<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΑΓΜΩΝ.</head><p>1. Ἐχρῆν τὸν ἰητρὸν τῶν ἐκπτωσίων τε καὶ κατηγμάτων <lb/>ὡς ἰθυτάτας τὰς
                        κατατάσιας ποιέεσθαι· αὕτη γὰρ ἡ δικαιοτάτη <lb/>φύσις. Ἢν δέ τι ἐγκλίνῃ ἢ
                        τῇ ἢ τῇ, ἐπὶ τὸ πρηνὲς ῥέπειν· <lb/>ἐλάσσων γὰρ ἡ ἁμαρτὰς ἢ ἐπὶ τὸ ὕπτιον.
                        Οἱ μὲν οὖν <lb/>μηδὲν προβουλεύσαντες οὐδὲν ἐξαμαρτάνουσιν ὡς ἐπὶ τὸ
                        <lb/>πουλύ· αὐτὸς γὰρ ὁ ἐπιδεόμενος τὴν χεῖρα ἀπορέγει, οὕτως <pb n="414"/>
                        ὑπὸ τῆς δικαίης φύσιος ἀναγκαζόμενος· οἱ δὲ ἰητροὶ σοφιζόμενοι <lb/>δῆθεν
                        ἐστὶν οἳ ἁμαρτάνουσιν. Σπουδὴ μὲν οὐ πολλὴ χεῖρα <lb/>κατεαγυῖαν χειρίσαι,
                        καὶ παντὸς δὲ ἰητροῦ, ὡς ἔπος εἰπεῖν· ἀναγκάζομαι <lb/>δ᾿ ἐγὼ πλείω γράφειν
                        περὶ αὐτέου, ὅτι οἶδα ἰητροὺς <lb/>σοφοὺς δόξαντας εἶναι ἀπὸ σχημάτων χειρὸς
                        ἐν ἐπιδέσει, ἀφ᾿ <lb/>ὧν ἀμαθέας αὐτέους ἐχρῆν δοκέειν εἶναι. Ἄλλα γὰρ πολλὰ
                        <lb/>οὕτω ταύτης τῆς τέχνης κρίνεται· τὸ γὰρ ξενοπρεπὲς οὔπω <lb/>ξυνιέντες
                        εἰ χρηστὸν, μᾶλλον ἐπαινέουσιν, ἢ τὸ ξύνηθες, <lb/>ὃ ἤδη οἴδασιν ὅτι
                        χρηστὸν, καὶ τὸ ἀλλόκοτον, ἢ τὸ εὔδηλον. <lb/>Ῥητέον οὖν ὁκόσας ἐθέλω τῶν
                        ἁμαρτάδων τῶν ἰητρῶν, τὰς <lb/>μὲν ἀποδιδάξαι, τὰς δὲ διδάξαι περὶ τῆς
                        φύσιος τῆς χειρός· <lb/>καὶ γὰρ ἄλλων ὀστέων τῶν κατὰ τὸ σῶμα δίδαγμα ὅδε ὁ
                        λόγος <lb/>ἐστίν. </p></div><pb n="416"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Τὴν μὲν οὖν χεῖρα, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἔδωκέ τις ἐπιδῆσαι, <pb n="418"/>
                        πρηνέα ποιήσας· ὁ δ᾿ ἠνάγκαζεν οὕτως ἔχειν, ὥς περ οἱ <lb/>τοξεύοντες, ἐπὴν
                        τὸν ὦμον ἐμβάλλωσι, καὶ οὕτως ἔχουσαν <lb/>ἐπέδει, νομίζων ἑωυτῷ εἶναι τοῦτο
                        αὐτέῃ τὸ κατὰ φύσιν· καὶ <lb/>μαρτύριον ἐπήγετο τά τε ὀστέα ἅπαντα τὰ ἐν τῷ
                        πήχει, <lb/>ὅτι ἰθυωρίην κατάλληλα εἶχε, τήν τε ὁμοχροίην, ὅτι αὐτὴ
                        <lb/>καθ᾿ ἑωυτὴν τὴν ἰθυωρίην ἔχει οὕτω καὶ ἐκ τοῦ ἔξωθεν μέρεος <lb/>καὶ ἐκ
                        τοῦ ἔσωθεν· οὕτω δὲ ἔφη καὶ τὰς σάρκας καὶ τὰ νεῦρα <lb/>πεφυκέναι, καὶ τὴν
                        τοξικὴν ἐπήγετο μαρτύριον. Ταῦτα λέγων <lb/>καὶ ταῦτα ποιέων, σοφὸς ἐδόκεεν
                        εἶναι· τῶν δὲ ἄλλων τεχνέων <lb/>ἐπελελήθει, καὶ ὁκόσα ἰσχύϊ ἐργάζονται, καὶ
                        ὁκόσα τεχνήμασιν, <lb/>οὐκ εἰδὼς ὅτι ἄλλο ἐν ἄλλῳ τὸ κατὰ φύσιν σχῆμά ἐστιν,
                        καὶ ἐν τῷ <lb/>αὐτέῳ ἔργῳ ἕτερα τῆς δεξιῆς χειρὸς σχήματα κατὰ φύσιν ἐστὶ,
                        καὶ <lb/>ἕτερα τῆς ἀριστερῆς, ἢν οὕτω τύχῃ. Ἄλλο μὲν γὰρ σχῆμα ἐν <pb n="420"/> ἀκοντισμῷ κατὰ φύσιν, ἄλλο δὲ ἐν σφενδονήσει, ἄλλο δὲ ἐν
                        <lb/>λιθοβολίῃσιν, ἄλλο ἐν πυγμῇ, ἄλλο ἐν τῷ ἐλινύειν. Ὁκόσας δ᾿ <lb/>ἄν τις
                        τέχνας εὕροι, ἐννοέοι οὐ τὸ αὐτὸ σχῆμα τῶν χειρέων <lb/>κατὰ φύσιν εἶναι ἐν
                        ἑκάστῃ τῶν τεχνέων· ἀλλὰ πρὸς τὸ ἄρμενον <lb/>ὃ ἂν ἔχῃ ἕκαστος, καὶ πρὸς τὸ
                        ἔργον ὃ ἂν ἐπιτελέσασθαι θέλῃ, <lb/>σχηματίζονται αἱ χεῖρες. Τοξικὴν δὲ
                        ἀσκέοντι εἰκὸς τοῦτο τὸ σχῆμα <lb/>κράτιστον εἶναι τῆς ἑτέρης χειρός· τοῦ
                        γὰρ βραχίονος τὸ γιγγλυμοειδὲς, <lb/>ἐν τῇ τοῦ πήχεος βαθμίδι ἐν τουτέῳ τῷ
                        σχήματι <lb/>ἐρεῖδον, ἰθυωρίην ποιέει τοῖσιν ὀστέοισι τοῦ πήχεος καὶ τοῦ
                        βραχίονος, <lb/>ὡς εἰ ἓν εἴη τὸ πᾶν· καὶ ἡ ἀνάκλασις τοῦ ἄρθρου κέκλασται
                        <lb/>ἐν τουτέῳ τῷ σχήματι. Εἰκὸς μὲν οὖν οὕτως ἀκαμπτότατόν <lb/>τε καὶ
                        τετανώτατον εἶναι τὸ χωρίον, καὶ μὴ ἡσσᾶσθαι, <lb/>μηδὲ ξυνδιδόναι,
                        ἑλκομένης τῆς νευρῆς ὑπὸ τῆς δεξιῆς χειρός· <pb n="422"/> καὶ οὕτως ἐπὶ
                        πλεῖστον μὲν τὴν νευρὴν ἑλκύσει, ἀφήσει δὲ <lb/>ἀπὸ στερεωτάτου καὶ
                        ἀθροωτάτου· ἀπὸ τῶν τοιουτέων γὰρ ἀφεσίων <lb/>τῶν τοξευμάτων, ταχεῖαι καὶ
                        αἱ ἰσχύες καὶ τὰ μήκεα γίνονται. <lb/>Ἐπιδέσει δὲ καὶ τοξικῇ οὐδὲν κοινόν.
                        Τοῦτο μὲν γὰρ, <lb/>εἰ ἐπιδήσας ἔχειν τὴν χεῖρα οὕτως ἐκέλευε; πόνους ἂν
                        ἄλλους <lb/>πολλοὺς προσετίθει μείζονας τοῦ τρώματος· τοῦτο δ᾿, εἰ ξυγκάμψαι
                        <lb/>ἐκέλευεν, οὔτε τὰ ὀστέα, οὔτε τὰ νεῦρα, οὔτε αἱ σάρκες ἔτι <lb/>ἐν τῷ
                        αὐτέῳ ἐγίνοντο. ἀλλὰ ἄλλῃ μετεκοσμεῖτο, κρατέοντα τὴν <lb/>ἐπίδεσιν· καὶ τί
                        ὄφελός ἐστι τοξικοῦ σχήματος; Καὶ ταῦτα ἴσως <lb/>οὐκ ἂν ἐξημάρτανε
                        σοφιζόμενος, εἰ εἴα τὸν τετρωμένον <lb/>αὐτὸν τὴν χεῖρα παρασχέσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Ἄλλος δ᾿ αὖ τις τῶν ἰητρῶν ὑπτίην τὴν χεῖρα δοὺς, οὕτω <lb/>κατατείνειν
                        ἐκέλευε, καὶ οὕτως ἔχουσαν ἐπέδει, τοῦτο νομίζων τὸ <lb/>κατὰ φύσιν εἶναι,
                        τῷ τε χροῒ σημαινόμενος, καὶ τὰ ὀστέα νομίζων <lb/>κατὰ φύσιν εἶναι οὕτως,
                        ὅτι φαίνεται τὸ ἐξέχον ὀστέου τὸ παρὰ τὸν καρπὸν, <lb/>ᾗ ὁ σμικρὸς δάκτυλος,
                        κατ᾿ ἰθυωρίην εἶναι τοῦ ὀστέου ἀφ᾿ <pb n="424"/> ὁτέου τὸν πῆχυν οἱ ἄνθρωποι
                        μετρέουσιν. Ταῦτα τὰ μαρτύρια <lb/>ἐπήγετο, ὅτι κατὰ φύσιν οὕτως ἔχει, καὶ
                        ἐδόκεεν εὖ λέγειν. Ἀλλὰ <lb/>τοῦτο μὲν, εἰ ὑπτίη ἡ χεὶρ κατατείνοιτο,
                        ἰσχυρῶς πονοίη ἄν· <lb/>γνοίη δ᾿ ἄν τις τὴν ἑωυτοῦ χεῖρα κατατείνας, ὡς
                        ἐπώδυνον τὸ <lb/>σχῆμα. Ἐπεὶ καὶ ἀνὴρ ἥσσων κρέσσονα διαλαβὼν οὕτως εὖ
                        <lb/>τῇσιν ἑωυτοῦ χερσὶν, ὡς κλᾶται ὁ ἄγκων ὕπτιος, ἄγοι ἂν ὅπῃ <lb/>ἐθέλοι·
                        οὔτε γὰρ εἰ ξίφος ἐν ταύτῃ τῇ χειρὶ ἔχοι, ἔχοι ἂν ὅ τι <lb/>χρήσαιτο τῷ
                        ξίφει, οὕτω βίαιον τοῦτο τὸ σχῆμά ἐστιν. Τοῦτο δὲ, <lb/>εἰ ἐπιδήσας τις ἐν
                        τουτέῳ τῷ σχήματι ἐῴη, μέζων μὲν πόνος, <lb/>εἰ περιιοι, μέγας δὲ καὶ εἰ
                        κατακέοιτο. Τοῦτο δὲ, εἰ ξυγκάμψει <lb/>τὴν χεῖρα, ἀνάγκη πᾶσα τούς τε μύας
                        καὶ τὰ ὀστέα ἄλλο σχῆμα <lb/>ἔχειν. Ἠγνόει δὲ καὶ τάδε τὰ ἐν τῷ σχήματι
                        χωρὶς τῆς ἄλλης <lb/>λύμης· τὸ γὰρ ὀστέον τὸ παρὰ τὸν καρπὸν ἐξέχον, τὸ κατὰ
                        τὸν σμικρὸν <lb/>δάκτυλον, τοῦτο μὲν τοῦ πήχεός ἐστιν· τὸ δ᾿ ἐν τῆ ξυγκάμψει
                        <lb/>ἐὸν, ἀπ᾿ ὅτευ τὸν πῆχυν οἱ ἄνθρωποι μετρέουσι, τοῦτο δὴ <pb n="426"/>
                        τοῦ βραχίονος ἡ κεφαλή ἐστιν. Ὁ δὲ ᾤετο τωὐτὸ ὀστέον εἶναι <lb/>τοῦτό τε
                        κακεῖνο, πολλοὶ δὲ καὶ ἄλλοι· ἔστι δ᾿ ἐκείνῳ τῷ ὀστέῳ <lb/>τωὐτὸ ὁ ἄγκων
                        καλεόμενος, ᾧ ποτὶ στηριζόμεθα. Οὕτως οὖν <lb/>ὑπτίην ἔχοντι τὴν χεῖρα,
                        τοῦτο μὲν, τὸ ὀστέον διεστραμμένον φαίνεται· <lb/>τοῦτο δὲ, τὰ νεῦρα τὰ ἀπὸ
                        τοῦ καρποῦ τείνοντα ἐκ τοῦ εἴσω <lb/>μέρεος καὶ ἀπὸ τῶν δακτύλων, ταῦτα
                        ὑπτίην ἔχοντι τὴν χεῖρα <lb/>διεστραμμένα γίνεται· τείνει τε γὰρ ταῦτα τὰ
                        νεῦρα πρὸς τὸ τοῦ <lb/>βραχίονος ὀστέον, ὅθεν ὁ πῆχυς μετρεῖται. Αὗται
                        τοσαῦται καὶ <lb/>τοιαῦται αἱ ἁμαρτάδες καὶ ἄγνοιαι τῆς φύσιος τῆς χειρός.
                        Εἰ <lb/>δ᾿, ὡς ἐγὼ κελεύω, χεῖρα κατεαγυῖαν κατατείνοι τις, ἐπιστρέψει
                        <lb/>μὲν τὸ ὀστέον ἐς ἰθὺ, τὸ κατὰ τὸν σμικρὸν δάκτυλον, <lb/>τὸ ἐς τὸν
                        ἀγκῶνα τεῖνον, ἰθυωρίην δὲ ἕξει τὰ νεῦρα τὰ ἀπὸ τοῦ <lb/>καρποῦ πρὸς τοῦ
                        βραχίονος τὰ ἄκρα τείνοντα· ἀναλαμβανομένη <lb/>δὲ ἡ χεὶρ ἐν παραπλησίῳ
                        σχήματι ἔσται, ἐν ᾧ περ καὶ ἐπιδεομένη, <lb/>ἄπονος μὲν ὁδοιπορέοντι, ἄπονος
                        δὲ κατακειμένῳ καὶ ἀκάματος. <lb/>Καθίννυσθαι δὲ χρὴ τὸν ἄνθρωπον οὕτως,
                        ὅκως ᾖ τὸ <lb/>ἐξέχον τοῦ ὀστέου πρὸς τὴν λαμπροτάτην τῶν παρεουσέων αὐγέων,
                        <lb/>ὡς μὴ λάθῃ τὸν χειρίζοντα ἐν τῇ κατατάσει, εἰ ἱκανῶς <lb/>ἐξίθυνται.
                        Τοῦ γε μὴν ἐμπείρου οὐδ᾿ ἂν τὴν χεῖρα λάθοι ἐπαγομένην <lb/>τὸ ἐξέχον· ἀτὰρ
                        καὶ ἀλγέει μάλιστα κατὰ τὸ ἐξέχον ψαυόμενον. </p></div></div></body></text></TEI>