<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p>28. Ἢν δ᾿ ἄρα ἐξαπατηθῇς ἐν τοῖσι νεοτρώτοισι, μὴ οἰόμενος <lb/>ὀστέων
                        ἀπόστασιν ἔσεσθαι, τὰ δ᾿ ἐπίδοξα ᾖ ἀναπλῶσαι, οὐ <pb n="512"/> χρὴ ὀῤῥωδέειν
                        τοῦτον τὸν τρόπον τῆς ἰητρείης· οὐδὲν γὰρ ἂν <lb/>μέγα φλαῦρον γένοιτο, ἢν
                        μοῦνον οἷός τε ᾖς τῇ χειρὶ <lb/>τὰς ἐπιδέσιας ἀγαθὰς καὶ ἀσινέας ποιέεσθαι.
                        Σημεῖον δὲ τόδε, <lb/>ἢν μέλλῃ ὀστέων ἀπόστασις ἔσεσθαι ἐν τῷ τρόπῳ τούτῳ
                        τῆς <lb/>ἰητρείης· πῦον γὰρ συχνὸν ῥέει ἐκ τοῦ ἕλκεος, καὶ ὀργᾷν
                        <lb/>φαίνεται. Πυκνότερον οὖν μετεπιδέεσθαι διὰ τὸν πλάδον· ἐπεὶ <lb/>ἄλλως
                        τε καὶ ἀπύρετοι γίνονται, ἢν μὴ κάρτα πιέζωνται ὑπο τῆς ἐπιδέσιος, <lb/>καὶ
                        τὸ ἕλκος, καὶ τὰ περιέχοντα ἰσχνά. Ὅσαι μὲν οὖν <lb/>λεπτῶν πάνυ ὀστέων
                        ἀποστάσιες, οὐδεμιῆς μεγάλης μεταβολῆς <lb/>δέονται, ἀλλ᾿ ἢ χαλαρωτέρως
                        ἐπιδεῖν, ὡς μὴ ἀπολαμβάνηται τὸ <pb n="514"/> πῦον, ἀλλ᾿ εὐαπόῤῥυτον ᾖ, καὶ
                        πυκνότερον μετεπιδεῖν, ἔστ᾿ <lb/>ἂν ἀποστῇ τὸ ὀστέον, καὶ νάρθηκας μὴ
                        προστιθέναι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><p>29. Ὁκόσοισι δὲ μείζονος ὀστέου ἀπόστασις ἐπίδοξος γένηται, <lb/>ἤν τε ἐξ
                        ἀρχῆς προγνῷς, ἤν τε καὶ ἔπειτα μεταγνῷς, <lb/>οὐκ ἔτι τῆς αὐτῆς ἰητρείης
                        δεῖται· ἀλλὰ τὰς μὲν κατατάσιας, <lb/>καὶ τὰς διορθώσιας οὕτω ποιέεσθαι,
                        ὥσπερ εἴρηται· σπλῆνας δὲ <lb/>χρὴ διπλοῦς, πλάτος μὲν ἡμισπιθαμιαίους, μὴ
                        ἐλάσσους (ὁκοῖον <lb/>δὲ ἄν τι καὶ τὸ τρῶμα ἦ, πρὸς τοῦτο τεκμαίρεσθαι),
                        μῆκος <lb/>δὲ βραχυτέρους μὲν μὴ ὀλίγῳ, ἢ ὥστε δὶς περιικνέεσθαι περὶ
                        <lb/>τὸ τετρωμένον, μακροτέρους δὲ συχνῷ, ἢ ὥστε ἅπαξ περιικνέεσθαι,
                        <lb/>πλῆθος δὲ, ὁκόσους ἂν ξυμφέρῃ, ποιησάμενον, τούτους <lb/>ἐν οἴνῳ μέλανι
                        αὐστηρῷ βρέχοντα, χρὴ ἐκ μέσου ἀρχόμενον, ὡς <lb/>ἀπὸ δύο ἀρχῶν ὑποδεσμὶς
                        ἐπιδεῖται, περιελίσσειν, κἄπειτα <lb/>σκεπαρνηδὸν παραλλάσσοντα τὰς ἀρχὰς
                        ἀφιέναι. Ταῦτα κατά <lb/>τε αὐτὸ τὸ ἕλκος ποιέειν, καὶ κατὰ τὸ ἔνθεν καὶ
                        ἔνθεν τοῦ ἕλκεος· <lb/>καὶ πεπιέχθω μὲν μὴ, ἀλλ᾿ ὅσον ἑρμασμοῦ ἕνεκεν τοῦ
                        ἕλκεος <pb n="516"/> προσκείσθω. Ἐπὶ δὲ αὐτὸ τὸ ἕλκος ἐπιτιθέναι χρὴ
                        πισσηρὴν, ἤ <lb/>τι τῶν ἐναίμων, ἤ τι τῶν ἄλλων φαρμάκων, ὅ τι ξύντροφόν
                        <lb/>ἐστιν ἐπιτέγξει. Καὶ ἢν μὲν ἡ ὥρη θερινὴ ᾖ, ἐπιτέγγειν <lb/>τῷ οἴνῳ
                        τοὺς σπλῆνας πυκνά· ἢν δὲ χειμερινὴ ἡ ὥρη <lb/>ᾖ, εἰρία πουλλὰ ῥυπαρὰ,
                        νενοτισμένα οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ, ἐπικείσθω. <lb/>Ἰξαλῆν δὲ χρὴ ὑποτετάσθαι, καὶ
                        εὐαπόῤῥυτα ποιέειν, <lb/>φυλάσσοντα τοὺς ὑποῤῥόους, μεμνημένον ὅτι οἱ τόποι
                        οἱ ἐν τοῖσιν <lb/>αὐτοῖσι σχήμασι πολλὸν χρόνον κείμενοι, ἐκτρίμματα
                        δυσάκεστα <lb/>ποιέουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><p>30. Ὅσους δὲ μὴ οἷόν τε ἐπιδέσει ἰήσασθαι διά τινα τούτων <lb/>τῶν εἰρημένων
                        τρόπων, ἢ τῶν εἰρησομένων, τούτους περὶ <lb/>πλείονος χρὴ ποιέεσθαι, ὅκως
                        εὐθέτως σχήσουσι τὸ κατεηγὸς <lb/>τοῦ σώματος κατ᾿ ἰθυωρίην, προσέχοντα τὸν
                        νόον, καὶ τῷ ἀνωτέρω <lb/>δὲ μᾶλλον ἢ τῷ κατωτέρω. Εἰ δέ τις μέλλοι καλῶς
                        καὶ εὐχερῶς <lb/>ἐργάζεσθαι, ἄξιον καὶ μηχανοποιήσασθαι, ὅκως κατάτασιν
                        δικαίην <lb/>καὶ μὴ βιαίην σχήσει τὸ κατεηγὸς τοῦ σώματος· μάλιστα δὲ <pb n="518"/> ἐν κνήμῃ ἐνδέχεται μηχανοποιέειν. Εἰσὶ μὲν οὖν τινες, οἳ ἐπὶ
                        πᾶσι <lb/>τοῖσι τῆς κνήμης κατήγμασι, καὶ τοῖσιν ἐπιδεομένοισι, καὶ
                        <lb/>τοῖσι μὴ ἐπιδεομένοισι, τὸν πόδα ἄκρον προσδέουσι πρὸς τὴν <lb/>κλίνην,
                        ἢ πρὸς ἄλλο τι ξύλον παρὰ τὴν κλίνην κατορύξαντες. Οὗτοι <lb/>μὲν οὖν πάντα
                        κακὰ ποιέουσιν, ἀγαθὸν δὲ οὐδέν· οὔτε γὰρ τοῦ κατατείνεσθαι <lb/>ἄκος ἐστὶ
                        τὸ προσδεδέσθαι τὸν πόδα, οὐδὲν γὰρ ἧσσον τὸ <lb/>ἄλλο σῶμα προσχωρήσει πρὸς
                        τὸν πόδα, καὶ οὕτως οὐκ ἂν ἔτι τείνοιτο· <lb/>οὔτ᾿ αὖ ἐς τὴν ἰθυωρίην οὐδὲν
                        ὠφελέει, ἀλλὰ καὶ <lb/>βλάπτει, στρεφομένου γὰρ τοῦ ἄλλου σώματος ἢ τῇ ἢ τῇ,
                        οὐδὲν <lb/>κωλύσει ὁ δεσμὸς τὸν πόδα καὶ τὰ ὀστέα τὰ τῷ ποδὶ προσηρτημένα
                        <lb/>ἐπακολουθέειν τῷ ἄλλῳ σώματι. Εἰ δὲ μὴ προσεδέδετο, ἧσσον <lb/>ἂν
                        διεστρέφετο· ἧσσον γὰρ ἂν ἐγκατελείπετο ἐν τῇ κινήσει τοῦ <lb/>ἄλλου
                        σώματος. Εἰ δέ τις σφαίρας δύο ῥάψαιτο ἐκ σκύτεος <lb/>αἰγυπτίου τοιαύτας
                        οἵας φοροῦσιν οἱ ἐν τῇσι μεγάλῃσι πέδῃσι <lb/>πολλὸν χρόνον πεπεδημένοι, αἱ
                        δὲ σφαῖραι ἔχοιεν ἔνθεν καὶ ἔνθεν <lb/>χιτῶνας, τὰ μὲν πρὸς τοῦ τρώματος
                        βαθυτέρους, τὰ δὲ πρὸς <lb/>τῶν ἄρθρων βραχυτέρους, εἶεν δὲ ὀγκηραὶ μὲν καὶ
                        μαλθακαὶ, ἁρμόζουσαι <lb/>δὲ, ἡ μὲν ἄνωθεν τῶν σφυρῶν, ἡ δὲ κάτωθεν τοῦ
                        γούνατος· <pb n="520"/> ἐκ δὲ πλαγίης ἄκρης δισσὰ ἡ κάτωθεν ἔχοι
                        προσηρτημένα, <lb/>ἢ ἁπλόου ἱμάντος, ἢ διπλόου, βραχέα ὥσπερ ἀγκύλας, τὰ μέν
                        τι τοῦ <lb/>σφυροῦ ἑκατέρωθεν, τὰ δέ τι τοῦ γούνατος· καὶ ἡ ἄνωθεν σφαῖρα
                            <pb n="522"/> ἕτερα τοιαῦτα ἔχοι κατὰ τὴν ἰθυωρίην τὴν αὐτήν. Κἄπειτα
                        κραναΐνας <lb/>ῥάβδους τέσσαρας λαβὼν ἴσον τὸ μέγεθος ἀλλήλῃσιν
                        <lb/>ἐχούσας, πάχος μὲν ὡς δακτυλιαίας, μῆκος δὲ ὡς κεκαμμέναι
                        <lb/>ἐναρμόσωσιν ἐς τὰ ἀπαιωρήματα, ἐπιμελόμενος ὅκως τὰ ἄκρα <lb/>τῶν
                        ῤάβδων μὴ ἐς τὸν χρῶτα, ἀλλ᾿ ἐς τὰ ἄκρα τῶν σφαιρέων ἐγκέλσει. <lb/>Εἶναι δὲ
                        χρὴ ζεύγεα τρία τῶν ῥάβδων, καὶ πλέω, καί τινι μακροτέρας <lb/>τὰς ἑτέρας
                        τῶν ἑτέρων, καί τινι καὶ βραχυτέρας <lb/>καὶ σμικροτέρας, ὡς καὶ μᾶλλον
                        διατείνειν, ἢν βούληται, <lb/>καὶ ἧσσον· ἔστωσαν δὲ αἱ ῥάβδοι ἑκάτεραι ἔνθεν
                        καὶ ἔνθεν <lb/>τῶν σφυρῶν. Ταῦτα τοίνυν εἰ καλῶς μηχανοποιηθείη, τήν τε
                        <lb/>κατάτασιν καὶ δικαίην ἂν παρέχοι καὶ ὁμαλὴν κατὰ τὴν <lb/>ἰθυωρίην, καὶ
                        τῷ τρώματι πόνος οὐδεὶς ἂν εἴη· τὰ γὰρ ἀποπιέσματα, <lb/>εἴ τι καὶ
                        ἀποπιέζοιτο, τὰ μὲν ἂν ἐς τὸν πόδα ἀπάγοιτο, τὰ δὲ ἐς <lb/>τὸν μηρόν· αἵ τε
                        ῥάβδοι εὐθετώτεραι, αἱ μὲν ἔνθεν, αἱ δὲ ἔνθεν <lb/>τῶν σφυρῶν, ὥστε μὴ
                        κωλύεσθαι τὴν θέσιν τῆς κνήμης· τό τε <lb/>τρῶμα εὐκατάσκεπτον καὶ
                        εὐβάστακτον· οὐδὲν γὰρ ἐμποδὼν, <lb/>εἴ τις ἐθέλοι τὰς δύο τῶν ῥάβδων τὰς
                        ἀνωτέρω αὐτὰς πρὸς ἀλλήλας <pb n="524"/> ζεῦξαι, καὶ ἢν τις κούφως βούληται
                        ἐπιβάλλειν, ὥστε τὸ <lb/>ἐπιβαλλόμενον μετέωρον ἀπὸ τοῦ τρώματος εἶναι. Εἰ
                        μὲν οὖν αἵ τε <lb/>σφαῖραι προσηνέες καὶ καλαὶ καὶ μαλθακαὶ καὶ καιναὶ
                        ῥαφεῖεν, <lb/>καὶ ἡ ἔντασις τῶν ῥάβδων χρηστῶς ἐνταθείη, ὥσπερ ἤδη εἴρηται,
                        <lb/>εὔχρηστον τὸ μηχάνημα· εἰ δέ τι τουτέων μὴ καλῶς ἕξει, βλάπτοι <lb/>ἂν
                        μᾶλλον ἢ ὠφελέοι. Χρὴ δὲ καὶ τὰς ἄλλας μηχανὰς ἢ καλῶς μηχανᾶσθαι, <lb/>ἢ μὴ
                        μηχανᾶσθαι· αἰσχρὸν γὰρ καὶ ἄτεχνον μηχανοποιέοντα <lb/>ἀμηχανοποιέεσθαι.
                    </p></div></div></body></text></TEI>