<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><p>33. Ὁκόσα δὲ κατηπορήθη ὀστέα ἐμπεσεῖν, ταῦτα αὐτὰ εἰδέναι <lb/>χρὴ ὅτι
                        ἀποστήσεται, καὶ ὅσα τελέως ἐψιλώθη τῶν σαρκῶν· ψιλοῦται <lb/>δὲ ἐνίων μὲν
                        τὸ ἄνω μέρος, μετεξετέρων δὲ κύκλωθεν ἀμφιθνήσκουσιν <lb/>αἱ σάρκες· καὶ τῶν
                        μὲν ἀπὸ τοῦ ἀρχαίου τρώματος σεσάπρισται <lb/>ἔνια τῶν ὀστέων, τῶν δ᾿ οὔ·
                        καὶ τῶν μὲν μᾶλλον, τῶν δ᾿ ἧσσον· <lb/>καὶ τὰ μὲν σμικρὰ, τὰ δὲ μεγάλα. Διὰ
                        οὖν ταῦτα τὰ εἰρημένα οὐκ <lb/>ἔστιν ἑνὶ ὀνόματι εἰπεῖν, ὁκότε τὰ ὀστέα
                        ἀποστήσεται. Τὰ μὲν γὰρ <lb/>διὰ σμικρότητα, τὰ δὲ διὰ τὸ ἐπ᾿ ἄκρου ἔχεσθαι,
                        θᾶσσον ἀφίσταται· <lb/>τὰ δὲ, διὰ τὸ μὴ ἀφίστασθαι, ἀλλὰ λεπιδοῦσθαι,
                        καταξηρανθέντα, <lb/>καὶ σαπρὰ γενόμενα· πρὸς δὲ τούτοις, διαφέρει τι καὶ
                        ἰητρείη <pb n="534"/> ἰητρείης. Ὡς μὲν οὖν τὸ ἐπίπαν τάχιστα τουτέων ὀστέα
                        ἀφίσταται, <lb/>ὧν τάχισται μὲν αἱ ἐκπυήσιες, τάχισται δὲ καὶ κάλλισται
                        <lb/>αἱ σαρκοφυΐαι· καὶ γὰρ αἱ ὑποφυόμεναι σάρκες κατὰ τὸ σιναρὸν <lb/>αὗται
                        μετεωρίζουσι τὰ ὀστέα ὡς ἐπὶ τὸ πουλύ. Ὅλος μὴν ὁ <lb/>κύκλος τοῦ ὀστέου, ἢν
                        ἐν τεσσαράκοντα ἡμέρῃσιν ἀποστῇ, καλῶς <lb/>ἀποστήσεται· ἔνια γὰρ ἐς
                        ἑξήκοντα ἡμέρας ἀφικνεῖται, ἢ καὶ <lb/>πλείους· τὰ μὲν γὰρ ἀραιότερα τῶν
                        ὀστέων θᾶσσον ἀφίσταται· τὰ <lb/>δὲ στερεώτερα, βραδύτερον· τὰ δὲ ἄλλα τὰ
                        μείω, πολλὸν ἐνδοτέρω, <lb/>ἄλλα δ᾿ ἄλλως. Ἀποπρίειν δ᾿ ὀστέον ἐξέχον ἐπὶ
                        τῶνδε τῶν <lb/>προφασίων χρὴ, ἢν μὴ δύνηται ἐμβάλλειν, μικροῦ δέ τινος αὐτῷ
                        <lb/>δοκέῃ δεῖν παρελθεῖν, καὶ οἷόν τε ᾖ παραιρεθῆναι· ἤν τε ἀσηρὸν <lb/>ᾖ
                        καὶ θραῦόν τι τῶν σαρκίων, καὶ δυσθεσίην παρέχῃ, <lb/>ψιλὸν δὲ τυγχάνῃ ἐὸν,
                        καὶ τὸ τοιοῦτον ἀφαιρέειν χρή. Τὰ δ᾿ <lb/>ἄλλα οὐδὲν μέγα διαφέρει, οὔτε
                        ἀποπρῖσαι, οὔτε μὴ ἀποπρῖσαι. <lb/>Σαφέως γὰρ εἰδέναι χρὴ, ὅτι ὀστέα, ὅσα
                        τελέως στέρεται τῶν <pb n="536"/> σαρκῶν καὶ ἐπιξηραίνεται, πάντα τελέως
                        ἀποστήσεται. Ὅσα δὲ <lb/>ἀπολεπιδοῦσθαι μέλλει, ταῦτα οὐ χρὴ ἀποπρίειν·
                        τεκμαίρεσθαι δὲ <lb/>χρὴ ἀπὸ τῶν τεταγμένων σημείων τὰ τελέως ἀποστησόμενα.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="34"><p>34. Ἰητρεύειν δὲ τοὺς τοιούτους σπλήνεσι καὶ τῇ οἰνηρῇ ἰητρείῃ, <lb/>ὥσπερ
                        καὶ πρόσθεν γέγραπται ἐπὶ τῶν ἀποστησομένων <lb/>ὀστέων. Φυλάσσεσαι δὲ χρὴ
                        μὴ ψυχροῖσι τέγγειν τὸν <lb/>πρῶτον χρόνον· ῥιγέων γὰρ πυρετωδέων κίνδυνος·
                        κίνδυνος δὲ <lb/>καὶ σπασμῶν· προκαλέεται γὰρ σπασμὸν τὰ ψυχρὰ, ποτὶ δὲ καὶ
                        <lb/>ἕλκη. Εἰδέναι δὲ χρὴ, ὅτι ἀνάγκη βραχύτερα τὰ σώματα <lb/>ταύτῃ
                        γίνεσθαι, ὧν ἀμφότερα τὰ ὀστέα κατεηγότα καὶ παρηλλαγμένα <lb/>ἰητρεύεται,
                        καὶ οἷς ὅλος ὁ κύκλος τοῦ ὀστέου ἀπέστη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="35"><p>35. Ὅσοισι δὲ μηροῦ ὀστέον ἢ βραχίονος ἐξέσχεν, οὗτοι οὐ μάλα
                        <lb/>περιγίνονται. Τὰ γὰρ ὀστέα μεγάλα καὶ πολυμύελα, καὶ πολλὰ καὶ
                        <lb/>ἐπίκαιρα τὰ συντιτρωσκόμενα νεῦρα καὶ μύες καὶ φλέβες· καὶ <lb/>ἢν μὲν
                        ἐμβάλλῃς, σπασμοὶ φιλέουσιν ἐπιγίνεσθαι, μὴ ἐμβληθεῖσι <lb/>δὲ, πυρετοὶ
                        ὀξέες, καὶ ἐπίχολοι, καὶ λυγγώδεες, καὶ ἐπιμελαίνονται. <lb/>Περιγίνονται δὲ
                        οὐχ ἧσσον, οἷσι μὴ ἐμβληθῇ, μηδὲ <lb/>πειρηθῇ ἐμβάλλεσθαι· ἔτι δὲ μᾶλλον
                        περιγίνονται, οἷσι τὸ κάτω μέρος <lb/>τοῦ ὀστέου ἐξέσχεν, ἢ οἷσι τὸ ἄνω·
                        περιγένοιντο δ᾿ ἂν καὶ οἷσιν <lb/>ἐμβληθείη, σπανίως γε μήν. Μελέται γὰρ
                        μελετέων μέγα διαφέρουσι, <pb n="538"/> καὶ φύσιες φυσίων τῶν σωμάτων εἰς
                        εὐφορίην. Διαφέρει δὲ <lb/>μέγα, καὶ ἢν ἔσω τοῦ βραχίονος καὶ τοῦ μηροῦ τὰ
                        ὀστέα ἐξέχῃ· πολλαὶ <lb/>γὰρ καὶ ἐπίκαιροι κατατάσιες φλεβῶν ἐν τῷ ἔσω
                        μέρει, ὧν <lb/>ἔνιαι τιτρωσκόμεναι σφάγιαί εἰσιν· εἰσὶ δὲ καὶ ἐν τῷ ἔξω
                        μέρει. <lb/>ἧσσον δέ. Ἐν τοῖσιν οὖν τοιούτοισι τρώμασι τοὺς μὲν κινδύνους οὐ
                        <lb/>χρὴ λήθειν, ὁκοῖοί τινές εἰσι, καὶ προλέγειν χρὴ πρὸς τοὺς καιρούς.
                        <lb/>Εἰ δὲ ἀναγκάζοιο μὲν ἐμβάλλειν, ἐλπίζοις δὲ ἐμβαλεῖν, καὶ <lb/>μὴ πολλὴ
                        ἡ παράλλαξις εἴη τοῦ ὀστέου, καὶ μὴ ξυνδεδραμήκοιεν <lb/>οἱ μύες (φιλέουσι
                        γὰρ ξυνθεῖν), ἡ μόχλευσις καὶ τούτοισι <lb/>μετὰ τῆς κατατάσιος εὖ ἂν
                        ξυλλαμβάνοιτο. </p></div></div></body></text></TEI>