρῶτον αἴσχιστον, ἔπειτα μὴν <pb n="120"/> ἐπὶ ἧσσον γίνεται.
                        Ξυμφύεται δὲ ταχέως κληῒς, καὶ τἄλλα <lb/>πάντα ὅσα χαῦνα ὀστέα· ταχείην γὰρ
                        τὴν ἐπιπώρωσιν ποιέεται τὰ <lb/>τοιαῦτα. Ὅταν μὲν οὖν νεωστὶ κατεαγῇ, οἱ
                        τετρωμένοι σπουδάζουσιν, <lb/>οἰόμενοι μέζον τὸ κακὸν εἶναι, ἢ ὅσον ἐστίν·
                        οἵ τε ἰητροὶ <lb/>προθυμέονται δῆθεν ὀρθῶς ἰῆσθαι· προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου,
                        οἱ τετρωμένοι, <lb/>ἅτε οὐκ ὀδυνώμενοι, οὐδὲ κωλυόμενοι οὔτε ὁδοιπορίης,
                        <lb/>οὔτε ἐδωδῆς, καταμελέουσιν· οἵ τε αὖ ἰητροὶ, ἅτε οὐ δυνάμενοι <lb/>καλὰ
                        τὰ χωρία ἀποδεικνύναι, ἀποδιδράσκουσι, καὶ οὐκ ἄχθονται <lb/>τῇ ἀμελείῃ τῶν
                        τετρωμένων· ἐν τούτῳ δὲ ἡ ἐπιπώρωσις ξυνταχύνεται. <lb/>Ἐπιδέσιος μὲν οὖν
                        τρόπος καθέστηκε παραπλήσιος τοῖσι <lb/>πλείστοισι, κηρωτῇ καὶ σπλήνεσι καὶ
                        ὀθονίοισι μαλθακοῖσιν ἰητρεύειν· <lb/>καὶ τάδε δεῖ προσξυνιέναι καὶ μάλιστα
                        ἐν τούτῳ τῷ χειρίσματι, <lb/>ὅτι τούς τε σπλῆνας πλείστους κατὰ τὸ ἐξέχον
                        χρὴ τιθέναι, καὶ <lb/>τοῖσιν ἐπιδέσμοισι πλείστοισι καὶ μάλιστα κατὰ τοῦτο
                        πιέζειν. <lb/>Ἐἰσὶ δὲ δή τινες, οἳ ἐπεσοφίσαντο ἤδη μολύβδιον βαρὺ
                        προσεπικαταδεῖν, <lb/>ὡς καταναγκάζειν τὸ ὑπερέχον· ξυνιᾶσι μὲν οὖν ἴσως
                        <lb/>οὐδὲ οἱ ἁπλῶς ἐπιδέοντες· ἀτὰρ δὴ οὐδ᾿ οὗτος ὁ τρόπος κληῗδος
                        <lb/>κατήξιός ἐστιν· οὐ γὰρ δυνατὸν τὸ ὑπερέχον καταναγκάζεσθαι <lb/>οὐδὲν,
                        ὅ τι καὶ ἄξιον λόγου. Ἄλλοι δ᾿ αὖ τινές εἰσιν, οἵτινες, <lb/>καταμαθόντες
                        τοῦτο, ὅτι αὗται αἱ ἐπιδέσιες παράφοροί εἰσι καὶ οὐ <pb n="122"/> κατὰ φύσιν
                        καταναγκάζουσι τὰ ὑπερέχοντα, ἐπιδέουσι μὲν αὐτοὺς, <lb/>σπλήνεσι καὶ
                        ὀθονίοισι χρώμενοι, ὥσπερ καὶ οἱ ἄλλοι· ζώσαντες δὲ <lb/>τὸν ἄνθρωπον ταινίῃ
                        τινὶ, ᾗ εὐζωστότατος αὐτὸς ἑωυτοῦ ἐστιν, ὅταν <lb/>ἐπιθῶσι τοὺς σπλῆνας ἐπὶ
                        τὰ ὑπερέχοντα τοῦ κατήγματος, ἐξογκώσαντες <lb/>ἐπὶ τὰ ἐξέχοντα, τὴν ἀρχὴν
                        τοῦ ὀθονίου προσέδησαν πρὸς τὸ <lb/>ζῶσμα ἐκ τοῦ ἔμπροσθεν, καὶ οὕτως
                        ἐπιδέουσιν, ἐπὶ τὴν ἴξιν τῆς <lb/>κληῗδος ἐπιτανύοντες, ἐς τοὔπισθεν
                        ἄγοντες· κἄπειτα περιβάλλοντες <lb/>περὶ τὸ ζῶσμα, ἐς τοὔμπροσθεν ἄγουσι,
                        καὶ αὖθις ἐς τοὔπισθεν. <lb/>Οἱ δέ τινες οὐχὶ περὶ τὸ ζῶσμα περιβάλλουσι τὸ
                        ὀθόνιον, <lb/>ἀλλὰ περὶ τὸ περίνεόν τε καὶ παρ αὐτὴν τὴν ἕδρην, καὶ παρὰ τὴν
                        <lb/>ἄκανθαν κυκλεύοντες τὸ ὀθόνιον, οὕτω πιέζουσι τὸ κάτηγμα. Ταῦτα
                        <lb/>γοῦν ἀπείρῳ μὲν ἀκοῦσαι φαίνεται ἐγγὺς τοῦ κατὰ φύσιν εἶναι,
                        <lb/>χρεομένῳ δὲ ἄχρηστα· οὔτε γὰρ μόνιμα οὐδένα χρόνον, οὐδ᾿ εἰ
                        <lb/>κατακέοιτό τις, καίτοι ἐγγυτάτω ἂν οὕτως· ἀλλ᾿ ὅμως εἰ καὶ κατακείμενος
                        <lb/>ἢ τὸ σκέλος συγκάμψειεν, ἢ αὐτὸς καμφθείη, πάντα ἂν <lb/>τὰ ἐπιδέσματα
                        κινέοιτο· ἄλλως τε ἀσηρὴ ἡ ἐπίδεσις· ἥ τε γὰρ <lb/>ἕδρη ἀπολαμβάνεται, ἀθρόα
                        τε τὰ ὀθόνια ἐν ταύτῃ τῇ στενοχωρίῃ <lb/>γίνεται· τά τε αὖ περὶ τὴν ζώνην
                        περιβαλλόμενα, οὐχ οὕτως <pb n="124"/> ἰσχυρῶς ἔζωσται, ὡς οὐκ ἀναγκάσαι ἐς
                        τὸ ἄνω τὴν ζώνην ἐπανιέναι, <lb/>καὶ οὕτως ἀνάγκη ἂν εἴη πάντα χαλᾷν τὰ
                        ἐπιδέσματα. Ἄγχιστα <lb/>δ᾿ ἄν τις δοκέοι ποιέειν, καίπερ οὐ μεγάλα ποιέων,
                        εἰ τοῖσι μέν τισι <lb/>τῶν ὀθονίων περὶ τὴν ζώνην περιβάλλοι, τοῖσι δὲ
                        πλείστοισι τῶν <lb/>ὀθονίων τὴν ἀρχαίην ἐπίδεσιν ἐπιδέοι· οὕτω γὰρ ἂν
                        μάλιστα τὰ <lb/>ἐπιδέσματα μόνιμά τε εἴη, καὶ ἀλλήλοισι τιμωρίοι. Τὰ μὲν οὖν
                        <lb/>πλεῖσταεἴρηται, ἅσσα καταλαμβάνει τοὺς τὴν κληἵδα καταγνυμένους.
                        <lb/>Προσξυνιέναι δὲ καὶ τόδε χρὴ, ὅτι κληῒς ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ κατάγνυται,
                        <lb/>ὥστε τὸ μὲν ἀπὸ τοῦ στήθεος πεφυκὸς ὀστέον ἐς τὸ ἄνω μέρος
                        <lb/>ὑπερέχειν, τὸ δὲ ἀπὸ τῆς ἀκρωμίης πεφυκὸς ὀστέον ἐν τῷ κάτω <lb/>μέρει
                        εἶναι. Αἴτια δὲ τούτων τάδε, ὅτι τὸ μὲν στῆθος οὔτε κατωτέρω <lb/>ἂν πολὺ,
                        οὔτε ἀνωτέρω χωρήσειεν· σμικρὸς γὰρ ὁ κιγκλισμὸς <lb/>τοῦ ἄρθρου τοῦ ἐν τῷ
                        στήθεϊ· αὐτό τε γὰρ ἑωυτῷ ξυνεχές ἐστι <lb/>τὸ στήθος, καὶ τῇ ῥάχει· ἄγχιστα
                        μὴν ἡ κληῒς πρὸς τὸ τοῦ <lb/>ὤμου ἄρθρον πλοώδης ἐστίν· ἠνάγκασται γὰρ
                        πυκινοκίνητος εἶναι <pb n="126"/> διὰ τὴν τῆς ἀκρωμίης σύζευξιν. Ἄλλως τε,
                        ὅταν τρωθῇ, φεύγει ἐς <lb/>τὸ ἄνω μέρος τὸ πρὸς τῷ στήθει προσεχόμενον, καὶ
                        οὐ μάλα ἐς τὸ <lb/>κάτω μέρος ἀναγκάζεσθαι ἐθέλει· καὶ γὰρ πέφυκε κοῦφον,
                        καὶ <lb/>ἡ εὐρυχωρίη αὐτῷ ἄνω πλείων ἢ κάτω. Ὁ δὲ ὦμος, καὶ ὁ βραχίων,
                        <lb/>καὶ τὰ προσηρτημένα τούτοισιν εὐαπόλυτά ἐστιν ἀπὸ τῶν πλευρέων <lb/>καὶ
                        τοῦ στήθεος, καὶ διὰ τοῦτο δύναται καὶ ἀνωτέρω πολὺ <lb/>ἀνάγεσθαι καὶ
                        κατωτέρω· ὅταν οὖν καταγῇ ἡ κληῒς, τὸ πρὸς τῷ <lb/>ὤμῳ ὀστέον ἐς τὸ κατωτέρω
                        ἐπιῤῥέπει· ἐς τοῦτο γὰρ ἐπιφορώτερον <lb/>αὐτὸ ἅμα τῷ ὤμῳ καὶ τῷ βραχίονι
                        κάτω ῥέψαι μᾶλλον, ἢ <lb/>ἐς τὸ ἄνω. Ὁπότε οὖν ταῦτα τοιαῦτά ἐστιν,
                        ἀξυνετέουσιν ὅσοι τὸ <lb/>ὑπερέχον τοῦ ὀστέου ἐς τὸ κάτω καταναγκάσαι
                        οἴονται. Ἀλλὰ <lb/>δῆλον, ὅτι τὸ κάτω πρὸς τὸ ἄνω προσακτέον ἐστίν· τοῦτο
                        γὰρ ἔχει <lb/>κίνησιν, τοῦτο γάρ ἐστι καὶ τὸ ἀποστὰν ἀπὸ τῆς φύσιος. Δῆλον
                        οὖν, <lb/>ὅτι ἄλλως μὲν οὐδαμῶς ἐστιν ἀναγκάσαι τοῦτο (αἱ γὰρ ἐπιδέσιες
                        <lb/>οὐδέν τι μᾶλλον προσαναγκάζουσιν ἢ ἀπαναγκάζουσιν)· εἰ δέ τις <lb/>τὸν
                        βραχίονα πρὸς τῇσι πλευρῇσιν ἐόντα ἀναγκάζοι ὡς μάλιστα <lb/>ἄνω, ὡς ὅτι
                        ὀξύτατος ὁ ὦμος φαίνηται εἶναι, δῆλον ὅτι οὕτως ἂν <lb/>ἁρμοσθείη πρὸς τὸ
                        ὀστέον τὸ ἀπὸ τοῦ στήθεος πεφυκὸς, ὅθεν ἀπεσπάσθη. <lb/>Εἰ οὖν τις τῇ μὲν
                        ἐπιδέσει χρῷτο τῇ νομίμῃ τοῦ ταχέως ξυναλθεσθῆναι <lb/>εἵνεκα, ἡγήσαιτο δὲ
                        τἄλλα πάντα μάτην εἶναι παρὰ τὸ <lb/>σχῆμα τὸ εἰρημένον, ὀρθῶς τε ἂν ξυνίοι,
                        ἰητρεύοι τε ἂν τάχιστα <lb/>καὶ κάλλιστα. Κατακέεσθαι μέντοι τὸν ἄνθρωπον
                        μέγα τὸ διάφορόν <pb n="128"/> φορόν ἐστιν· καὶ ἡμέραι ἱκαναὶ
                        τεσσαρεσκαίδεκα, εἰ ἀτρεμέοι, <lb/>εἴκοσι δὲ πάμπολλαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Εἰ μέντοι τινὶ ἐπὶ τἀναντία ἡ κληῒς κατεαγείη, ὃ οὐ μάλα <lb/>γίνεται,
                        ὥστε τὸ μὲν ἀπὸ τοῦ στήθεος ὀστέον ὑποδεδυκέναι, τὸ δὲ ἀπὸ <lb/>τῆς ἀκρωμίης
                        ὀστέον ὑπερέχειν καὶ ἐποχέεσθαι ἐπὶ τοῦ ἑτέρου, <lb/>οὐδεμιῆς μεγάλης
                        ἰητρείης ταῦτά γ᾿ ἂν δέοιτο· αὐτὸς γὰρ ὁ ὦμος <lb/>ἀφιέμενος καὶ ὁ βραχίων
                        ἱδρύοι ἂν τὰ ὀστέα πρὸς ἄλληλα, καὶ <lb/>φαύλη ἄν τις ἐπίδεσις ἀρκέοι, καὶ
                        ὀλίγαι ἡμέραι τῆς πωρώσιος γένοιντ᾿ <lb/>ἄν. </p></div></div></body></text></TEI>