<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg010.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΑΡΘΡΩΝ</head><p>1. Ὤμου δὲ ἄρθρον ἕνα τρόπον οἶδα ὀλισθάνον, τὸν ἐς τὴν μασχάλην· <lb/>ἄνω δὲ
                        οὐδέποτε εἶδον, οὐδὲ ἐς τὸ ἔξω· οὐ μέντοι <lb/>διισχυριείω ἔγωγε, εἰ
                        ὀλισθάνοι ἂν, ἢ οὒ, καίπερ ἔχων περὶ αὐτοῦ <lb/>ὅ τι λέγω. Ἀτὰρ οὐδὲ ἐς τὸ
                        ἔμπροσθεν οὐδέπω ὄπωπα, ὅ τι <lb/>ἔδοξέ μοι ὠλισθηκέναι. Τοῖσι μέντοι
                        ἰητροῖσι δοκέει κάρτα ἐς τοὔμπροσθεν <lb/>ὀλισθάνειν, καὶ μάλιστα
                        ἐξαπατέονται ἐν τουτέοισιν, ὧν ἂν <lb/>φθίσις καταλάβῃ τὰς σάρκας τὰς περὶ
                        τὸ ἄρθρον τε καὶ τὸν βραχίονα· <lb/>φαίνεται γὰρ ἐν τοῖσι τοιουτέοισι
                        παντάπασιν ἡ κεφαλὴ τοῦ βραχίονος <lb/>ἐξέχουσα ἐς τοὔμπροσθεν. Καὶ ἔγωγέ
                        ποτε τὸ τοιοῦτον οὐ φὰς <lb/>ἐκπεπτωκέναι, ἤκουσα φλαύρως ὑπό τε τῶν ἰητρῶν,
                        ὑπό τε τῶν <lb/>δημοτέων, διὰ τοῦτο τὸ πρῆγμα· ἐδόκεον γὰρ αὐτοῖσιν
                        ἠγνοηκέναι <lb/>μοῦνος, οἱ δὲ ἄλλοι ἐγνωκέναι, καὶ οὗκ ἠδυνάμην αὐτοὺς
                        ἀναγνῶσαι, <pb n="80"/> εἰ μὴ μόλις, ὅτι τόδ᾿ ἐστὶ τοιόνδε· εἴ τις τοῦ
                        βραχίονος <lb/>ψιλώσειε μὲν τῶν σαρκέων τὴν ἐπωμίδα, ψιλώσειε δὲ ᾗ ὁ μῦς
                        <lb/>ἀνατείνει, ψιλώσειε δὲ τὸν τένοντα τὸν κατὰ τὴν μασχάλην καὶ τὴν
                        <lb/>κληῗδα πρὸς τὸ στῆθος ἔχοντα, φαίνοιτο ἂν ἡ κεφαλὴ τοῦ βραχίονος
                        <lb/>ἐς τοὔμπροσθεν ἐξέχουσα ἰσχυρῶς. καίπερ οὐκ ἐκπεπτωκυῖα· πέφυκε
                        <lb/>γὰρ ἐς τοὔμπροσθεν προπετὴς ἡ κεφαλὴ τοῦ βραχίονος· τὸ <lb/>δ᾿ ἄλλο
                        ὀστέον τοῦ βραχίονος ἐς τὸ ἔξω καμπύλον. Ὁμιλέει δὲ ὁ <lb/>βραχίων τῷ κοίλῳ
                        τῆς ὠμοπλάτης πλάγιος, ὅταν παρὰ τὰς πλευρὰς <lb/>παρατεταμένος ἔῃ· ὅταν
                        μέντοι ἐς τοὔμπροσθεν ἐκτανυσθῇ ἡ ξύμπασα <lb/>χεὶρ, τότε ἡ κεφαλὴ τοῦ
                        βραχίονος κατ᾿ ἴξιν τῆς ὠμοπλάτης <lb/>τῷ κοίλῳ γίνεται, καὶ οὐκ ἔτι ἐξέχειν
                        ἐς τοὔμπροσθεν φαίνεται. <lb/>Περὶ οὗ οὖν ὁ λόγος, οὐδέποτε εἶδον οὐδὲ ἐς
                        τοὔμπροσθεν ἐκπεσόν· <lb/>οὐ μὴν ἰσχυριείω γε οὐδὲ περὶ τούτου, εἰ μὴ
                        ἐκπέσοι ἂν οὕτως, <lb/>ἢ οὔ. Ὅταν οὖν ἐκπέσῃ ὁ βραχίων ἐς τὴν μασχάλην, ἅτε
                        πολλοῖσιν <lb/>ἐκπίπτοντος, πολλοὶ ἐπίστανται ἐμβάλλειν· εὐπαίδευτον δέ ἐστι
                        <lb/>τὸ εἰδέναι πάντας τοὺς τρόπους, οἷσιν οἱ ἰητροὶ ἐμβάλλουσι, καὶ <lb/>ὡς
                        ἄν τις αὐτοῖσι τοῖσι τρόποισι τούτοισι κάλλιστα χρῷτο. Χρέεσθαι <lb/>δὲ χρὴ
                        τῷ κρατίστῳ τῶν τρόπων, ἢν τὴν ἰσχυροτάτην ἀνάγκην <lb/>ὁρᾷς· κράτιστος δὲ ὁ
                        ὕστατος γεγραψόμενος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Ὅσοισι μὲν οὖν πυκινὰ ἐκπίπτει ὁ ὦμος, ἱκανοὶ ὡς ἐπὶ τὸ <pb n="82"/>
                        πλεῖστον αὐτοὶ σφίσιν αὐτοῖσιν ἐμβάλλειν εἰσίν· ἐνθέντες γὰρ τῆς <lb/>ἑτέρης
                        χειρὸς τοὺς κονδύλους ἐς τὴν μασχάλην, ἀναγκάζουσιν ἄνω <lb/>τὸ ἄρθρον, τὸν
                        δὲ ἀγκῶνα παράγουσιν ἐπὶ τὸ στῆθος. Τὸν αὐτὸν δὲ <lb/>τρόπον τοῦτον καὶ ὁ
                        ἰητρὸς ἂν ἐμβάλλοι, εἰ αὐτὸς μὲν ὑπὸ τὴν μασχάλην <lb/>ἐσωτέρω τοῦ ἄρθρου
                        τοῦ ἐκπεπτωκότος ὑποτείνας τοὺς <lb/>δακτύλους, ἀπαναγκάζοι ἀπὸ τῶν
                        πλευρέων, ἐμβάλλων τὴν ἑωυτοῦ <lb/>κεφαλὴν ἐς τὸ ἀκρώμιον, ἀντερείσιος
                        ἕνεκα, τοῖσι δὲ γούνασι παρὰ <lb/>τὸν ἀγκῶνα ἐς τὸν βραχίονα ἐμβάλλων,
                        ἀντωθέοι πρὸς τὰς πλευράς· <lb/>ξυμφέρει δὲ κρατερὰς τὰς χεῖρας ἔχειν τὸν
                        ἐμβάλλοντα. Ἢ <lb/>αὐτὸς μὲν τῇσι χερσὶ καὶ τῇ κεφαλῇ οὕτω ποιοίη, ἄλλος δέ
                        τις τὸν <lb/>ἀγκῶνα παράγοι παρὰ τὸ στῆθος. Ἐστὶ δὲ ἐμβολὴ ὤμου, καὶ ἐς
                        <lb/>τοὐπίσω ὑπερβάλλοντα τὸν πῆχυν ἐπὶ τὴν ῥάχιν, ἔπειτα τῇ μὲν <lb/>ἑτέρῃ
                        χειρὶ ἀνακλᾷν ἐς τὸ ἄνω τοῦ ἀγκῶνος ἐχόμενον, τῇ δὲ ἑτέρῃ <lb/>παρὰ τὸ
                        ἄρθρον ὄπισθεν ἐρείδειν. Αὕτη ἡ ἐμβολὴ, καὶ ἡ πρόσθεν <lb/>εἰρημένη, οὐ κατὰ
                        φύσιν ἐοῦσαι, ὅμως ἀμφισφάλλουσαι τὸ ἄρθρον, <lb/>ἀναγκάζουσιν ἐμπίπτειν.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Οἱ δὲ τῇ πτέρνῃ πειρώμενοι ἐμβάλλειν, ἐγγύς τι τοῦ κατὰ <lb/>φύσιν
                        ἀναγκάζουσιν· χρὴ δὲ τὸν μὲν ἄνθρωπον χαμαὶ κατακλῖναι <lb/>ὕπτιον, τὸν δὲ
                        ἐμβάλλοντα χαμαὶ ἵζεσθαι ἐφ᾿ ὁκότερα ἂν τὸ ἄρθρον <lb/>ἐκπεπτώκῃ· ἔπειτα
                        λαβόμενον τῇσι χερσὶ τῇσιν ἑωυτέου τῆς χειρὸς <lb/>τῆς σιναρῆς, κατατείνειν
                        αὐτὴν, τὴν δὲ πτέρνην ἐς τὴν μασχάλην <pb n="84"/> ἐμβάλλοντα ἀντωθέειν, τῇ
                        μὲν δεξιῇ ἐς τὴν δεξιὴν, τῇ δὲ <lb/>ἀριστερῇ ἐς τὴν ἀριστερήν. Δεῖ δὲ ἐς τὸ
                        κοῖλον τῆς μασχάλης <lb/>ἐνθεῖναι στρογγύλον τι ἐναρμόσσον· ἐπιτηδειόταται
                        δὲ αἱ πάνυ σμικραὶ <lb/>σφαῖραι καὶ σκληραὶ, οἷαι ἐκ τῶν πολλῶν σκυτέων
                        ῥάπτονται· <lb/>ἢν γὰρ μή τι τοιοῦτον ἐγκέηται, οὐ δύναται ἡ πτέρνη
                        ἐξικνέεσθαι <lb/>πρὸς τὴν κεφαλὴν τοῦ βραχίονος· κατατεινομένης γὰρ <lb/>τῆς
                        χειρὸς, κοιλαίνεται ἡ μασχάλη· οἱ γὰρ τένοντες οἱ ἔνθεν καὶ <lb/>ἔνθεν τῆς
                        μασχάλης, ἀντισφίγγοντες, ἐναντίοι εἰσίν. Χρὴ δέ <lb/>τινα ἐπὶ θάτερα τοῦ
                        κατατεινομένου καθήμενον κατέχειν κατὰ <lb/>τὸν ὑγιέα ὦμον, ὡς μὴ
                        περιέλκηται τὸ σῶμα, τῆς χειρὸς τῆς <lb/>σιναρῆς ἐπὶ θάτερα τεινομένης·
                        ἔπειτα ἱμάντος μαλθακοῦ πλάτος <lb/>ἔχοντος ἱκανὸν, ὅταν ἡ σφαίρη ἐντεθῇ ἐς
                        τὴν μασχάλην, περὶ τὴν <lb/>σφαίρην περιβεβλημένου τοῦ ἱμάντος, καὶ
                        κατέχοντος, λαβόμενον <lb/>ἀμφοτερέων τῶν ἀρχέων τοῦ ἱμάντος,
                        ἀντικατατείνειν τινὰ, <lb/>ὑπὲρ κεφαλῆς τοῦ κατατεινομένου καθήμενον, τῷ
                        ποδὶ προσβάντα <lb/>πρὸς τοῦ ἀκρωμίου τὸ ὀστέον. Ἡ δὲ σφαίρη ὡς ἐσωτάτω καὶ
                        <lb/>ὡς μάλιστα πρὸς τῶν πλευρέων κείσθω, καὶ μὴ ἐπὶ τῇ κεφαλῇ <lb/>τοῦ
                        βραχίονος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Ἔστι δὲ καὶ ἄλλη ἐμβολὴ, ᾗ κατωμίζουσιν ἐς ὀρθόν· <lb/>μείζω μέντοι εἶναι
                        χρὴ τὸν κατωμίζοντα, διαλαβόντα δὲ τὴν χεῖρα, <lb/>ὑποθεῖναι τὸν ὦμον τὸν
                        ἑωυτοῦ ὑπὸ τὴν μασχάλην ὀξύν· κἄπειτα <pb n="86"/> ὑποστρέψαι, ὡς ἂν
                        ἐνίζηται ἕδρῃ, οὕτω στοχασάμενον <lb/>ὅκως ἀμφὶ τὸν ὦμον τὸν ἑωυτοῦ κρεμάσαι
                        τὸν ἄνθρωπον κατὰ <lb/>τὴν μασχάλην· αὐτὸς δὲ ἑωυτὸν ὑψηλότερον ἐπὶ τοῦτον
                        τὸν <lb/>ὦμον ποιεέτω, ἢ ἐπὶ τὸν ἕτερον· τοῦ δὲ κρεμαμένου τὸν βραχίονα
                        <lb/>πρὸς τὸ ἑωυτοῦ στῆθος προσαναγκαζέτω ὡς τάχιστα· ἐν <lb/>τούτῳ δὲ τῷ
                        σχήματι προσανασειέτω, ὁκόταν μετεωρίσῃ τὸν ἄνθρωπον, <lb/>ὡς ἀντιῤῥέποι τὸ
                        ἄλλο σῶμα αὐτῷ, ἀντίον τοῦ βραχίονος τοῦ <lb/>κατεχομένου· ἢν δὲ ἄγαν κοῦφος
                        ἔῃ ὁ ἄνθρωπος, προσεπικρεμασθήτω <lb/>τούτου ὄπισθέν τις κοῦφος παῖς. Αὗται
                        δὲ αἱ ἐμβολαὶ πᾶσαι κατὰ <lb/>παλαίστρην εὔχρηστοί εἰσιν, ὅτι οὐδὲν ἀλλοίων
                        ἀρμένων δέονται <lb/>ἐπεισενεχθῆναι· χρήσαιτο δ᾿ ἄν τις καὶ ἄλλοθι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Ἀτὰρ καὶ οἱ περὶ τὸ ὕπερον ἀναγκάζοντες, ἐγγύς τι τοῦ <lb/>κατὰ φύσιν
                        ἐμβάλλουσιν· χρὴ δὲ τὸ μὲν ὕπερον κατειλίχθαι ταινίῃ <lb/>τινὶ μαλθακῇ
                        (ἧσσον γὰρ ἂν ὑπολισθάνοι), ὑπηναγκάσθαι δὲ μεσηγὺ <lb/>τῶν πλευρέων καὶ τῆς
                        κεφαλῆς τοῦ βραχίονος· καὶ ἢν μὲν <lb/>βραχὺ ἔῃ τὸ ὕπερον, καθῆσθαι χρὴ τὸν
                        ἄνθρωπον ἐπί τινος, ὡς μόλις <pb n="88"/> τὸν βραχίονα περιβάλλειν δύνηται
                        περὶ τὸ ὕπερον· μάλιστα δὲ <lb/>ἔστω μακρότερον τὸ ὕπερον, ὡς ἂν ἑστεὼς ὁ
                        ἄνθρωπος κρέμασθαι <lb/>μικροῦ δέῃ ἀμφὶ τῷ ξύλῳ. Κἄπειτα ὁ μὲν βραχίων καὶ ὁ
                        πῆχυς <lb/>παρατεταμένος παρὰ τὸ ὕπερον ἔστω, τὸ δὲ ἐπὶ θάτερα τοῦ σώματος
                        <lb/>καταταγκαζέτω τις, περιβάλλων κατὰ τὸν αὐχένα παρὰ τὴν <lb/>κληῗδα τὰς
                        χεῖρας. Αὕτη ἡ ἐμβολὴ κατὰ φύσιν ἐπιεικέως ἐστὶ, καὶ <lb/>ἐμβάλλειν δύναται,
                        ἢν χρηστῶς σκευάσωνται αὐτήν. </p></div></div></body></text></TEI>