<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="31a"><p>31. Τοῦτο δὲ, οἱ πλεῖστοι τῶν ἰητρῶν τὰ κατήγματα, καὶ τὰ <lb/>μεθ᾿ ἑλκέων,
                        καὶ τὰ ἄνευ ἑλκέων, τὰς πρώτας τῶν ἡμερέων ἰητρεύουσιν <lb/>εἰρίοισι
                        ῥυπαροῖσιν· καὶ οὐδέν τι ἄτεχνον δοκέει τοῦτο εἶναι. <lb/>Ὅσοι μὲν
                        ἀναγκάζονται ὑπὸ τῶν αὐτίκα νεοτρώτων ἐόντων, μὴ <lb/>ἔχοντες ὀθόνια,
                        εἰρίοισι παρασκευάσασθαι, τουτέοισι πλείστη συγγνώμη· <lb/>οὐ γὰρ ἄν τις
                        ἔχοι ἄνευ ὀθονίων ἄλλο τι πολλῷ βέλτιον <lb/>εἰρίου ἐπιδῆσαι ἐπὶ τὰ τοιαῦτα·
                        εἶναι δὲ χρὴ πάμπολλα, καὶ πάνυ <lb/>καλῶς εἰργασμένα, καὶ μὴ τρηχέα· τῶν
                        γὰρ ὀλίγων καὶ φλαύρων <lb/>ὀλίγη καὶ ἡ δύναμις. Ὅσοι δὲ ἐπὶ μίαν ἢ δύο
                        ἡμέρας εἴρια <lb/>ἐπιδέειν δικαιοῦσι, τρίτῃ δὲ καὶ τετάρτῃ ὀθονίοισιν
                        ἐπιδέοντες <lb/>πιέζουσι καὶ κατατείνουσι τότε μάλιστα, οὗτοι πουλύ τι τῆς
                        <lb/>ἰητρικῆς καὶ κάρτα ἑπίκαιρον ἀσυνετέουσιν· ἥκιστα γὰρ <lb/>χρὴ τῇ τρίτῃ
                        καὶ τετάρτῃ στυφελίζειν πάντα τὰ τρώματα, ὡς ἐν <pb n="526"/> κεφαλαίῳ
                        εἰρῆσθαι· καὶ μηλώσιας δὲ πάσας φυλάσσεσθαι χρὴ <lb/>ἐν ταύτῃσι τῇσιν
                        ἡμέρῃσι, καὶ ὁκόσοισιν ἄλλοισι τρώμασιν <lb/>ἠρέθισται. Τὸ ἐπίπαν γὰρ ἡ
                        τρίτη καὶ τετάρτη ἡμέρη <lb/>ἐπὶ τοῖσι Πλείστοισι τῶν τρωμάτων τίκτει τὰς
                        παλιγκοτήσιας, <lb/>καὶ ὅσα ἐς φλεγμονὴν καὶ ἀκαθαρσίην ὁρμᾷ, καὶ ὅσα ἂν ἐς
                        <lb/>πυρετοὺς ἴῃ. Καὶ μάλα πολλοῦ ἄξιον τοῦτο τὸ μάθημα, εἴ πέρ <lb/>τι καὶ
                        ἄλλο. Τίνι γὰρ οὐκ ἐπικοινωνέει τῶν ἐπικαιροτάτων ἐν <lb/>ἰητρικῇ, οὐ κατὰ
                        τὰ ἕλκεα μοῦνον, ἀλλὰ καὶ κατὰ ἄλλα <lb/>πουλλὰ νουσήματα; εἰ μή τις φήσειε
                        καὶ τἄλλα νουσήματα <lb/>ἕλκεα εἶναι. Ἔχει γάρ τινα καὶ οὗτος ὁ λόγος
                        ἐπιείκειαν· <lb/>πολλαχῆ γὰρ ἠδέλφισται τὰ ἕτερα τοῖσιν ἑτέροισιν. Ὁκόσοι
                        μέντοι <lb/>δικαιοῦσιν εἰρίοισι χρῆσθαι, ἔστ᾿ ἂν ἑπτὰ ἡμέραι παρέλθωσιν,
                        <lb/>ἔπειτα κατατείνειν τε καὶ κατορθοῦν, καὶ ὀθονίοισιν ἐπιδεῖν, <lb/>οὗτοι
                        οὐκ ἂν ἀσύνετοι ὁμοίως φανεῖεν· καὶ γὰρ τῆς φλεγμονῆς τὸ <lb/>ἐπικαιρότατον
                        παρελήλυθε, καὶ τὰ ὀστέα χαλαρὰ καὶ εὔθετα μετὰ <lb/>ταύτας τὰς ἡμέρας ἂν
                        εἴη. Πολλῷ μέντοι ἡσσᾶται καὶ αὕτη <lb/>ἡ μελέτη τῆς ἐξ ἀρχῆς τοῖσιν
                        ὀθονίοισιν ἐπιδέσιος· κεῖνος <pb n="528"/> μὲν γὰρ ὁ τρόπος ἑβδομαίους
                        ἐόντας ἀφλεγμάντους ἀποδείκνυσι, <lb/>καὶ παρασκευάζει νάρθηξι τελέως
                        ἐπιδεῖν· οὗτος δὲ ὁ τρόπος <lb/>πουλὺ ὑστερεῖ, βλάβας δέ τινας καὶ ἄλλας
                        ἔχει, ἀλλὰ μακρὸν ἂν <lb/>εἴη πάντα γράφειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="31b"><p>31. Ὁκόσοισι δὲ τὰ ὀστέα κατεηγότα καὶ ἐξίσχοντα μὴ δύνηται <lb/>ἐς τὴν
                        ἑωυτῶν χώρην καθιδρύεσθαι, ἥδε ἡ κατάστασις· <lb/>σιδήρια χρὴ ποιέεσθαι ἐς
                        τοῦτον τὸν τρόπον ὕνπερ οἱ μοχλοὶ <lb/>ἔχουσιν, οἷς οἱ λατύποι χρέονται, τὸ
                        μέν τι πλατύτερον, τὸ <lb/>δὲ τι στενότερον· εἶναι δὲ χρὴ καὶ τρία καὶ ἔτι
                        πλείω, ὡς <lb/>τοῖσι μάλιστα ἁρμόζουσί τις χρήσαιτο· ἔπειτα τουτέοισι χρὴ
                        <lb/>ἅμα τῇ κατατάσει μοχλεύειν ὑποβάλλοντα, πρὸς μὲν τὸ κατώτερον <lb/>τοῦ
                        ὀστέου τὸ κατώτερον ἐρείδοντα, πρὸς δὲ τὸ ἀνώτερον <lb/>τὸ ἀνώτερον τοῦ
                        σιδηρίου, ἁπλῷ δὲ λόγῳ ὥσπερ εἰ λίθον τις ἢ <lb/>ξύλον μοχλεύοι ἰσχυρῶς·
                        ἔστω δὲ σθεναρὰ τὰ σιδήρια ὡς οἷόν τε, <lb/>ὡς μὴ κάμπτηται. Αὕτη μεγάλη
                        τιμωρίη, ἤν τε τὰ σιδήρια ἐπιτήδεια <lb/>ᾖ, καὶ μοχλεύηταί τις ὡς χρή. Ὁκόσα
                        γὰρ ἀνθρώποις <lb/>ἄρμενα μεμηχάνηται, πάντων, ἰσχυρότατά ἐστι τρία ταῦτα,
                        <lb/>ὄνου τε περιαγωγὴ, καὶ μόχλευσις, καὶ σφήνωσις. Ἄνευ δὲ τούτων, <lb/>ἢ
                        ἑνὸς δή τινος, ἢ πάντων, οὐδὲν τῶν ἔργων τῶν ἰσχυροτάτων οἱ <pb n="530"/>
                        ἄνθρωποι ἐπιτελέουσιν. Οὔκουν ἀτιμαστέη αὕτη ἡ μόχλευσις· <lb/>ἢ γὰρ οὕτως
                        ἐμπεσεῖται τὰ ὀστέα, ἢ οὐκ ἄλλως. Ἢν δ᾿ ἄρα <lb/>τοῦ ὀστέου τὸ ἄνω
                        παρηλλαγμένον μὴ ἐπιτήδειον ἔχῃ ἐνέδρην τῷ <lb/>μοχλῷ, ἀλλὰ πάροξυ ἐὸν
                        παραφέρῃ, παραγλύψαντα χρὴ τοῦ <lb/>ὀστέου ἐνέδρην τῷ μοχλῷ ἀσφαλέα ποιῆσαι.
                        Μοχλεύειν δὲ <lb/>χρὴ καὶ τείνειν αὐθήμερα, ἢ δευτεραῖα, τριταῖα δὲ μὴ,
                        τεταρταῖα δὲ, <lb/>ὡς ἥκιστα, καὶ πεμπταῖα. Καὶ γὰρ μὴ ἐμβάλλοντι, ὀχλήσαντι
                        <lb/>δὲ ἐν ταύτῃσι τῇσιν ἡμέρῃσιν, φλεγμονὴν ἂν ποιήσειε, καὶ ἐμβάλλοντι
                        <lb/>οὐδὲν ἧσσον· σπασμὸν μέντοι ἐμβάλλοντι πουλὺ ἂν μᾶλλον <lb/>ποιήσειεν,
                        ἢ ἀπορήσαντι ἐμβάλλειν. Ταῦτα εὖ χρὴ εἰδέναι· <lb/>καὶ γὰρ εἰ ἐπιγένοιτο
                        σπασμὸς ἐμβάλλοντι. ἐλπίδες μὲν οὐ πολλαὶ <lb/>σωτηρίης· λυσιτελέει δὲ ὀπίσω
                        ἐκβάλλειν τὸ ὀστέον, εἰ οἷόν <lb/>τε εἴη ἀόχλως. Οὐ γὰρ ἐπὶ τοῖσι
                        χαλαρωτέροισι τοῦ καιροῦ σπασμοὶ <lb/>καὶ τέτανοι ἐπιγίνονται, ἀλλ᾿ ἐπὶ
                        τοῖσιν ἐντεταμένοισι <lb/>μᾶλλον. Περὶ οὗ οὖν ὁ λόγος, οὐ χρὴ ἐνοχλέειν ἐν
                        τῇσι προειρημένῃσιν <lb/>ἡμέρῃσι ταύτῃσιν, ἀλλὰ μελετᾷν ὅκως ἥκιστα
                        φλεγμανεῖ <lb/>τὸ ἕλκος, καὶ μάλιστα ἐκπυήσει. Ἐπὴν δὲ ἑπτὰ ἡμέραι
                        <lb/>παρέλθωσιν, ἢ ὀλίγῳ πλείους, ἢν ἀπύρετος ᾖ, καὶ μὴ φλεγμαίνῃ <lb/>τὸ
                        ἕλκος, τότε ἧσσον κωλύει πειρῆσθαι ἐμβάλλειν, ἢν <pb n="532"/> ἐλπίζῃς
                        κρατήσειν· ἢν δὲ μὴ, οὐδὲν δεῖ μάτην ὀχλέειν καὶ <lb/>ὀχλέεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><p>32. Ἢν μὲν οὖν ἐμβάλῃς τὰ ὀστέα ἐς τὴν ἑωυτῶν χώρην, <lb/>γεγράφαται ἤδη οἱ
                        τρόποι οἵως χρὴ ἰητρεύειν, ἤν τε ἐλπίζῃς <lb/>ὀστέα ἀποστήσεσθαι, ἤν τε μή.
                        Χρὴ δὲ, καὶ ἢν μὲν ἐλπίζῃς <lb/>ὀστέα ἀποστήσεσθαι, τῷ τρόπῳ τῶν ὀθονίων ἐπὶ
                        πᾶσι τοῖσι τοιουτέοισι <lb/>τὴν ἐπίδεσιν ποιέεσθαι, ἐκ μέσου τοῦ ὀθονίου
                        ἀρχόμενον ὡς ἐπὶ <lb/>τὸ πουλὺ, ὡς ἀπὸ δύο ἀρχέων ὑποδεσμὶς ἐπιδεῖται·
                        τεκμαίρεσθαι <lb/>δὲ χρὴ πρὸς τὴν μορφὴν τοῦ ἕλκεος, ὅκως ἥκιστα σεσηρὸς καὶ
                        ἐκπεπλιγμένον <lb/>ἔσται παρὰ τὴν ἐπίδεσιν· τοῖσι μὲν γὰρ ἐπὶ δεξιὰ ἐπιδεῖν
                        <lb/>ξυντρόφως ἔχει, τοῖσι δὲ ἐπ᾿ ἀριστερὰ, τοῖσι δὲ ἀπὸ δύο ἀρχέων. </p></div></div></body></text></TEI>