<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Τῶν δὲ ὀστέων τοῦ πήχεος, ὧν μὴ ἀμφότερα κατέηγε, ῥᾴων <lb/>ἡ ἴησις, ἢν τὸ
                        ἄνω ὀστέον τετρωμένον ἔῃ, καί περ παχύτερον <lb/>ἐόν· ἅμα μὲν ὅτι τὸ ὑγιὲς
                        ὑποτεταμένον γίνεται ἀντὶ θεμελίου, <lb/>ἅμα δ᾿ ὅτι εὐκρυπτότερον γίνεται,
                        πλὴν εἰ τὸ ἐγγὺς τοῦ καρποῦ· <lb/>παχείη γὰρ ἡ τῆς σαρκὸς ἐπίφυσις ἡ ἐπὶ τὸ
                        ἄνω. Τὸ δὲ κάτω <lb/>ὀστέον ἄσαρκον, καὶ οὐκ εὐξύγκρυπτον, καὶ κατατάσιος
                        ἰσχυροτέρης <lb/>δέεται. Ἢν δὲ μὴ τοῦτο ξυντριβῇ, ἀλλὰ τὸ ἕτερον,
                        <lb/>φαυλοτέρη ἡ κατάτασις ἀρκέει· ἢν δὲ ἀμφότερα κατεηγῇ, <lb/>ἰσχυροτάτης
                        κατατάσιος δεῖται· παιδίου μὲν γὰρ ἤδη εἶδον <lb/>καταταθέντα μᾶλλον ἢ ὡς
                        ἔδει, οἱ δὲ πλεῖστοι ἧσσον τείνονται <lb/>ἢ ὡς δεῖ. Χρὴ δ᾿, ἐπὴν τείνωσι, τὰ
                        θέναρα προσβάλλοντα <pb n="430"/> διορθοῦν· ἔπειτα χρίσαντα κηρωτῇ μὴ πάνυ
                        πουλλῇ, ὡς μὴ περιπλέῃ <lb/>τὰ ἐπιδέσματα, οὕτως ἐπιδεῖν, ὅκως μὴ κατωτέρω
                        ἄκρην <lb/>τὴν χεῖρα ἕξει τοῦ ἀγκῶνος, ἀλλὰ σμικρῷ τινι ἀνωτέρω, ὡς μὴ τὸ
                        <lb/>αἷμα ἐς ἄκρον ἐπιῤῥέῃ, ἀλλὰ ἀπολαμβάνηται· ἔπειτα ἐπιδεῖν <lb/>τῷ
                        ὀθονίῳ, τὴν ἀρχὴν βαλλόμενος κατὰ τὸ κάτηγμα· ἐρείδων <lb/>μὲν οὖν, μὴ
                        πιέζων δὲ κάρτα. Ἐπὴν δὲ περιβάλλῃ κατὰ <lb/>τωὐτὸ δὶς ἢ τρὶς, ἐπὶ τὸ ἄνω
                        νεμέσθω ἐπιδέων, ἵνα αἱ ἐπιῤῥοαὶ <lb/>τοῦ αἵματος ἀπολαμβάνωνται, καὶ
                        τελευτησάτω κεῖθι· χρὴ δὲ <lb/>μὴ μακρὰ εἶναι τὰ πρῶτα ὀθόνια. Τῶν δὲ
                        δευτέρων ὀθονίων, τὴν <lb/>μὲν ἀρχὴν βάλλεσθαι ἐπὶ τὸ κάτηγμα· περιβαλὼν δὲ
                        ἅπαξ ἐς <lb/>τωὐτὸ, ἔπειτα νεμέσθω ἐς τὸ κάτω, καὶ ἐπὶ ἧσσον πιέζων, καὶ
                        <lb/>ἐπὶ μέζον διαβιβάσκων, ὡς ἂν αὐτὸ ἱκανὸν γένηται τὸ ὀθόνιον
                        <lb/>ἀναπαλινδρομῆσαι κεῖθι, ἵνα περ τὸ ἕτερον ἐτελεύτησεν. Ἐνταῦθα <lb/>μὲν
                        οὖν τὰ ὀθόνια ἐπ᾿ ἀριστερὰ ἢ ἐπὶ δεξιὰ ἐπιδεδέσθω <lb/>ἢ ἐπὶ ὁκότερα ἂν
                        ξυμφέρῃ πρὸς τὸ σχῆμα τοῦ κατεηγότος, καὶ <lb/>ἐφ᾿ ὁκότερα ἂν περιῤῥέπειν
                        ξυμφέρῃ. Μετὰ δὲ ταῦτα, σπλῆνας <lb/>κατατείνειν χρὴ κεχρισμένους κηρωτῇ
                        ὀλίγῃ· καὶ γὰρ προσηνέστερον <lb/>καὶ εὐθετώτερον· ἔπειτα οὕτως ἐπιδεῖν
                        τοῖσιν ὀθονίοισιν ὡς <pb n="432"/> ἐναλλὰξ, ὁτὲ μὲν ἐπὶ δεξιὰ, ὁτὲ δὲ ἐπ᾿
                        ἀριστερά· καὶ τὰ μὲν <lb/>πλείω κάτωθεν ἀρχόμενος, ἐς τὸ ἄνω ἄγειν, ἔστι δ᾿
                        ὅτε καὶ ἄνωθεν <lb/>ἐς τὸ κάτω. Τὰ δὲ ὑπόξηρα ἀκέεσθαι τοῖσι σπλήνεσι
                        κυκλεῦντα· <lb/>τῷ δὲ πλήθει τῶν περιβολέων μὴ πᾶν ἀθρόον ξυνδιορθοῦντα,
                        <lb/>ἀλλὰ κατὰ μέρος· περιβάλλειν δὲ χρὴ χαλαρὰ καὶ περὶ <lb/>τὸν καρπὸν τῆς
                        χειρὸς, ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε. Πλῆθος δὲ τῶν ὀθονίων <lb/>ἱκανὸν τὸ πρῶτον, αἱ
                        δύο μοῖραι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Σημεῖα δὲ τοῦ καλῶς ἰητρευμένου ταῦτα, καὶ ὀρθῶς <lb/>ἐπιδεομένου, εἰ
                        ἐρωτῴης αὐτὸν εἰ πεπίεκται, καὶ εἰ φαίη <lb/>μὲν πεπιέχθαι, ἡσύχως δὲ, καὶ
                        μάλιστα εἰ κατὰ τὸ κάτηγμα φαίη· <lb/>τοιαῦτα τοίνυν φάναι χρὴ πεπρηγμένα
                        διὰ τέλεος τὸν ὀρθῶς <lb/>ἐπιδεόμενον. Σημεῖα δὲ ταῦτα τῆς μετριότητος, τὴν
                        μὲν ἡμέρην <lb/>ἣν ἂν ἐπιδεθῇ, καὶ τὴν νύκτα δοκείτω αὐτὸς ἑωυτῷ μὴ <lb/>ἐπὶ
                        ἧσσον πεπιέχθαι, ἀλλ᾿ ἐπὶ μᾶλλον· τῇ δ᾿ ὑστεραίῃ οἰδημάτιον <lb/>ἐλθεῖν ἐς
                        χεῖρα ἄκρην μαλθακόν· μετριότητος γὰρ σημεῖον <lb/>τῆς πιέξιός σου.
                        Τελευτώσης δὲ τῆς ἡμέρης, ἐπὶ ἧσσον <lb/>δοκείτω πεπιέχθαι· τῇ δὲ τρίτῃ,
                        χαλαρά σοι δοκείτω εἶναι τὰ <lb/>ἐπιδέσματα. Κἢν μέν τι τούτων τῶν εἰρημένων
                        ἐλλείπῃ, γινώσκειν <lb/>χρὴ ὅτι χαλαρωτέρη ἡ ἐπίδεσις τοῦ μετρίου· ἢν δέ τι
                            <pb n="434"/> τῶν εἰρημένων πλεονάζῃ, χρὴ γινώσκειν ὅτι μᾶλλον ἐπιέχθη
                        τοῦ <lb/>μετρίου· καὶ τουτέοισι σημαινόμενος, τὸ ὕστερον ἐπιδέων, ἢ χαλᾷν
                        <lb/>μᾶλλον, ἢ πιέζειν. Ἀπολύσαντα δὲ χρὴ τριταῖον ἐόντα, κατατεινάμενον
                        <lb/>καὶ διορθωσάμενον, αὖθις ἐπιδῆσαι· κἢν μετρίως τὸ <lb/>πρῶτον τετυχήκῃς
                        ἐπιδήσας, ταύτην τὴν ἐπίδεσιν χρὴ ὀλίγῳ <lb/>μᾶλλον ἢ ἐκείνην πιέσαι.
                        Βάλλεσθαι δὲ χρὴ τὰς ἀρχὰς κατὰ τὸ κάτηγμα, <lb/>ὥσπερ καὶ τὸ πρότερον· ἢν
                        μὲν γὰρ τοῦτο πρότερον ἐπιδέῃς, <lb/>ἐξειρύαται ἐκ τούτου οἱ ἰχῶρες ἐς τὰς
                        ἐσχατιὰς ἔνθα καὶ <lb/>ἔνθα· ἢν δέ τι ἄλλο πρότερον πιέζῃς, ἐς τοῦτο
                        ἐξειρύαται <lb/>ἐκ τοῦ πιεχθέντος· ἐς πολλὰ δ᾿ εὔχρηστον τὸ ξυνιέναι.
                        <lb/>Οὕτως οὖν ἄρχεσθαι μὲν αἰεὶ χρὴ τὴν ἐπίδεσιν καὶ τὴν πίεξιν <lb/>ἐκ
                        τουτέου τοῦ χωρίου, τὰ δ᾿ ἄλλα κατὰ λόγον, ὡς προσωτέρω <lb/>ἀπὸ τοῦ
                        κατήγματος ἀγάγῃς, ἐπὶ ἧσσον τὴν πίεξιν ποιέεσθαι. Χαλαρὰ <lb/>δὲ παντάπασι
                        μηδέποτε περιβάλλειν, ἀλλὰ προσπεπτωκότα. <pb n="436"/> Ἔπειτα δὲ πλείοσιν
                        ὀθονίοισι χρὴ ἐπιδεῖν ἑκάστην τῶν ἐπιδεσίων. <lb/>Ἐρωτώμενος δὲ φάτω ὀλίγῳ
                        μᾶλλόν οἱ πεπιέχθαι, ἢ τὸ πρότερον, <lb/>καὶ μάλιστα φάτω κατὰ τὸ κάτηγμα,
                        καὶ τὰ ἄλλα δὲ κατὰ <lb/>λόγον· καὶ ἀμφὶ τῷ οἰδήματι, καὶ ἀμφὶ τῷ πονέειν,
                        καὶ ἀμφὶ <lb/>τῷ ῥῃΐζειν, κατὰ λόγον τῆς προτέρης ἐπιδέσιος γινέσθω.
                        <lb/>Ἐπὴν δὲ τριταῖος ᾖ, χαλαρώτερά οἱ δοκείτω εἶναι τὰ ἐπιδέσματα.
                        <lb/>Ἔπειτα ἀπολύσαντα χρὴ αὖθις ἐπιδῆσαι, ὀλίγῳ μᾶλλον <lb/>πιέζοντα, καὶ
                        ἐν πᾶσι τοῖσιν ὀθονίοισιν οἷσί περ ἤμελλεν <lb/>ἐπιδεῖσθαι· καὶ ἔπειτα αὐτὸν
                        πάντα ταῦτα καταλαβέτω, <lb/>ἅπερ καὶ ἐν τῇσι πρώτῃσι περιόδοισι τῶν
                        ἐπιδεσίων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Ἐπὴν δὲ τριταῖος γένηται, ἑβδομαῖος δὲ ἀπὸ τῆς πρώτης <lb/>ἐπιδέσιος, ἢν
                        ὀρθῶς ἐπιδέηται, τὸ μὲν οἴδημα ἐν ἄκρῃ τῇ <lb/>χειρὶ ἔσται, οὐδὲ τοῦτο λίην
                        μέγα· τὸ δ᾿ ἐπιδεόμενον χωρίον ἐν <lb/>πάσῃσι τῇσιν ἐπιδέσεσιν ἐπὶ τὸ
                        λεπτότερον καὶ ἰσχνότερον εὑρεθήσεται, <lb/>ἐν δὲ τῇ ἑβδόμῃ καὶ πάνυ λεπτὸν,
                        καὶ τὰ ὀστέα τὰ κατεηγότα <lb/>ἐπὶ μᾶλλον κινεύμενα καὶ εὐπαράγωγα ἐς
                        κατόρθωσιν. Καὶ ἢν ᾖ <lb/>ταῦτα τοιαῦτα, κατορθωσάμενον χρὴ ἐπιδῆσαι ὡς ἐς
                        νάρθηκας, <lb/>ὀλίγῳ μᾶλλον πιέσαντα, ἢ τὸ πρότερον, ἢν μὴ πόνος τις πλείων
                        <lb/>ᾖ ἀπὸ τοῦ οἰδήματος τοῦ ἐν ἄκρῃ τῇ χειρί. Ἐπὴν δὲ ἐπιδήσῃς <lb/>τοῖσιν
                        ὀθονίοισι, τοὺς νάρθηκας περιθεῖναι χρὴ καὶ περιλαβεῖν ἐν <lb/>τοῖσι
                        δεσμοῖσιν ὡς χαλαρωτάτοισιν, ὁκόσον ἠρεμέειν, ὥστε μηδὲν <lb/>ξυμβάλλεσθαι
                        ἐς τὴν πίεξιν τῆς χειρὸς τὴν τῶν ναρθήκων πρόσθεσιν. <pb n="438"/> Μετὰ δὲ
                        ταῦτα, ὅ τε πόνος, αἵ τε ῥᾳστῶναι αἱ αὐταὶ γινέσθωσαν, <lb/>αἵ περ καὶ ἐν
                        τῇσι πρώτῃσι περιόδοισι τῶν ἐπιδεσίων. <lb/>Ἐπὴν δὲ τριταῖος ἐὼν φῇ χαλαρὸν
                        εἶναι, τότ᾿ ἔπειτα χρὴ τοὺς <lb/>νάρθηκας ἐρείσασθαι, μάλιστα μὲν κατὰ τὸ
                        κάτηγμα, ἀτὰρ καὶ <lb/>τἄλλα, κατὰ λόγον, ᾗπερ καὶ ἡ ἐπίδεσις ἐχάλα μᾶλλον ἢ
                        ἐπίεζεν. <lb/>Παχύτατον δὲ χρὴ εἶναι τὸν νάρθηκα, ᾗ ἐξέστη τὸ κάτηγμα,
                        <lb/>μὴ μὴν πολλῷ. Ἐπιτηδεύειν δὲ χρὴ μάλιστα μὲν κατ᾿ ἰθυωρίην <lb/>τοῦ
                        μεγάλου δακτύλου, ὡς μὴ κείσηται ὁ νάρθηξ, ἀλλὰ τῇ ἢ τῇ, <lb/>μηδὲ κατὰ τὴν
                        τοῦ σμικροῦ ἰθυωρίην ᾗ τὸ ὀστέον ὑπερέχει ἐν τῷ <lb/>καρπῷ, ἀλλὰ τῇ ἢ τῇ. Ἢν
                        δὲ ἄρα πρὸς τὸ κάτηγμα ξυμφέρῃ <lb/>κεῖσθαι κατὰ ταῦτά τινας τῶν ναρθήκων,
                        βραχυτέρους αὐτοὺς χρὴ <lb/>τῶν ἄλλων ποιέειν, ὡς μὴ ἐξικνέωνται πρὸς τὰ
                        ὀστέα τὰ ὑπερέχοντα <lb/>παρὰ τὸν καρπόν· κίνδυνος γὰρ ἑλκώσιος, καὶ νεύρων
                        <lb/>ψιλώσιος. Χρὴ δὲ διὰ τρίτης ἐρείδειν τοῖσι νάρθηξι πάνυ ἡσυχῇ,
                        <lb/>οὕτω τῇ γνώμῃ ἔχοντα, ὡς οἱ νάρθηκες φυλακῆς εἵνεκα τῆς <lb/>ἐπιδέσιος
                        προσκέωνται, ἀλλ᾿ οὐ τῆς πιέξιος εἵνεκεν ἐπιδέωνται. </p></div></div></body></text></TEI>