<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ἢν δὲ τὸ τοῦ μηροῦ ὀστέον καταγῇ, τὴν κατάτασιν <lb/>χρὴ ποιέεσθαι περὶ
                        παντὸς ὅκως μὴ ἐνδεεστέρως σχήσει· <lb/>πλεονασθεῖσα μὲν γὰρ οὐδὲν ἂν
                        σίνοιτο. Οὐδὲ γὰρ, εἰ διεστεῶτα <lb/>τὰ ὀστέα ὑπὸ τῆς ἰσχύος τῆς κατατάσιος
                        ἐπιδέοι τις, οὐκ ἂν δύναιτο <lb/>κρατέειν ἡ ἐπίδεσις, ὥστε διεστάναι, ἀλλὰ
                        συνέλθοι ἂν πρὸς ἄλληλα <lb/>τὰ ὀστέα, ὡς τάχιστα ἂν ἀφείησαν οἱ τείνοντες·
                        παχεῖαι <lb/>γὰρ καὶ ἰσχυραὶ αἱ σάρκες ἐοῦσαι, κρατήσουσι τῆς ἐπιδέσιος,
                        ἀλλ᾿ <lb/>οὐ κρατηθήσονται. Περὶ οὗ οὖν ὁ λόγος, διατείνειν εὖ μάλα καὶ
                        <lb/>ἀδιαστρέπτως χρὴ, μηδὲν ἐπιλείποντα· μεγάλη γὰρ ἡ αἰσχύνη <lb/>καὶ
                        βλάβη βραχύτερον τὸν μηρὸν ἀποδεῖξαι. Χεὶρ μὲν γὰρ, βραχυτέρη <lb/>γενομένη,
                        καὶ ξυγκρυφθείη ἂν, καὶ οὐ μέγα τὸ σφάλμα· <lb/>σκέλος δὲ βραχύτερον
                        γενόμενον, χωλὸν ἀποδείξειε τὸν ἄνθρωπον· <lb/>τὸ γὰρ ὑγιὲς ἐλέγχει
                        παρατιθέμενον, μακρότερον ἐὸν, ὥστε λυσιτελέει <lb/>τὸν μέλλοντα κακῶς
                        ἰητρεύεσθαι, ἀμφότερα καταγῆναι τὰ σκέλεα <lb/>μᾶλλον ἢ τὸ ἕτερον· ἰσόῤῥοπος
                        γοῦν ἂν εἴη αὐτὸς ἑωυτῷ. <lb/>Ἐπὴν μέντοι ἱκανῶς κατατανύσῃς, κατορθωσάμενον
                        χρὴ τοῖσι θέναρσι <lb/>τῶν χειρῶν ἐπιδεῖν τὸν αὐτὸν τρόπον, ὥσπερ καὶ
                        πρόσθεν <lb/>γέγραπται, καὶ τὰς ἀρχὰς βαλλόμενον, ὥσπερ εἴρηται, καὶ
                        νεμόμενον <lb/>ἐς τὸ ἄνω τῇ ἐπιδέσει. Καὶ ὑποκρινέσθω ταὐτὰ ὥσπερ <lb/>καὶ
                        πρόσθεν, καὶ πονεέτω κατὰ ταὐτὰ καὶ ῥηῖζέτω, καὶ μετεπιδείσθω <pb n="484"/>
                        ὡσαύτως· καὶ ναρθήκων πρόσθεσις ἡ αὐτή. Κρατύνεται δὲ <lb/>ὁ μηρὸς ἐν
                        πεντήκοντα ἡμέρῃσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Προσξυνιέναι δὲ χρὴ καὶ τόδε, ὅτι ὁ μηρὸς γαῦσός ἐστιν ἐς <lb/>τὸ ἔξω
                        μέρος, ἢ ἐς τὸ ἔσω, καὶ ἐς τὸ ἔμπροσθεν μᾶλλον, ἢ ἐς τοὔπισθεν· <lb/>ἐς
                        ταῦτα τοίνυν τὰ μέρεα καὶ διαστρέφεται, ἐπὴν μὴ καλῶς <lb/>ἰητρεύηται· καὶ
                        δὴ καὶ κατὰ ταῦτα ἀσαρκότερος αὐτὸς ἑωυτοῦ <lb/>ἐστιν, ὥστε οὐδὲ ξυγκρύπτειν
                        δύνανται ἐν τῇ διαστροφῇ. Ἢν <lb/>οὖν τι τοιοῦτον ὑποπτεύῃς, μηχανοποιέεσθαι
                        χρὴ οἷά περ ἐν τῷ βραχίονι <lb/>τῷ διεστραμμένῳ παρῄνηται. Προσπεριβάλλειν
                        δὲ χρὴ ὀλίγα <lb/>τῶν ὀθονίων κύκλῳ ἀμφὶ τὸ ἰσχίον καὶ τὰς ἰξύας, ὅκως ἂν
                        <lb/>οἱ βουβῶνές τε καὶ τὸ ἄρθρον τὸ κατὰ τὴν πλιχάδα καλεομένην <pb n="486"/> προσεπιδέηται· καὶ γὰρ ἄλλως ξυμφέρει, καὶ ὅκως μὴ τὰ ἄκρεα <lb/>τῶν
                        ναρθήκων σίνηται πρὸς τὰ ἀνεπίδετα προσβαλλόμενα. Ἀπολείπειν <lb/>δὲ χρὴ ἀπὸ
                        τοῦ γυμνοῦ αἰεὶ τοὺς νάρθηκας, καὶ ἔνθεν καὶ <lb/>ἔνθεν, ἱκανῶς· καὶ τὴν
                        θέσιν αἰεὶ τῶν ναρθήκων προμηθέεσθαι <lb/>χρὴ, ὅκως μήτε κατὰ τὸ ὀστέον, τῶν
                        ἐξεχόντων παρὰ τὰ ἄρθρα <lb/>φύσει πεφυκότων, μήτε τὸ νεῦρον ἔσται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Τὰ δὲ οἰδήματα τὰ κατ᾿ ἰγνύην, ἢ κατὰ πόδα, ἢ κατά τι <lb/>ἄλλο
                        ἐξαειρεύμενα ὑπὸ τῆς πιέξιος, εἰρίοισι πουλλοῖσι, ῥυπαροῖσιν, <lb/>εὖ
                        κατεργασμένοισιν, οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ ῥήνας, κηρωτῇ ὑποχρίων, <lb/>καταδεῖν, καὶ
                        ἢν πιέζωσιν οἱ νάρθηκες, χαλᾷν. Θᾶσσον <lb/>ἰσχναίνοις δ᾿ ἂν, εἰ, ἀφιεὶς
                        τοὺς νάρθηκας, ὀθονίοισι συχνοῖσιν <pb n="488"/> ἐπιδέοις τὰ οἰδήματα,
                        ἀρξάμενος ἀπὸ τοῦ κατωτάτω ἐπὶ τὰ <lb/>ἄνω νεμόμενος· οὕτω γὰρ ἄν τάχιστα
                        ἰσχνὸν τὸ οἴδημα γένοιτο, <lb/>καὶ ὑπερθοίη ἂν ὑπὸ τὰ ἀρχαῖα ἐπιδέσματα.
                        Ἀλλ᾿ οὐ χρὴ <pb n="490"/> τούτῳ τῷ τρόπῳ χρῆσθαι τῆς ἐπιδέσιος, ἢν μὴ
                        κίνδυνος ᾖ ἐν <lb/>τῷ οἰδήματι φλυκταινώσιος ἢ μελασμοῦ· γίνεται δὲ οὐδὲν
                        τοιοῦτο, <lb/>ἢν μὴ ἄγαν τις πιέζῃ τὸ κάτηγμα, ἢ κατακρεμάμενον ἔχῃ, ἢ
                        <lb/>κνῆται τῇ χειρὶ, ἢ ἄλλο τι προσπίπτῃ ἐρεθιστικὸν πρὸς τὸν <lb/>χρῶτα.
                    </p></div></div></body></text></TEI>