<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Ἐπὴν δὲ τριταῖος γένηται, ἑβδομαῖος δὲ ἀπὸ τῆς πρώτης <lb/>ἐπιδέσιος, ἢν
                        ὀρθῶς ἐπιδέηται, τὸ μὲν οἴδημα ἐν ἄκρῃ τῇ <lb/>χειρὶ ἔσται, οὐδὲ τοῦτο λίην
                        μέγα· τὸ δ᾿ ἐπιδεόμενον χωρίον ἐν <lb/>πάσῃσι τῇσιν ἐπιδέσεσιν ἐπὶ τὸ
                        λεπτότερον καὶ ἰσχνότερον εὑρεθήσεται, <lb/>ἐν δὲ τῇ ἑβδόμῃ καὶ πάνυ λεπτὸν,
                        καὶ τὰ ὀστέα τὰ κατεηγότα <lb/>ἐπὶ μᾶλλον κινεύμενα καὶ εὐπαράγωγα ἐς
                        κατόρθωσιν. Καὶ ἢν ᾖ <lb/>ταῦτα τοιαῦτα, κατορθωσάμενον χρὴ ἐπιδῆσαι ὡς ἐς
                        νάρθηκας, <lb/>ὀλίγῳ μᾶλλον πιέσαντα, ἢ τὸ πρότερον, ἢν μὴ πόνος τις πλείων
                        <lb/>ᾖ ἀπὸ τοῦ οἰδήματος τοῦ ἐν ἄκρῃ τῇ χειρί. Ἐπὴν δὲ ἐπιδήσῃς <lb/>τοῖσιν
                        ὀθονίοισι, τοὺς νάρθηκας περιθεῖναι χρὴ καὶ περιλαβεῖν ἐν <lb/>τοῖσι
                        δεσμοῖσιν ὡς χαλαρωτάτοισιν, ὁκόσον ἠρεμέειν, ὥστε μηδὲν <lb/>ξυμβάλλεσθαι
                        ἐς τὴν πίεξιν τῆς χειρὸς τὴν τῶν ναρθήκων πρόσθεσιν. <pb n="438"/> Μετὰ δὲ
                        ταῦτα, ὅ τε πόνος, αἵ τε ῥᾳστῶναι αἱ αὐταὶ γινέσθωσαν, <lb/>αἵ περ καὶ ἐν
                        τῇσι πρώτῃσι περιόδοισι τῶν ἐπιδεσίων. <lb/>Ἐπὴν δὲ τριταῖος ἐὼν φῇ χαλαρὸν
                        εἶναι, τότ᾿ ἔπειτα χρὴ τοὺς <lb/>νάρθηκας ἐρείσασθαι, μάλιστα μὲν κατὰ τὸ
                        κάτηγμα, ἀτὰρ καὶ <lb/>τἄλλα, κατὰ λόγον, ᾗπερ καὶ ἡ ἐπίδεσις ἐχάλα μᾶλλον ἢ
                        ἐπίεζεν. <lb/>Παχύτατον δὲ χρὴ εἶναι τὸν νάρθηκα, ᾗ ἐξέστη τὸ κάτηγμα,
                        <lb/>μὴ μὴν πολλῷ. Ἐπιτηδεύειν δὲ χρὴ μάλιστα μὲν κατ᾿ ἰθυωρίην <lb/>τοῦ
                        μεγάλου δακτύλου, ὡς μὴ κείσηται ὁ νάρθηξ, ἀλλὰ τῇ ἢ τῇ, <lb/>μηδὲ κατὰ τὴν
                        τοῦ σμικροῦ ἰθυωρίην ᾗ τὸ ὀστέον ὑπερέχει ἐν τῷ <lb/>καρπῷ, ἀλλὰ τῇ ἢ τῇ. Ἢν
                        δὲ ἄρα πρὸς τὸ κάτηγμα ξυμφέρῃ <lb/>κεῖσθαι κατὰ ταῦτά τινας τῶν ναρθήκων,
                        βραχυτέρους αὐτοὺς χρὴ <lb/>τῶν ἄλλων ποιέειν, ὡς μὴ ἐξικνέωνται πρὸς τὰ
                        ὀστέα τὰ ὑπερέχοντα <lb/>παρὰ τὸν καρπόν· κίνδυνος γὰρ ἑλκώσιος, καὶ νεύρων
                        <lb/>ψιλώσιος. Χρὴ δὲ διὰ τρίτης ἐρείδειν τοῖσι νάρθηξι πάνυ ἡσυχῇ,
                        <lb/>οὕτω τῇ γνώμῃ ἔχοντα, ὡς οἱ νάρθηκες φυλακῆς εἵνεκα τῆς <lb/>ἐπιδέσιος
                        προσκέωνται, ἀλλ᾿ οὐ τῆς πιέξιος εἵνεκεν ἐπιδέωνται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ἢν μὲν οὖν εὖ εἰδῇς ὅτι ἱκανῶς τὰ ὀστέα ἀπίθυνται ἐν <lb/>τῇσι προτέρῃσιν
                        ἐπιδέσεσι, καὶ μήτε κνησμοί τινες λυπέωσι, <lb/>μήτε τις ἕλκωσις μηδεμία
                        ὑποπτεύηται εἶναι, ἐᾷν χρὴ <pb n="440"/> ἐπιδεδέσθαι ἐν τοῖσι νάρθηξιν, ἔστ᾿
                        ἂν ὑπὲρ εἴκοσιν ἡμέρας γίνηται. <lb/>Ἐν τριήκοντα δὲ μάλιστα τῇσι ξυμπάσῃσι
                        κρατύνεται <lb/>ὀστέα τὰ ἐν τῷ πήχει τὸ ἐπίπαν· ἀτρεκὲς δὲ οὐδέν· μάλα
                        <lb/>γὰρ καὶ φύσις φύσιος, καὶ ἡλικίη ἡλικίης διαφέρει. Ἐπὴν <lb/>δὲ λύσῃς,
                        ὕδωρ θερμὸν καταχέαι χρὴ, καὶ μετεπιδῆσαι, <lb/>ἧσσον μὲν ὀλίγῳ πιέσαντα, ἢ
                        τὸ πρόσθεν, ἐλάσσοσι δὲ τοῖσιν ὀθονίοισιν, <lb/>ἢ τὸ πρότερον· καὶ ἔπειτα
                        διὰ τρίτης ἡμέρης λύσαντα <lb/>ἐπιδεῖν, ἐπὶ μὲν ἧσσον πιέζοντα, ἐπὶ δὲ
                        ἐλάσσοσι τοῖσιν ὀθονίοισιν. <lb/>Ἐπὴν δὲ, ὅταν τοῖσι νάρθηξι δεθῇ, ὑποπτεύῃς
                        τὰ ὀστέα μὴ <lb/>ὀρθῶς κεῖσθαι, ἢ ἄλλο τι ὀχλέῃ τὸν τετρωμένον, λῦσαι ἐν τῷ
                        <lb/>ἡμίσει τοῦ χρόνου, ἢ ὀλίγῳ πρόσθεν, καὶ αὖθις μετεπιδῆσαι. <lb/>Δίαιτα
                        δὲ τουτέοισιν, οἷσιν ἂν μὴ ἕλκεα ἐξ ἀρχῆς γένηται, ἢ ὀστέα <lb/>ἔξω ἐξίσχῃ,
                        ἀρχέει ὑποφαύλη· ἐνδεέστερον δὲ χρὴ διαιτᾷν <lb/>ἄχρις ἡμερέων δέκα, ἅτε ἤδη
                        καὶ ἐλινύοντας· καὶ ὄψοισιν <lb/>ἁπαλοῖσι χρῆσθαι, ὁκόσα τῇ διεξόδῳ
                        μετριότητα παρασχήσει· <lb/>οἴνου δὲ καὶ κρεηφαγίης ἀπέχεσθαι· ἔπειτα μέντοι
                        ἐκ προσαγωγῆς <pb n="442"/> ἀνακομίζεσθαι. οὕτος ὁ λόγος ὥσπερ νόμος κεῖται
                        δίκαιος περὶ κατηγμάτων <lb/>ἰήσιος, ὥστε χειρίζειν χρὴ, καὶ ὥστε ἀποβαίνει
                        ἀπὸ τῆς <lb/>δικαίης χειρίξιος· ὅ τι δ᾿ ἂν μὴ οὕτως ἀποβαίνῃ, εἰδέναι χρὴ
                        <lb/>ὅτι ἐν τῇ χειρίξει τι ἐνδεὲς πεποίηται, ἢ πεπλεόνασται. Ἔτι δὲ
                        <lb/>τάδε χρὴ προσξυνιέναι ἐν τούτῳ τῷ ἁπλῷ τρόπῳ, ἃ οὐ κάρτα ἐπιμελέονται
                        <lb/>οἱ ἰητροὶ, καίτοι πᾶσαν μελέτην καὶ πᾶσαν ἐπίδεσιν οἶά <lb/>τε
                        διαφθείρειν ἐστὶ, μὴ ὀρθῶς ποιεύμενα· ἢν γὰρ τὰ μὲν ὀστέα ἄμφω <lb/>κατηγῇ,
                        ἢ τὸ κάτω μοῦνον, ὁ δὲ ἐπιδεδεμίνος ἐν ταινίῃ τινὶ <lb/>τὴν χεῖρα ἔχῃ
                        ἀναλελαμμένην, τυγχάνῃ δὲ ἡ ταινίη κατὰ τὸ <lb/>κάτηγμα πλείστη ἐοῦσα, ἔνθεν
                        δὲ καὶ ἔνθεν ἡ χεὶρ ἀπαιωρέηται, <lb/>τοῦτον ἀνάγκη τὸ ὀστέον εὑρεθῆναι
                        διεστραμμένον ἔχοντα πρὸς τὸ <lb/>ἄνω μέρος· ἢν δὲ, κατεηγότων τῶν ὀστέων
                        οὕτως, ἄκρην τε τὴν <lb/>χεῖρα ἐν τῇ ταινίῃ ἔχῃ καὶ παρὰ τὸν ἀγκῶνα, ὁ δὲ
                        ἄλλος <lb/>πῆχυς μὴ μετέωρος ἔῃ, οὗτος εὁρεθήσεται τὸ ὀστέον ἐς <lb/>τὸ κάτω
                        μέρος διεστραμμένον ἔχων. Χρὴ οὖν ἐν ταινίῃ <lb/>πλάτος ἐχούσῃ, μαλθακῇ, τὸ
                        πλεῖστον τοῦ πήχεος καὶ τὸν καρπὸν τῆς <lb/>χειρὸς ὁμαλῶς αἰωρέεσθαι. </p></div><pb n="444"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ἢν δὲ ὁ βραχίων καταγῇ, ἢν μέν τις ἀποτανύσας τὴν <lb/>χεῖρα ἐν τουτέῳ τῷ
                        σχήματι διατείνῃ, ὁ μῦς τοῦ βραχίονος κατατεταμένος <lb/>ἐπιδεθήσεται· ἐπὴν
                        δ᾿ ἐπιδεθεὶς ξυγκάμψῃ τὸν <lb/>ἀγκῶνα, ὁ μῦς τοῦ βραχίονος ἄλλο σχῆμα
                        σχήσει. Δικαιοτάτη <lb/>οὖν βραχίονος κατάτασις ἥδε· ξύλον πηχυαῖον ἢ ὀλίγῳ
                        βραχύτερον, <lb/>ὁκοῖοι οἱ στειλαιοί εἰσι τῶν σκαφίων, κρεμάσαι <lb/>χρὴ,
                        ἔνθεν καὶ ἔνθεν σειρῇ δήσαντα· καθίσαντα δὲ τὸν ἄνθρωπον <lb/>ἐπὶ ὑψηλοῦ
                        τινος, τὴν χεῖρα ὑπερεῖσθαι, ὡς ὑπὸ τῇ <lb/>μασχάλῃ γένηται ὁ στειλαιὸς ἔχων
                        ξυμμέτρως, ὥστε μόλις <lb/>δύνασθαι καθίννυσθαι τὸν ἄνθρωπον, σμικροῦ δέοντα
                        μετέωρον <lb/>εἶναι· ἔπειτα θέντα τι ἄλλο ἔφεδρον, καὶ ὑποθέντα σκύτινον
                        <lb/>ὑποκεφάλαιον, ἢ ἓν ἢ πλείω ὅκως ξυμμέτρως σχοίη ὕψεος <lb/>τοῦ πήχεος
                        πλαγίου πρὸς ὀρθὴν γωνίην. Ἄριστον μὲν σκύτος <lb/>πλατὺ καὶ μαλθακὸν, ἢ
                        ταινίην πλατέην ἀμφιβάλλοντα, <lb/>τῶν μεγάλων τι σταθμίων ἐξαρτῆσαι, ὅ τι
                        μετρίως ἕξει κατατείνειν· <lb/>εἰ δὲ μὴ, τῶν ἀνδρῶν ὅστις ἐῤῥωμένος, ἐν
                        τούτῳ τῷ <lb/>σχήματι τοῦ πήχεος ἐόντος, παρὰ τὸν ἀγκῶνα καταναγκαζέτω <pb n="446"/> ἐς τὸ κάτω. Ὁ δὲ ἰητρὸς ὀρθὸς μὲν ἐὼν χειριζέτω, τὸν ἕτερον
                        <lb/>πόδα ἐπὶ ὑψηλοτέρου τινὸς ἔχων, κατορθώσας δὲ τοῖσι θέναρσι τὸ
                        <lb/>ὀστέον· ῥηϊδίως δὲ κατορθώσεται· ἀγαθὴ γὰρ ἡ κατάστασις, ἤν τις
                        <lb/>καλῶς παρασκευάσηται. Ἔπειτα ἐπιδείτω, τάς τε ἀρχὰς βαλλόμενος <lb/>ἐπὶ
                        τὸ κάτηγμα, καὶ τἄλλα πάντα ὥσπερ πρότερον παρῃνέθη, <lb/>χειριζέτω· καὶ
                        ἐρωτήματα ταὐτὰ ἐρωτάτω· καὶ σημείοισι <lb/>χρήσθω τοῖσιν αὐτέοισιν, εἰ
                        μετρίως ἔχει, ἢ οὔ· καὶ διὰ <lb/>τρίτης ἐπιδείτω, καὶ ἐπὶ μᾶλλον πιεζέτω·
                        καὶ ἑβδομαῖον ἢ <lb/>ἐναταῖον ἐν νάρθηξι δησάτω [, ἔστ᾿ ἂν ὑπὲρ τριήκοντα
                        ἡμέρας <lb/>γίνηται]. Καὶ ἢν ὑποπτεύσῃ μὴ καλῶς κεῖσθαι τὸ ὀστέον,
                        <lb/>μεσηγὺ τουτέου τοῦ χρόνου λυσάτω, καὶ εὐτεθισάμενος μετεπιδησάτω.
                        <lb/>Κρατύνεται δὲ μάλιστα βραχίονος ὀστέον ἐν τεσσαράκοντα <lb/>ἡμέρῃσιν.
                        Ἐπὴν δὲ ταύτας ὑπερβάλῃ, λύειν χρὴ, καὶ <lb/>ἐπὶ ἧσσον πιέζειν τοῖσιν
                        ὀθονίοισι, καὶ ἐπὶ ἐλάσσοσιν ἐπιδεῖν. <lb/>Δίαιταν δὲ ἀκριβεστέρην τινὰ ἢ τὸ
                        πρότερον διαιτᾷν, καὶ πλείω <lb/>χρόνον· τεκμαίρεσθαι δὲ πρὸς τοῦ οἰδήματος
                        τοῦ ἐν ἄκρῃ τῇ χειρὶ, <pb n="448"/> τὴν ῥώμην ὁρέων. Προσξυνιέναι δὲ χρὴ καὶ
                        τάδε, ὅτι ὁ βραχίων <lb/>κυρτὸς πέφυκεν ἐς τὸ ἔξω μέρος· ἐς τοῦτο τοίνυν τὸ
                        μέρος διαστρέφεσθαι <lb/>φιλέει, ἐπὴν μὴ καλῶς ἰητρεύηται· ἀτὰρ καὶ τἄλλα
                        <lb/>πάντα ὀστέα, ἐς ὅπερ πέφυκε διεστραμμένα, ἐς τοῦτο καὶ ἰητρευόμενα
                        <lb/>φιλέει διαστρέφεσθαι, ἐπὴν κατεαγῇ. Χρὴ τοίνυν, ἐπὴν <lb/>τοιοῦτό τι
                        ὑποπτεύηται, ταινίῃ πλατείῃ προσεπιλαμβάνειν τὸν <lb/>βραχίονα κύκλῳ περὶ τὸ
                        στῆθος περιδέοντα· καὶ ἐπὴν ἀναπαύεσθαι <lb/>μέλλῃ, μεσηγὺ τοῦ ἀγκῶνος καὶ
                        τῶν πλευρέων <lb/>σπλῆνά τινα πουλύπτυχον πτύξαντα ὑποτιθέναι, ἢ ἄλλο τι ὃ
                        <lb/>τουτέῳ ἔοικεν· οὕτω γὰρ ἂν ἰθὺ τὸ κύρτωμα τοῦ ὀστέου γένοιτο·
                        <lb/>φυλάσσεσθαι μέντοι χρὴ, ὅπως μὴ ᾖ ἄγαν ἐς τὸ ἔσω <lb/>μέρος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ποὺς δὲ ἀνθρώπου ἐκ πολλῶν καὶ μικρῶν ὀστέων ξύγκειται, <lb/>ὥσπερ χεὶρ
                        ἄκρη. Κατάγνυται μὲν οὐ πάνυ τι ταῦτα <lb/>τὰ ὀστέα, ἢν μὴ ξὺν τῷ χρωτὶ
                        τιτρωσκομένῳ ὑπὸ ὀξέος τινὸς <lb/>ἢ βαρέος· τὰ μὲν οὖν τιτρωσκόμενα, ἐν
                        ἑλκωσίων μέρει εἰρήσεται, <lb/>ὡς χρὴ ἰητρεύειν. Ἢν δέ τι κινηθῇ ἐκ τῆς
                        χώρης, ἢ τῶν <lb/>δακτύλων ἄρθρον, ἢ ἄλλο τι τῶν ὀστέων τοῦ ταρσοῦ
                        καλεομένου, <lb/>ἀναγκάζειν μὲν χρὴ ἐς τὴν ἑωυτοῦ χώρην ἕκαστον, ὥσπερ <pb n="450"/> καὶ τὰ ἐν τῇ χειρὶ εἴρηται· ἰητρεύειν δὲ κηρωτῇ καὶ σπλήνεσι
                        καὶ <lb/>ὀθονίοισιν, ὥσπερ καὶ τὰ κατήγματα, πλὴν τῶν ναρθήκων, τὸν <lb/>μὲν
                        αὔτὸν τρόπον πιεζεῦντα, διὰ τρίτης δὲ ἐπιδέοντα· ὑποκρινέσθω <lb/>δὲ ὁ
                        ἐπιδεόμενος παραπλήσια, οἷά περ καὶ ἐν τοῖσι κατήγμασι, <lb/>καὶ περὶ τοῦ
                        πεπιέχθαι, καὶ περὶ τοῦ χαλᾷν. Ὑγιέα δὲ γίνεται <lb/>ἐν εἴκοσιν ἡμέρῃσι
                        τελέως ἅπαντα, πλὴν ὁκόσα κοινωνέει τοῖσι τῆς <lb/>κνήμης ὀστέοισι· καὶ
                        αὐτέῃ τῇ ἴξει. Ξυμφέρει δὲ κατακεῖσθαι <lb/>τοῦτον τὸν χρόνον· ἀλλὰ γὰρ οὐ
                        τολμέουσιν ὑπερορῶντες τὸ <lb/>νόσημα, ἀλλὰ περιέρχονται, πρὶν ὑγιέες
                        γενέσθαι. Διὰ τοῦτο <lb/>καὶ οἱ πλεῖστοι οὐκ ἐξυγιαίνουσι τελέως. Ἀλλὰ
                        πολλάκις αὐτοὺς ὁ <lb/>πόνος ὑπομιμνήσκει· εἰκότως· ὅλον γὰρ τὸ ἄχθος τοῦ
                        σώματος οἱ πόδες <lb/>ὀχέουσιν. Ὁκόταν οὖν μήπω ὑγιέες ἐόντες ὁδοιπορέωσι,
                        φλαύρως <lb/>ξυναλθάσσεται τὰ ἄρθρα τὰ κινηθέντα· διὰ τοῦτο ἄλλοτε <lb/>καὶ
                        ἄλλοτε ὁδοιπορέοντες ὀδυνῶνται τὰ πρὸς τῇ κνήμῃ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Τὰ δὲ κοινωνέοντα τοῖσι τῆς κνήμης ὀστέοισι μείζω τε <lb/>τῶν ἑτέρων
                        ἐστὶ, καὶ κινηθέντων τούτων πουλυχρονιωτέρη ἡ <lb/>ἄλθεξις. Ἴησις μὲν οὖν ἡ
                        αὐτή· ὀθονίοισι δὲ πλείοσι <pb n="452"/> χρέεσθαι, καὶ σπλήνεσιν· καὶ ἐπὶ
                        πᾶν ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐπιδέειν· <lb/>πιέζειν δὲ, ὥσπερ καὶ τἄλλα πάντα, ταύτῃ
                        μάλιστα ᾗ <lb/>ἐκινήθη, καὶ τὰς πρώτας περιβολὰς τῶν ὀθονίων κατὰ ταῦτα
                        <lb/>ποιέεσθαι. Ἐν δὲ ἑκάστῃ τῶν ἀπολυσίων ὕδατι πολλῷ θερμῷ <lb/>χρέεσθαι·
                        ἐν πᾶσι δὲ πολλὸν ὕδωρ θερμὸν καταχέειν τοῖσι κατ᾿ <lb/>ἄρθρα σίνεσιν. Αἱ δὲ
                        πιέξιες καὶ αἱ χαλάσιες ἐν τοῖσιν αὐτέοισι <lb/>χρόνοισι τὰ αὐτὰ σημεῖα
                        δεικνυόντων, ἅπερ ἐπὶ τοῖσι πρόσθεν· <lb/>καὶ τὰς μετεπιδέσιας ὡσαύτως χρὴ
                        ποιέεσθαι. Ὑγιέες δὲ τελέως <lb/>οὗτοι γίνονται ἐν τεσσαράκοντα ἡμέρῃσι
                        μάλιστα, ἢν τολμέωσι <lb/>κατακεῖσθαι· ἢν δὲ μὴ, πάσχουσι ταῦτα ἃ καὶ
                        πρότερον, καὶ <lb/>ἐπὶ μᾶλλον. </p></div></div></body></text></TEI>