<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Τὰ δὲ οἰδήματα τὰ κατ᾿ ἰγνύην, ἢ κατὰ πόδα, ἢ κατά τι <lb/>ἄλλο
                        ἐξαειρεύμενα ὑπὸ τῆς πιέξιος, εἰρίοισι πουλλοῖσι, ῥυπαροῖσιν, <lb/>εὖ
                        κατεργασμένοισιν, οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ ῥήνας, κηρωτῇ ὑποχρίων, <lb/>καταδεῖν, καὶ
                        ἢν πιέζωσιν οἱ νάρθηκες, χαλᾷν. Θᾶσσον <lb/>ἰσχναίνοις δ᾿ ἂν, εἰ, ἀφιεὶς
                        τοὺς νάρθηκας, ὀθονίοισι συχνοῖσιν <pb n="488"/> ἐπιδέοις τὰ οἰδήματα,
                        ἀρξάμενος ἀπὸ τοῦ κατωτάτω ἐπὶ τὰ <lb/>ἄνω νεμόμενος· οὕτω γὰρ ἄν τάχιστα
                        ἰσχνὸν τὸ οἴδημα γένοιτο, <lb/>καὶ ὑπερθοίη ἂν ὑπὸ τὰ ἀρχαῖα ἐπιδέσματα.
                        Ἀλλ᾿ οὐ χρὴ <pb n="490"/> τούτῳ τῷ τρόπῳ χρῆσθαι τῆς ἐπιδέσιος, ἢν μὴ
                        κίνδυνος ᾖ ἐν <lb/>τῷ οἰδήματι φλυκταινώσιος ἢ μελασμοῦ· γίνεται δὲ οὐδὲν
                        τοιοῦτο, <lb/>ἢν μὴ ἄγαν τις πιέζῃ τὸ κάτηγμα, ἢ κατακρεμάμενον ἔχῃ, ἢ
                        <lb/>κνῆται τῇ χειρὶ, ἢ ἄλλο τι προσπίπτῃ ἐρεθιστικὸν πρὸς τὸν <lb/>χρῶτα.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>22. Σωλῆνα δὲ εἰ μέν τις ὑπ᾿ αὐτὸν τὸν μηρὸν ὑποθείη μὴ <lb/>ὑπερβάλλοντα τὴν
                        ἰγνύην, βλάπτοι ἂν μᾶλλον ἢ ὠφελέοι· οὔτε <lb/>γὰρ ἂν τὸ σῶμα κωλύοι, οὔτε
                        τὴν κνήμην, ἄνευ τοῦ μηροῦ κινέεσθαι. <lb/>Ἀσηρὸν γὰρ εἴη πρὸς τὴν ἰγνύην
                        προσβαλλόμενον· καὶ ὃ ἥκιστα δεῖ, <lb/>τοῦτ᾿ ἂν ἐποτρύνοι ποιέειν· ἥκιστα
                        γὰρ δεῖ κατὰ τὸ γόνυ <lb/>κάμπτειν· πᾶσαν γὰρ ἂν τύρβην παρέχοι τῇσιν
                        ἐπιδέσεσιν· καὶ <lb/>μηροῦ ἐπιδεδεμένου καὶ κνήμης, ὅστις κατὰ τὸ γόνυ
                        κάμπτοι, ἀνάγκη <lb/>ἂν εἴη τούτῳ τοὺς μύας ἄλλοτε ἄλλο σχῆμα ἴσχειν·
                        <lb/>ἀνάγκη δ᾿ ἂν εἴη καὶ τὰ ὀστέα τὰ κατεηγότα κίνησιν ἔχειν. Περὶ
                        <lb/>παντὸς οὖν ποιητέον τὴν ἰγνύην ἐντετάσθαι. Δοκέοι ἂν οὖν <lb/>μοι ὁ
                        σωλὴν, ὁ περιέχων πρὸς τὸν πόδα ἀπὸ τοῦ ἰσχίου, ὠφελέειν ὑποτιθέμενος·
                        <lb/>καὶ ἄλλως κατ᾿ ἰγνύην ταινίην χαλαρῶς περιβάλλειν <pb n="492"/> ξὺν τῷ
                        σωλῆνι, ὥσπερ τὰ παιδία ἐν τῇσι κοίτῃσι σπαργανοῦται· <lb/>εἶτα ἐπὴν ὁ μηρὸς
                        ἐς τὸ ἄνω διαστρέφοιτο, ἢ ἐς τὸ πλάγιον, εὐκατασχετώτερον <lb/>εἴη ἂν ξὺν τῷ
                        σωλῆνι οὕτως. Ἢ οὖν διαμπερὲς <lb/>εἴη ποιητέος ὁ σωλὴν, ἢ οὐ ποιητέος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Πτέρνης δὲ ἄχρης κάρτα χρὴ ἐπιμελέεσθαι, ὡς εὐθέτως <lb/>ἔχοι, καὶ ἐν
                        τοῖσι κατὰ κνήμην, καὶ ἐν τοῖσι κατὰ μηρὸν κατήγμασιν. <lb/>Ἢν μὲν γὰρ
                        ἀπαιωρῆται ὁ ποὺς, τῆς ἄλλης κνήμης ἡρματισμένης, <lb/>ἀνάγκη κατὰ τὸ
                        ἀντικνήμιον τὰ ὀστέα κυρτὰ φαίνεσθαι· ἢν δὲ <lb/>ἡ μὲν πτέρνη ὑψηλοτέρη ᾖ
                        τοῦ μετρίου ἡρματισμένη, ἡ δὲ ἄλλη <lb/>κνήμη ὑπομετέωρος ᾖ, ἀνάγκη τὸ
                        ὀστέον τοῦτο κατὰ τὸ ἀντικνήμιον <lb/>κοιλότερον φανῆναι τοῦ μετρίου,
                        προσέτι καὶ ἢν ἡ πτέρνη <lb/>τυγχάνῃ ἐοῦσα τοῦ ἀνθρώπου φύσει μεγάλη. Ἀτὰρ
                        καὶ κρατύνεται <lb/>πάντα τὰ ὀστέα βραδύτερον, ἢν μὴ κατὰ φύσιν κείμενα ᾖ,
                        καὶ τὰ <lb/>μὴ ἀτρεμέοντα ἐν τῷ αὐτέῳ σχήματι, καὶ αἱ πωρώσιες ἀσθενέστεραι.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. Ταῦτα μὲν δὴ, ὅσοισι τὰ μὲν ὀστέα· κατέηγεν, ἐξέχει <lb/>δὲ μὴ, μηδὲ
                        ἄλλως ἕλκος ἐγένετο. Οἷσι δὲ τὰ ὀστέα <pb n="494"/> κατέηγεν ἁπλῷ τῷ τρόπῳ,
                        καὶ μὴ πουλυσχιδεῖ, ἐξέσχε <lb/>δὲ, αὐθήμερα ἐμβληθέντα, ἢ τῇ ὑστεραίῃ, καὶ
                        κατὰ χώρην ἱζόμενα, <lb/>καὶ μὴ ἐπίδοξος ἡ ἀπόστασις παρασχίδων ὀστέων
                        ἀπιέναι, ἢ <lb/>καὶ οἷσιν ἕλκος μὲν ἐγένετο, τὰ δὲ ὀστέα τὰ κατεηγότα οὐκ
                        ἐξίσχει, <lb/>οὐδ᾿ ὁ τρόπος τῆς κατήξιος τοιοῦτος, οἷος παρασχίδας ὀστέων
                        <lb/>εἶναι ἐπιδόξους ἀναπλῶσαι, τοὺς τοιούτους οἱ μὲν μήτε μέγα <pb n="496"/> ἀγαθὸν, μήτε μέγα κακὸν ποιέοντες, ἰητρεύουσι τὰ μὲν ἕλκεα καθαρτικῷ
                        <lb/>τινι, ἢ πισσηρὴν ἐπιθέντες, ἢ ἔναιμον, ἢ ἄλλο τι ὧν εἰώθασι
                        <lb/>ποιέειν· ἐπάνω δὲ τοὺς οἰνηροὺς σπλῆνας ἢ εἴρια ῥυπαρὰ ἐπιδέουσιν,
                        <lb/>ἢ ἄλλο τι τοιοῦτον. Ἐπὴν δὲ τὰ ἕλκεα καθαρὰ γένηται, καὶ ἤδη ξυμφύηται,
                        <lb/>τότε τοῖσιν ὀθονίοισι συχνοῖσι πειρῶνται ἐπιδεῖν, καὶ νάρθηξι
                        <lb/>κατορθοῦν. Αὕτη μὲν ἡ ἴησις ἀγαθόν τι ποιέει, κακὸν δὲ οὐ μέγα. <lb/>Τὰ
                        μέντοι ὀστέα οὐχ ὁμοίως δύναται ἱδρύεσθαι ἐς τὴν ἑωυτῶν χώρην, <lb/>ἀλλά
                        τινι ὀγκηρότερα τὰ ὀστέα τοῦ καιροῦ ταύτῃ γίνεται· <lb/>γένοιτο δ᾿ ἂν καὶ
                        βραχύτερα, ὧν ἀμφότερα τὰ ὀστέα κατέηγεν ἢ πήχεος, <lb/>ἢ κνήμης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>25. Ἄλλοι δ᾿ αὖ τινές εἰσιν, οἳ ὀθονίοισι τὰ τοιαῦτα ἰητρεύουσιν <lb/>εὐθέως,
                        καὶ ἔνθεν μὲν καὶ ἔνθεν ἐπιδέουσι τοῖσιν ὀθονίοισι, <lb/>κατὰ δὲ τὸ ἕλκος
                        αὐτὸ διαλείπουσι, καὶ ἐῶσιν ἀνεψύχθαι· ἔπειτα <lb/>ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τὸ ἕλκος
                        τῶν καθαρτικῶν τι, καὶ σπλήνεσιν οἰνηροῖσιν, <lb/>ἢ εἰρίοισι ῥυπαροῖσι
                        θεραπεύουσιν. Αὕτη ἡ ἴησις κακὴ, <pb n="498"/> καὶ εἰκὸς τοὺς οὕτως
                        ἰητρεύοντας τὰ μέγιστα ἀσυνετέειν, καὶ ἐν τοῖσιν <lb/>ἄλλοισι κατήγμασι, καὶ
                        ἐν τοῖσι τοιούτοισιν. Μέγιστον γάρ ἐστι τὸ <lb/>γινώσκειν, καθ᾿ ὁποῖον
                        τρόπον χρὴ τὴν ἀρχὴν βάλλεσθαι τοῦ ὀθονίου, <lb/>καὶ καθ᾿ ὁποῖον μάλιστα
                        πεπιέχθαι, καὶ οἷά τε ὠφελέονται, ἢν ὀρθῶς <lb/>τις βάλληται τὴν ἀρχὴν καὶ
                        πιέζῃ ᾗ μάλιστα χρὴ, καὶ οἷα βλάπτονται, <lb/>ἢν μὴ ὀρθῶς τις βάλληται, μηδὲ
                        πιέζῃ ᾗ μάλιστα <lb/>χρὴ, ἀλλὰ ἔνθεν καὶ ἔνθεν. Εἴρηται μὲν οὖν καὶ ἐν τοῖσι
                        πρόσθεν <lb/>γεγραμμένοισιν, ὁποῖα ἀφ᾿ ἑκατέρου ἀποβαίνει· μαρτυρέει <lb/>δὲ
                        καὶ αὐτὴ ἡ ἰητρική· ἀνάγκη γὰρ τῷ οὕτως ἐπιδεομένῳ τὸ <lb/>οἶδος ἐξαείρεσθαι
                        ἐς αὐτὸ τὸ ἕλκος. Καὶ γὰρ εἰ ὑγιὴς χρὼς <lb/>ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐπιδεθείη, ἐν
                        μέσῳ δὲ διαλειφθείη, μάλιστα κατὰ τὴν <lb/>διάλειψιν οἰδήσειεν ἂν, καὶ
                        ἀχροιήσειεν· πῶς οὖν οὐχὶ ἕλκος <lb/>γε ταῦτα ἂν πάθοι; Ἀναγκαίως οὖν ἔχει
                        ἄχροον μὲν καὶ ἐκπεπλιγμένον <pb n="500"/> τὸ ἕλκος εἶναι, δακρυῶδές τε καὶ
                        ἀνεκπύητον, ὀστέα δὲ, <lb/>καὶ μὴ μέλλοντα ἀποστῆναι, ἀποστατικὰ γενέσθαι·
                        σφυγμῶδές τε <lb/>καὶ πυρῶδες τὸ ἕλκος ἂν εἴη. Ἀναγκάζονται δὲ διὰ τὸ οἶδος
                        <lb/>ἐπικαταπλάσσειν· ἀσύμφορον δὲ καὶ τοῦτο τοῖσιν ἔνθεν καὶ ἔνθεν
                        <lb/>ἐπιδεομένοισιν· ἄχθος γὰρ ἀνωφελὲς πρὸς τῷ ἄλλῳ σφυγμῷ ἐπιγίνεται.
                        <lb/>Τελευτῶντες δὲ ἀπολύουσι τὰ ἐπιδέσματα, ὁπόταν σφιν <lb/>παλιγκοτέῃ,
                        καὶ ἰητρεύουσι τὸ λοιπὸν ἄνευ ἐπιδέσιος· οὐδὲν <lb/>δ᾿ ἧσσον, καὶ ἤν τι ἄλλο
                        τρῶμα τοιοῦτο λάβωσι, τῷ αὐτῷ <lb/>τρόπῳ ἰητρεύουσιν· οὐ γὰρ οἴονται τὴν
                        ἐπίδεσιν τὴν ἔνθεν καὶ ἔνθεν, <lb/>καὶ τὴν ἀνάψυξιν τοῦ ἕλκεος αἰτίην εἶναι,
                        ἀλλ᾿ ἄλλην τινὰ <lb/>ἀτυχίην. Οὐ μέντοι γε ἂν ἔγραφον περὶ τουτέου τοσαῦτα,
                        εἰ <lb/>μὴ εὖ μὲν ᾔδειν ἀσύμφορον ἐοῦσαν τὴν ἐπίδεσιν, συχνοὺς δὲ <lb/>οὕτως
                        ἰητρεύοντας, ἐπίκαιρον δὲ τὸ ἀπομάθημα, μαρτύριον δὲ <lb/>τοῦ ὀρθῶς
                        γεγράφθαι τὰ πρόσθεν γεγραμμένα, εἴτε μάλιστα πιεστέα <lb/>τὰ κατήγματα,
                        εἴτε ἥκιστα. </p></div></div></body></text></TEI>