<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ἐπὴν δὲ κατορθώσῃ, ἐπιδεῖν τοῖσιν ὀθονίοισι κατατεταμένα, <lb/>ἤν τ᾿ ἐπὶ
                        δεξιὰ, ἤν τ᾿ ἐπ᾿ ἀριστερὰ περιφέρειν ξυμφέρῃ <lb/>αὐτέοισι τὰ πρῶτα ὀθόνια·
                        βαλλέσθω δὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ <lb/>ὀθονίου κατὰ τὸ κάτηγμα, καὶ περιβαλλέσθω
                        κατὰ τοῦτο τὰς <lb/>πρώτας περιβολάς· κἄπειτα νεμέσθω ἐπὶ τὴν ἄνω κνήμην
                        ἐπιδέων, <lb/>ὥσπερ ἐπὶ τοῖσιν ἄλλοισι κατήγμασιν εἴρηται. Τὰ δὲ ὀθόνια
                        <lb/>πλατύτερα χρὴ εἶναι, καὶ μακρότερα καὶ πλέω πουλὺ <lb/>τὰ κατὰ τὸ
                        σκέλος τῶν ἐν τῇ χειρί. Ἐπὴν δὲ ἐπιδήσῃς, καταθεῖναι <lb/>ἐφ᾿ ὁμαλοῦ τινος
                        καὶ μαλθακοῦ, ὥστε μὴ διεστράφθαι ἢ <lb/>τῇ, ἢ τῇ, μήτε λορδὸν, μήτε κυφὸν
                        εἶναι· μάλιστα δὲ ξυμφέρει προσκεφάλαιον, <lb/>ἢ λίνεον, ἢ ἐρίνεον, μὴ
                        σκληρὸν, λαπαρὸν μέσον <lb/>κατὰ μῆκος ποιήσαντα, ὑποθεῖναι, ἢ ἄλλο τι ὃ
                        τούτῳ ἔοικεν. <lb/>Περὶ γὰρ τῶν σωλήνων τῶν ὑποτιθεμένων ὑπὸ τὰ σκέλεα τὰ
                        κατεηγότα, <lb/>ἀπορέω ὅ τι ξυμβουλεύσω, εἰ ὑποτιθέναι χρὴ ἢ οὔ. Ὠφελέουσι
                        <lb/>μὲν γὰρ, οὐχ ὅσον δὲ οἱ ὑποτιθέντες οἴονται. Οὐ γὰρ <pb n="476"/>
                        ἀναγκάζουσιν οἱ σωλῆνες ἀτρεμέειν, ὡς οἴονται· οὔτε γὰρ τῷ ἄλλῳ <lb/>σώματι
                        στρεφομένῳ ἢ ἔνθα, ἢ ἔνθα, ἐπαναγκάζει ὁ σωλὴν μὴ <lb/>ἐπακολουθέειν τὸ
                        σκέλος, ἢν μὴ ἐπιμελῆται αὐτὸς ὥνθρωπος. <lb/>οὔτε αὖ τὸ σκέλος ἄνευ τοῦ
                        σώματος κωλύει ὁ σωλὴν κινηθῆναι ἢ τῇ <lb/>ἢ τῇ. Ἀλλὰ μὴν ἀστεργέστερον
                        ξύλον ὑποτετάσθαι, ἢν μὴ ὁμῶς <lb/>ἄν τις μαλθακόν τι ἐς αὐτὸ ἐντεθῇ.
                        Εὐχρηστότατον δέ ἐστιν <lb/>ἐν τῇσι μεθυποστρώσεσι, καὶ ἐν τῇσιν ἐς ἄφοδον
                        προχωρήσεσιν. <lb/>Ἔστιν οὖν σὺν σωλῆνι καὶ ἄνευ σωλῆνος καὶ καλῶς καὶ
                        αἰσχρῶς <lb/>κατασκευάσασθαι· πιθανώτερον δὲ τοῖσι δημότῃσίν ἐστι, καὶ
                        <lb/>τὸν ἰητρὸν ἀναμαρτητότερον εἶναι, ἢν σωλὴν ὑποκέηται· καίτοι
                        <lb/>ἀτεχνέστερόν γέ ἐστιν. Δεῖ μὲν γὰρ ἐφ᾿ ὁμαλοῦ καὶ μαλθακοῦ <lb/>κεῖσθαι
                        πάντη πάντως ἐς ἰθύ· ἐπεί τοί γε ἀνάγκη κρατηθῆναι τὴν <lb/>ἐπίδεσιν ὑπὸ τῆς
                        διαστροφῆς τῆς ἐν τῇ θέσει, ὅποι ἂν ῥέπῃ, καὶ <lb/>ὁκόσα ἂν ῥέπῃ.
                        Ὑποκρινέσθω δὲ ὁ ἐπιδεδεμένος ταὐτὰ, ἅπερ <lb/>καὶ πρότερον εἴρηται· καὶ γὰρ
                        τὴν ἐπίδεσιν χρὴ τοιαύτην εἶναι, καὶ <lb/>τὸ οἴδημα οὕτως ἐξαείρεσθαι ἐς τὰ
                        ἄκρεα, καὶ τὰς χαλάσιας <lb/>οὕτω, καὶ τὰς μετεπιδέσιας διὰ τρίτης, καὶ
                        εὑρισκέσθω <pb n="478"/> ἰσχνότερον τὸ ἐπιδεόμενον, καὶ τὰς ἐπιδέσιας ἐπὶ
                        μᾶλλον ποιέεσθαι, <lb/>καὶ πλέοσι τοῖσιν ὀθονίοισιν· περιλαμβάνειν τε καὶ
                        τὸν πόδα χαλαρῶς, <lb/>ἢν μὴ ἄγαν ἐγγὺς ᾖ τοῦ γούνατος τὸ τρῶμα. Κατατείνειν
                        δὲ <lb/>μετρίως καὶ ἐπικατορθοῦν ἐφ᾿ ἑκάστῃ ἐπιδέσει χρὴ τὰ ὀστέα· ἢν
                        <lb/>γὰρ ὀρθῶς μὲν ἰητρεύηται, κατὰ λόγον δὲ τὸ οἴδημα χωρέῃ, ἔτι μὲν
                        <lb/>λεπτότερον καὶ ἰσχνότερον τὸ ἐπιδεόμενον χωρίον ἔσται, ἔτι δὲ αὖ
                        <lb/>παραγωγότερα τὰ ὀστέα, ἐνακούοντα τῆς κατατάσιος μᾶλλον. <lb/>Ἐπὴν δὲ
                        ἑβδομαῖος, ἢ ἐναταῖος, ἢ ἑνδεκαταῖος γένηται, τοὺς <lb/>νάρθηκας
                        προστιθέναι, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τοῖσιν ἄλλοισι κατήγμασιν <lb/>εἴρηται. Τῶν δὲ
                        ναρθήκων τὰς ἐνέδρας χρὴ φυλάσσεσθαι κατά <lb/>τε τῶν σφυρῶν τὴν ἴξιν, καὶ
                        κατὰ τὸν τένοντα τὸν ἐν τῇ κνήμῃ τοῦ <lb/>ποδός. Ὀστέα δὲ κνήμης κρατύνεται
                        ἐν τεσσαράκοντα ἡμέρῃσιν, ἢν <lb/>ὀρθῶς ἰητρεύηται. Ἢν δὲ ὑποπτεύῃς τῶν
                        ὀστέων τι δεῖσθαί <lb/>τινος διορθώσιος, ἤ τινα ἕλκωσιν ὀῤῥωδέῃς, ἐν τῷ
                        μεσηγὺ χρόνῳ <lb/>χρὴ λύσαντα καὶ εὐθετισάμενον μετεπιδῆσαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ἢν δὲ τὸ ἕτερον ὀστέον κατεηγῇ ἐν κνήμῃ, κατατάσιος <lb/>μὲν ἀσθενεστέρης
                        δεῖται, οὐ μὴν ἐπιλείπειν χρὴ, οὐδὲ βλακεύειν <lb/>ἐν τῇ κατατάσει, μάλιστα
                        μὲν ἐν τῇ πρώτῃ ἐπιδέσει κατατείνεσθαι, <lb/>ὅσον ἐφικνέεται αἰεί ποτε πάντα
                        τὰ κατήγματα, εἰ δὲ μὴ, <lb/>ὡς τάχιστα· ὅ τι γὰρ ἂν μὴ κατὰ τρόπον
                        ηὐθετισμένων τῶν <lb/>ὀστέων ἐπιδέων τις πιέζῃ, ὀδυναίτερον τὸ χωρίον
                        γίνεται. <lb/>Ἡ δὲ ἄλλη ἰητρείη ἡ αὐτή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Τῶν δὲ ὀστέων τὸ μὲν ἔσω τοῦ ἀντικνημίου καλεομένου ὀχλωδέστερον <pb n="480"/> ἐν τῇ ἰητρείῃ ἐστὶ, καὶ κατατάσιος μᾶλλον δεόμενον, <lb/>καὶ
                        ἢν μὴ ὀρθῶς τὰ ὀστέα τεθῇ, ἀδύνατον κρύψαι, φανερὸν γὰρ καὶ <lb/>ἄσαρκον πᾶν
                        ἐστιν· καὶ ἐπιβαίνειν ἐπὶ τὸ σκέλος πολλῷ βραδύτερον <lb/>δύναιντ᾿ ἂν,
                        τουτέου κατεηγότος. Ἢν δὲ τὸ ἔξω ὀστέον <lb/>κατεηγῇ, πουλὺ μὲν εὐφορώτερον
                        φέρουσι, πουλὺ δ᾿ εὐκρυπτότερον, <lb/>καὶ ἢν μὴ καλῶς ξυντεθῇ, ἐπίσαρκον γάρ
                        ἐστιν· ἐπὶ <lb/>πόδας τε ταχέως ἵστανται, τὸ πλεῖστον γὰρ τοῦ ἄχθεος ὀχέει
                        τὸ <lb/>ἔσωθεν τοῦ ἀντικνημίου ὀστέον. Ἅμα μὲν γὰρ αὐτῷ τῷ σκέλει καὶ
                        <lb/>τῇ ἰθυωρίῃ τοῦ ἄχθεος τοῦ κατὰ τὸ σκέλος, τὸ πλεῖον ἔχει τοῦ πονου
                        <lb/>τὸ ἔσω ὀστέον· τοῦ γὰρ μηροῦ ἡ κεφαλὴ ὑπεροχέει τὸ ὕπερθεν <lb/>τοῦ
                        σώματος, αὕτη δὲ εἴσωθεν πέφυκε τοῦ σκέλεος, καὶ <lb/>οὐκ ἔξωθεν, ἀλλὰ κατὰ
                        τὴν τοῦ ἀντικνημίου ἴξιν· ἅμα δὲ τὸ <lb/>ἄλλο ἥμισυ τοῦ σώματος γειτονεύεται
                        μᾶλλον ταύτῃ τῇ ἴξει, <lb/>ἀλλ᾿ οὐχὶ τῇ ἔξωθεν· ἅμα δὲ, ὅτι παχύτερον τὸ ἔσω
                        τοῦ ἐξωθεν, <lb/>ὥσπερ τὸ ἐν τῷ πήχει τὸ κατὰ τὴν τοῦ μικροῦ δακτύλου
                        <lb/>ἴξιν λεπτότερον καὶ μακρότερον. Ἐν μέντοι τῷ ἄρθρῳ τῷ κάτω <lb/>οὐχ
                        ὁμοίη ἡ ὑπότασις τοῦ ὀστέου τοῦ μακροτέρου· ἀνομοίως <lb/>γὰρ ὁ ἀγκὼν καὶ ἡ
                        ἰγνύη κάμπτεται. Διὰ οὖν ταύτας τὰς <lb/>προφάσιας, τοῦ μὲν ἔξωθεν ὀστέου
                        κατεηγότος, ταχεῖαι αἱ <lb/>ἐπιβάσιες, τοῦ δὲ ἔσωθεν κατεηγότος, βραδεῖαι αἱ
                        ἐπιβάσιες. </p></div><pb n="482"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ἢν δὲ τὸ τοῦ μηροῦ ὀστέον καταγῇ, τὴν κατάτασιν <lb/>χρὴ ποιέεσθαι περὶ
                        παντὸς ὅκως μὴ ἐνδεεστέρως σχήσει· <lb/>πλεονασθεῖσα μὲν γὰρ οὐδὲν ἂν
                        σίνοιτο. Οὐδὲ γὰρ, εἰ διεστεῶτα <lb/>τὰ ὀστέα ὑπὸ τῆς ἰσχύος τῆς κατατάσιος
                        ἐπιδέοι τις, οὐκ ἂν δύναιτο <lb/>κρατέειν ἡ ἐπίδεσις, ὥστε διεστάναι, ἀλλὰ
                        συνέλθοι ἂν πρὸς ἄλληλα <lb/>τὰ ὀστέα, ὡς τάχιστα ἂν ἀφείησαν οἱ τείνοντες·
                        παχεῖαι <lb/>γὰρ καὶ ἰσχυραὶ αἱ σάρκες ἐοῦσαι, κρατήσουσι τῆς ἐπιδέσιος,
                        ἀλλ᾿ <lb/>οὐ κρατηθήσονται. Περὶ οὗ οὖν ὁ λόγος, διατείνειν εὖ μάλα καὶ
                        <lb/>ἀδιαστρέπτως χρὴ, μηδὲν ἐπιλείποντα· μεγάλη γὰρ ἡ αἰσχύνη <lb/>καὶ
                        βλάβη βραχύτερον τὸν μηρὸν ἀποδεῖξαι. Χεὶρ μὲν γὰρ, βραχυτέρη <lb/>γενομένη,
                        καὶ ξυγκρυφθείη ἂν, καὶ οὐ μέγα τὸ σφάλμα· <lb/>σκέλος δὲ βραχύτερον
                        γενόμενον, χωλὸν ἀποδείξειε τὸν ἄνθρωπον· <lb/>τὸ γὰρ ὑγιὲς ἐλέγχει
                        παρατιθέμενον, μακρότερον ἐὸν, ὥστε λυσιτελέει <lb/>τὸν μέλλοντα κακῶς
                        ἰητρεύεσθαι, ἀμφότερα καταγῆναι τὰ σκέλεα <lb/>μᾶλλον ἢ τὸ ἕτερον· ἰσόῤῥοπος
                        γοῦν ἂν εἴη αὐτὸς ἑωυτῷ. <lb/>Ἐπὴν μέντοι ἱκανῶς κατατανύσῃς, κατορθωσάμενον
                        χρὴ τοῖσι θέναρσι <lb/>τῶν χειρῶν ἐπιδεῖν τὸν αὐτὸν τρόπον, ὥσπερ καὶ
                        πρόσθεν <lb/>γέγραπται, καὶ τὰς ἀρχὰς βαλλόμενον, ὥσπερ εἴρηται, καὶ
                        νεμόμενον <lb/>ἐς τὸ ἄνω τῇ ἐπιδέσει. Καὶ ὑποκρινέσθω ταὐτὰ ὥσπερ <lb/>καὶ
                        πρόσθεν, καὶ πονεέτω κατὰ ταὐτὰ καὶ ῥηῖζέτω, καὶ μετεπιδείσθω <pb n="484"/>
                        ὡσαύτως· καὶ ναρθήκων πρόσθεσις ἡ αὐτή. Κρατύνεται δὲ <lb/>ὁ μηρὸς ἐν
                        πεντήκοντα ἡμέρῃσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Προσξυνιέναι δὲ χρὴ καὶ τόδε, ὅτι ὁ μηρὸς γαῦσός ἐστιν ἐς <lb/>τὸ ἔξω
                        μέρος, ἢ ἐς τὸ ἔσω, καὶ ἐς τὸ ἔμπροσθεν μᾶλλον, ἢ ἐς τοὔπισθεν· <lb/>ἐς
                        ταῦτα τοίνυν τὰ μέρεα καὶ διαστρέφεται, ἐπὴν μὴ καλῶς <lb/>ἰητρεύηται· καὶ
                        δὴ καὶ κατὰ ταῦτα ἀσαρκότερος αὐτὸς ἑωυτοῦ <lb/>ἐστιν, ὥστε οὐδὲ ξυγκρύπτειν
                        δύνανται ἐν τῇ διαστροφῇ. Ἢν <lb/>οὖν τι τοιοῦτον ὑποπτεύῃς, μηχανοποιέεσθαι
                        χρὴ οἷά περ ἐν τῷ βραχίονι <lb/>τῷ διεστραμμένῳ παρῄνηται. Προσπεριβάλλειν
                        δὲ χρὴ ὀλίγα <lb/>τῶν ὀθονίων κύκλῳ ἀμφὶ τὸ ἰσχίον καὶ τὰς ἰξύας, ὅκως ἂν
                        <lb/>οἱ βουβῶνές τε καὶ τὸ ἄρθρον τὸ κατὰ τὴν πλιχάδα καλεομένην <pb n="486"/> προσεπιδέηται· καὶ γὰρ ἄλλως ξυμφέρει, καὶ ὅκως μὴ τὰ ἄκρεα <lb/>τῶν
                        ναρθήκων σίνηται πρὸς τὰ ἀνεπίδετα προσβαλλόμενα. Ἀπολείπειν <lb/>δὲ χρὴ ἀπὸ
                        τοῦ γυμνοῦ αἰεὶ τοὺς νάρθηκας, καὶ ἔνθεν καὶ <lb/>ἔνθεν, ἱκανῶς· καὶ τὴν
                        θέσιν αἰεὶ τῶν ναρθήκων προμηθέεσθαι <lb/>χρὴ, ὅκως μήτε κατὰ τὸ ὀστέον, τῶν
                        ἐξεχόντων παρὰ τὰ ἄρθρα <lb/>φύσει πεφυκότων, μήτε τὸ νεῦρον ἔσται. </p></div></div></body></text></TEI>