<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="46"><p>46. Ἒστι δ᾿ ὅτε αὐτὴ ἡ κεφαλὴ τοῦ βραχίονος κατὰ τὴν ἐπίφυσιν <pb n="558"/>
                        κατάγνυται· τοῦτο δὲ δοκέον κακοσινώτερον εἶναι πολλῷ, <lb/>πολλῷ τινι
                        εὐηθέστερον τῶν κατ᾿ ἀγκῶνα σινέων ἐστίν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="47"><p>47. Ὡς μὲν οὖν ἕκαστα τῶν ὀλισθημάτων ἁρμόσσει μάλιστα <lb/>ἰητρεύειν,
                        γέγραπται, καὶ ὅτι παραχρῆμα ἐμβάλλειν μάλιστα ἄρθρον <lb/>ξυμφέρει διὰ τὸ
                        τάχος τῆς φλεγμονῆς τῶν νεύρων. Καὶ γὰρ <lb/>ἢν ἐκπεσόντα αὐτίκα ἐμπέσῃ,
                        ὅμως φιλέει τὰ νεῦρα ξύντασιν ποιέεσθαι, <lb/>καὶ κωλύειν ἐπὶ ποσὸν χρόνον
                        τήν τε ἔκτασιν ὅσην περ <lb/>φιλέει ποιέεσθαι, τήν τε ξύγκαμψιν. Ἰητρεύειν
                        δὲ πάντα παραπλησίως <lb/>ταῦτα ξυμφέρει, καὶ ὁκόσα ἀπάγνυται, καὶ ὁκόσα
                        <lb/>διίσταται, καὶ ὁκόσα ὀλισθάνει· πάντα γὰρ χρὴ ὀθονίοισι πολλοῖσι
                        <lb/>καὶ σπλήνεσι καὶ κηρωτῇ ἰητρεύειν, ὥσπερ καὶ τἄλλα <lb/>κατήγματα. Τὸ
                        δὲ σχῆμα τοῦ ἀγκῶνος ἐν τούτοισι παντάπασι <lb/>δεῖ τοιοῦτον ποιέεσθαι, οἷόν
                        περ οἷσι βραχίων ἐπεδεῖτο καταγεὶς, <lb/>καὶ πῆχυς. Κοινότατον μὲν γὰρ πᾶσι
                        τοῖσιν ὀλισθήμασι καὶ <lb/>τοῖσι κινήμασι καὶ τοῖσι κατήγμασι τοῦτο τὸ σχῆμά
                        ἐστιν· κοινότατον <lb/>δὲ πρὸς τὴν ἔπειτα διάτασιν, καὶ τὸ ἐκτανύειν ἕκαστα,
                        καὶ ξυγκάμπτειν· <lb/>ἐντεῦθεν γὰρ ὁδοὶ ἐς ἀμφότερα παραπλήσιοι. Εὐοχώτατον
                        <lb/>δὲ καὶ εὐανάληπτον αὐτῷ τῷ κάμνοντι τοῦτο τὸ σχῆμα. Ἔτι δὲ <lb/>πρὸς
                        τούτοισιν, εἴ ἄρα κρατηθείη ὑπὸ τοῦ πωρώματος, εἰ μὲν <lb/>ἐκτεταμένη ἡ χεὶρ
                        κρατηθείη, κρέσσων ἂν εἴη μὴ προσεοῦσα, <lb/>πολλῷ μὲν γὰρ κώλυμα εἴη,
                        ὠφελοίη δὲ ὀλίγῳ· εἰ δ᾿ αὖ <pb n="560"/> ξυγκεκαμμένη, μᾶλλον εὔχρηστος ἂν
                        εἴη· πολλῷ δὲ εὐχρηστοτέρη, <lb/>εἰ τὸ διὰ μέσου σχῆμα ἔχουσα πωρωθείη. Τὰ
                        μὲν περὶ τοῦ <lb/>σχήματος τοιαῦτα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="48"><p>48. Ἐπιδεῖν δὲ χρὴ, τήν τε ἀρχὴν τοῦ πρώτου ὀθονίου βαλλόμενον <lb/>κατὰ τὸ
                        βλαφθὲν, ἤν τε καταγῇ, ἤν τε ἐκστῇ, ἤν τε διαστῇ, <lb/>καὶ τὰς περιβολὰς τὰς
                        πρώτας κατὰ τοῦτο ποιέεσθαι· καὶ ἐρηρείσθω <lb/>μάλιστα ταύτῃ, ἔνθεν δὲ καὶ
                        ἔνθεν ἐπὶ ἧσσον. Τὴν <lb/>δὲ ἐπίδεσιν κοινὴν ποιέεσθαι χρὴ τοῦ τε πήχεος καὶ
                        τοῦ <lb/>βραχίονος, καὶ ἐπὶ πουλὺ πλέον ἑκάτερον ἢ ὡς οἱ πλεῖστοι
                        <lb/>ποιέουσιν, ὅκως ἐξαρύηται ὡς μάλιστα ἀπὸ τοῦ σίνεος τὸ <lb/>οἴδημα
                        ἔνθεν καὶ ἔνθεν. Προσπεριβαλλέσθω δὲ καὶ τὸ ὀξὺ τοῦ <lb/>πήχεος, ἢν τὸ σίνος
                        κατὰ τοῦτο ᾖ, ἤν τε μὴ, ἵνα μὴ τὸ <lb/>οἴδημα ἐνταῦθα περὶ αὐτὸ ξυλλέγηται.
                        Περιφεύγειν δὲ χρὴ ἐν τῇ <lb/>ἐπιδέσει, ὅκως μὴ κατὰ τὴν καμπὴν πολλὸν τοῦ
                        ὀθονίου <lb/>ἠθροισμένον ἔσται ἐκ τῶν δυνατῶν· πεπιέχθαι δὲ κατὰ τὸ σίνος
                        <lb/>ὡς μάλιστα. Καὶ τὰ ἄλλα καταλαβέτω αὐτὸν περὶ τῆς πιέξιος <lb/>καὶ τῆς
                        χαλάσιος ταὐτὰ, καὶ κατὰ τοὺς αὐτοὺς χρόνους ἕκαστα, <lb/>ὥσπερ τῶν ὀστέων
                        τῶν κατεηγότων ἐν τῇ ἰητρείῃ πρόσθεν γέγραπται· <lb/>καὶ αἱ μετεπιδέσιες διὰ
                        τρίτης ἔστωσαν· χαλᾷν δὲ <lb/>δοκεέτω τῇ τρίτῃ, ὥσπερ καὶ τότε. Καὶ νάρθηκας
                        προσπεριβάλλειν <pb n="562"/> ἐν τῷ ἱκνεομένῳ χρόνῳ (οὐδὲν γὰρ ἀπὸ τρόπου,
                        καὶ τοῖσι τὰ <lb/>ὀστέα κατεηγόσι, καὶ τοῖσι μὴ, ἢν μὴ πυρεταίνῃ), ὡς
                        χαλαρωτάτους <lb/>δὲ, τοὺς μὲν ἀπὸ τοῦ βραχίονος κατατεταγμένους, τοὺς δὲ
                        ἀπὸ τοῦ <lb/>πήχεος ἀνειμένους· ἔστωσαν δὲ μὴ παχέες οἱ νάρθηκες· ἀναγκαῖον
                        <lb/>δὲ καὶ ἀνίσους αὐτοὺς εἶναι ἀλλήλοισιν, παραλλάσσειν δὲ παρ᾿ ἀλλήλους,
                        <lb/>ᾗ ἂν ξυμφέρῃ, τεκμαιρόμενον πρὸς τὴν ξύγκαμψιν. Ἀτὰρ <lb/>καὶ τῶν
                        σπληνῶν τὴν πρόσθεσιν τοιαύτην χρὴ ποιέεσθαι, ὥσπερ <lb/>καὶ τῶν ναρθήκων
                        εἴρηται, ὀγκηροτέρους δὲ ὀλίγῳ κατὰ τὸ σίνος <lb/>προστιθέναι. Τοὺς δὲ
                        χρόνους τοὺς ἀπὸ τῆς φλεγμονῆς τεκμαίρεσθαι <lb/>καὶ ἀπὸ τῶν πρόσθεν
                        γεγραμμένων. </p></div></div></body></text></TEI>