<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Τὰ δὲ κοινωνέοντα τοῖσι τῆς κνήμης ὀστέοισι μείζω τε <lb/>τῶν ἑτέρων
                        ἐστὶ, καὶ κινηθέντων τούτων πουλυχρονιωτέρη ἡ <lb/>ἄλθεξις. Ἴησις μὲν οὖν ἡ
                        αὐτή· ὀθονίοισι δὲ πλείοσι <pb n="452"/> χρέεσθαι, καὶ σπλήνεσιν· καὶ ἐπὶ
                        πᾶν ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐπιδέειν· <lb/>πιέζειν δὲ, ὥσπερ καὶ τἄλλα πάντα, ταύτῃ
                        μάλιστα ᾗ <lb/>ἐκινήθη, καὶ τὰς πρώτας περιβολὰς τῶν ὀθονίων κατὰ ταῦτα
                        <lb/>ποιέεσθαι. Ἐν δὲ ἑκάστῃ τῶν ἀπολυσίων ὕδατι πολλῷ θερμῷ <lb/>χρέεσθαι·
                        ἐν πᾶσι δὲ πολλὸν ὕδωρ θερμὸν καταχέειν τοῖσι κατ᾿ <lb/>ἄρθρα σίνεσιν. Αἱ δὲ
                        πιέξιες καὶ αἱ χαλάσιες ἐν τοῖσιν αὐτέοισι <lb/>χρόνοισι τὰ αὐτὰ σημεῖα
                        δεικνυόντων, ἅπερ ἐπὶ τοῖσι πρόσθεν· <lb/>καὶ τὰς μετεπιδέσιας ὡσαύτως χρὴ
                        ποιέεσθαι. Ὑγιέες δὲ τελέως <lb/>οὗτοι γίνονται ἐν τεσσαράκοντα ἡμέρῃσι
                        μάλιστα, ἢν τολμέωσι <lb/>κατακεῖσθαι· ἢν δὲ μὴ, πάσχουσι ταῦτα ἃ καὶ
                        πρότερον, καὶ <lb/>ἐπὶ μᾶλλον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ὅσοι δὲ πηδήσαντες ἀφ᾿ ὑψηλοῦ τινος ἐστηρίξαντο τῇ <lb/>πτέρνῃ ἰσχυρῶς,
                        τουτέοισι διισταται μὲν τὰ ὀστέα, φλέβια δ᾿ <lb/>ἐκχυμοῦνται ἀμφιφλασθείσης
                        τῆς σαρκὸς ἀμφὶ τὸ ὀστέον, οἴδημα <lb/>δὲ ἐπιγίνεται καὶ πόνος πουλύς. Τὸ
                        γὰρ ὀστέον τοῦτο οὐ σμικρόν <lb/>ἐστι, καὶ ὑπερέχει μὲν ὑπὸ τὴν ἰθυωρίην τῆς
                        κνήμης, κοινωνέει δὲ <lb/>φλεψὶ καὶ νεύροισιν ἐπικαίροισιν· ὁ τένων δὲ ὁ
                        ὀπίσθιος τούτῳ <lb/>προσήρτηται τῷ ὀστέῳ. Τούτους χρὴ ἰητρεύειν μὲν κηρωτῇ
                        καὶ <lb/>σπλήνεσι καὶ ὀθονίοισιν· ὕδατι δὲ θερμῷ πλείστῳ ἐπὶ τουτέοισι
                        <lb/>χρῆσθαι· καὶ ὀθονίων πλειόνων ἐπὶ τουτέοισι δεῖ, καὶ <lb/>ἄλλως ὡς
                        βελτίστων καὶ προσηνεστάτων. Καὶ ἢν μὲν τύχῃ <pb n="454"/> ἁπαλὸν τὸ δέρμα
                        φύσει ἔχων τὸ ἀμφὶ τῇ πτέρνῃ, ἐᾷν οὕτως· <lb/>ἢν δὲ παχὺ καὶ σκληρὸν, οἷα
                        μετεξέτεροι ἴσχουσιν, κατατάμνειν <lb/>χρὴ ὁμαλῶς, καὶ διαλεπτύνειν μὴ
                        διατιτρώσκοντα. <lb/>Ἐπιδεῖν δὲ ἀγαθῶς οὐ παντὸς ἀνδρός ἐστι τὰ τοιαῦτα· ἢν
                        γάρ <lb/>τις ἐπιδέῃ, ὥσπερ καὶ τὰ ἄλλα τὰ κατὰ τὰ σφυρὰ ἐπιδεῖται, <lb/>ὁτὲ
                        μὲν περὶ τὸν πόδα περιβαλλόμενος, ὁτὲ δὲ περὶ τὸν τένοντα, <lb/>αἱ
                        ἀποσφίγξιες αὗται χωρίζουσι τὴν πτέρνην, ᾗ τὸ φλάσμα <lb/>ἐγένετο· καὶ οὕτω
                        κίνδυνος σφακελίσαι τὸ ὀστέον τὸ τῆς πτέρνης· <lb/>καίτοι ἢν σφακελίσῃ, τὸν
                        αἰῶνα πάντα ἱκανὸν ἀντίσχειν τὸ <lb/>νόσημα. Καὶ γὰρ τἄλλα ὅσα μὴ ἐκ
                        τοιούτου τρόπου σφακελίζει, <lb/>ἀλλ᾿ ἐν κατακλίσει μελανθείσης τῆς πτέρνης
                        ὑπὸ ἀμελείης τοῦ <lb/>σχήματος, ἢ ἐν κνήμῃ τρώματος γενομένου ἐπικαίρου καὶ
                        <lb/>χρονίου καὶ κοινοῦ τῇ πτέρνῃ, ἢ ἐν μηρῷ, ἢ ἐπὶ ἄλλῳ νουσήματι
                        <lb/>ὑπτιασμοῦ χρονίου γενομένου, ὁμῶς καὶ τοῖσι τοιούτοισι <lb/>χρόνια, καὶ
                        ὀχλώδεα, καὶ πολλάκις ἀναῤῥηγνύμενα, ἢν μὴ <lb/>χρηστῇ μὲν μελέτῃ θεραπευθῇ,
                        πολλῇ δ᾿ ἡσυχίῃ, ὡς τά <pb n="456"/> γε σφακελίζοντα· ἐκ τοῦ τοιούτου δὲ
                        τρόπου σφακελίζοντα καὶ <lb/>κινδύνους μεγάλους τῷ σώματι παρέχει πρὸς τῇ
                        ἄλλῃ λύμῃ. Καὶ <lb/>γὰρ πυρετοὶ ὑπεροξέες, ξυνεχέες, τρομώδεες, λυγγώδεες,
                        <lb/>γνώμης ἁπτόμενοι, καὶ ὀλιγήμεροι, κτείνοντές τε· γένοιντο δ᾿ ἂν
                        <lb/>καὶ φλεβῶν αἱμοῤῥόων πελιώσιες, ναυσιώσιες, καὶ γαγγραινώσιες <lb/>ὑπὸ
                        τῆς πιέξιος· γένοιτο δ᾿ ἂν ταῦτα ἔξω τοῦ ἄλλου σφακελισμοῦ. <lb/>Ταῦτα μὲν
                        οὖν εἴρηται, οἷα τὰ ἰσχυρότατα φλάσματα <lb/>γίνεται· τὰ μέντοι πλεῖστα
                        ἡσυχαίως ἀμφιφλᾶται, καὶ οὐδεμίη <lb/>πολλὴ σπουδὴ τῆς μελέτης, ἀλλ᾿ ὅμως
                        ὀρθῶς γε χρὴ <lb/>χειρίζειν. Ἐπὴν μέντοι ἰσχυρὸν δόξῃ εἶναι τὸ ἔρεισμα, τά
                        τε <lb/>εἰρημένα ποιέειν χρὴ, καὶ τὴν ἐπίδεσιν τὴν πλείστην ποιέεσθαι ἀμφὶ
                        <lb/>τὴν πτέρνην περιβάλλοντα, ἄλλοτε πρὸς τὰ ἄκρα τοῦ ποδὸς
                        ἀντιπεριβάλλοντα, <lb/>ἄλλοτε πρὸς τὰ μέσα, ἄλλοτε πρὸ ςτὰ περὶ τὴν κνήμην·
                        <lb/>προσεπιδεῖν δὲ καὶ τὰ πλησίον πάντα ἔνθεν καὶ ἔκθεν, ὥσπερ <lb/>καὶ
                        πρόσθεν εἴρηται· καὶ ἰσχυρὴν μὲν μὴ ποιέεσθαι τὴν πίεξιν, <lb/>ἐν πολλοῖσι
                        δὲ τοῖσιν ὀθονίοισιν· ἄμεινον δὲ καὶ ἐλλέβορον <pb n="458"/> πιπίσκειν
                        αὐθημερὸν, ἢ τῇ ὑστεραίῃ· ἀπολῦσαι δὲ τριταῖον, <lb/>καὶ αὖθις μετεπιδῆσαι.
                        Σημεῖα δὲ τάδε, ἢν <lb/>παλιγκοταίνῃ, ἢ οὔ· ἐπὴν μὲν τὰ ἐκχυμώματα τῶν
                        φλεβῶν, <lb/>καὶ τὰ μελάσματα, καὶ τὰ ἐγγὺς ἐκείνων ὑπέρυθρα γίνηται καὶ
                        <lb/>ὑπόσκληρα, κίνδυνος παλιγκοτῆσαι. Ἀλλ᾿ ἢν μὲν ἀπύρετος ᾖ,
                        <lb/>φαρμακεύειν ἄνω χρὴ, ὥσπερ εἴρηται, καὶ ὅσα ἂν μὴ ξυνεχῆ
                        <lb/>πυρεταίνηται· ἢν δὲ ξυνεχῆ πυρεταίνητα:, μὴ φαρμακεύειν, <lb/>ἀπέχειν
                        δὲ σιτίων καὶ ῥοφημάτων, ποτῷ δὲ χρῆσθαι ὕδατι, καὶ <lb/>μὴ οἴνῳ, ἀλλὰ τῷ
                        ὀξυγλυκεῖ. Ἢν δὲ μὴ μέλλῃ παλιγκοταίνειν, <lb/>τὰ ἐκχυμώματα καὶ τὰ
                        μελάσματα καὶ τὰ περιέχοντα ὑπόχλωρα <lb/>γίνεται καὶ οὐ σκληρά· ἀγαθὸν
                        τοῦτο τὸ μαρτύριον ἐν πᾶσι <lb/>τοῖσιν ἐκχυμώμασιν, τοῖσι μὴ μέλλουσι
                        παλιγκοταίνειν· ὅσα δὲ <lb/>σὺν σκληρύσμασι πελιοῦται, κίνδυνος μὲν
                        μελανθῆναι. Τὸν δὲ <lb/>πόδα ἐπιτηδεύειν χρὴ, ὅκως ἀνωτέρω τοῦ ἄλλου σώματος
                        ἔσται τὰ <lb/>πλεῖστα ὀλίγον. Ὑγιὴς δ᾿ ἂν γένοιτο ἐν ἑξήκοντα ἡμέρῃσιν, εἰ
                        <lb/>ἀτρεμέοι. </p></div><pb n="460"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ἡ δὲ κνήμη δύο ὀστέα ἐστὶ, τῇ μὲν συχνῷ λεπτότερον <lb/>τὸ ἕτερον τοῦ
                        ἑτέρου, τῇ δὲ οὐ πολλῷ λεπτότερον· ξυνέχεται δὲ <lb/>ἀλλήλοισι τὰ πρὸς τοῦ
                        ποδὸς, καὶ ἐπίφυσιν κοινὴν ἔχει, ἐν ἰθυωρίῃ <lb/>δὲ τῆς κνήμης οὐ ξυνέχεται·
                        τὰ δὲ πρὸς τοῦ μηροῦ ξυνέχεται, καὶ <lb/>ἐπίφυσιν ἔχει, καὶ ἡ ἐπίφυσις
                        διάφυσιν· μακρότερον δὲ τὸ ἕτερον <lb/>ὀστέον σμικρῷ τὸ κατὰ τὸν σμικρὸν
                        δάκτυλον· ἡ μὲν φύσις <lb/>τοιαύτη τῶν ὀστέων τῶν ἐν τῇ κνήμῃ. </p></div></div></body></text></TEI>