<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg007.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Καὶ ἐῤῥωγότος τοῦ ὀστέου, ἐσφλᾶται τὸ ὀστέον ἐκ τῆς <pb n="204"/> φύσιος
                        τῆς ἑωυτοῦ ἔσω σὺν ῥωγμῇσιν· ἄλλως γὰρ οὐκ ἂν ἐσφλασθείη· <lb/>τὸ γὰρ
                        ἐσφλώμενον, ἀποῤῥηγνύμενόν τε καὶ καταγνύμενον, <lb/>ἐσφλᾶται ἔσω ἀπὸ τοῦ
                        ἄλλου ὀστέου μένοντος ἐν τῇ φύσει τῇ ἑωυτοῦ· <lb/>καὶ δὴ οὕτω ῥωγμὴ ἂν
                        προσείη τῇ ἐσφλάσει· τρίτος οὗτος τρόπος. <lb/>Ἐσφλᾶται δὲ τὸ ὀστέον πολλὰς
                        ἰδέας· καὶ γὰρ ἐπὶ πλέον τοῦ <lb/>ὀστέου καὶ ἐπ᾿ ἔλασσον, καὶ μᾶλλόν τε καὶ
                        ἐς βαθύτερον κάτω, καὶ <lb/>ἧσσόν τε καὶ ἐπιπολαιότερον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Καὶ ἕδρης γενομένης ἐν τῷ ὀστέῳ βέλεος, προσγένοιτο ἂν <lb/>ῥωγμὴ τῇ
                        ἑδραίῃ· καὶ φλάσιν προσγενέσθαι ἀναγκαῖόν ἐστιν, ἢ <pb n="206"/> μᾶλλον, ἢ
                        ἧσσον, ἤνπερ καὶ ῥωγμὴ προσγένηται, ἐνθάπερ ἡ ἕδρη <lb/>ἐγένετο καὶ ἡ ῥωγμὴ,
                        καὶ ἐν τῷ ὀστέῳ τῷ περιέχοντι τήν τε ἕδρην <lb/>καὶ τὴν ῥωγμήν· τέταρτος
                        οὗτος τρόπος. Καὶ ἕδρη μὲν ἂν γένοιτο, <lb/>φλάσιν ἔχουσα τοῦ ὀστέου περὶ
                        αὐτὴν, ῥωγμὴ δὲ οὐκ ἂν προσγένοιτο <pb n="208"/> τῇ ἕδρῃ καὶ τῇ φλάσει ὑπὸ
                        τοῦ βέλεος. Καὶ ἕδρη δὲ τοῦ βέλεος <lb/>γίγνεται ἐν τῷ ὀστέῳ· ἕδρη δὲ
                        καλέεται, ὅταν, μένον τὸ ὀστέον <lb/>ἐν τῇ ἑωυτοῦ φύσει, τὸ βέλος στηρίξαν
                        ἐς τὸ ὀστέον δῆλον ποιήσῃ <lb/>ὅκου ἐστήριξεν. Ἐν δὲ τῷ τρόπῳ ἑκάστῳ πλέονες
                        ἰδέαι γίγνονται· <lb/>καὶ περὶ μὲν φλάσιός τε καὶ ῥωγμῆς, ἢν ἄμφω ταῦτα
                        <lb/>προσγένηται τῇ ἕδρῃ, καὶ ἢν φλάσις μούνη γένηται, ἤδη πέφρασται,
                        <lb/>ὅτι πολλαὶ ἰδέαι γίνονται καὶ τῆς φλάσιος καὶ τῆς ῥωγμῆς. <lb/>Ἡ δὲ
                        ἕδρη αὐτὴ ἐφ᾿ ἑωυτῆς γίνεται, μακροτέρη καὶ βραχυτέρη <lb/>ἐοῦσα, καὶ
                        καμπυλωτέρη, καὶ ἰθυτέρη, καὶ κυκλοτερής· καὶ <lb/>πολλαὶ ἄλλαι ἰδέαι τοῦ
                        τοιουτέου τρόπου, ὁκοῖον ἄν τι καὶ τὸ <lb/>σχῆμα τοῦ βέλεος ᾖ· αὐταὶ δὲ καὶ
                        βαθύτεραι τὸ κάτω καὶ <lb/>μᾶλλον καὶ ἧσσον, καὶ στενότεραι, καὶ εὐρύτεραι,
                        καὶ πάνυ εὐρέαι. <lb/>Ἣ διακέκοπται διακοπὴ δ᾿, ὁκοσητισοῦν γιγνομένη
                        <lb/>μήκεός τε καὶ εὐρήτητος ἐν τῷ ὀστέῳ, ἕδρη ἐστὶν, ἢν τὰ ἄλλα <pb n="210"/> ὀστέα τὰ περιέχοντα τὴν διακοπὴν μένῃ ἐν τῇ φύσει τῇ ἑωυτέων, <lb/>καὶ μὴ
                        ξυνεσφλᾶται τῇ διακοπῇ ἔσω ἐκ τῆς φύσιος τῆς <lb/>ἑωυτέων· οὕτω δ᾿ ἔσφλασις
                        ἂν εἴη, καὶ οὐκ ἔτι ἕδρη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ὀστέον τιτρώσκεται ἄλλῃ τῆς κεφαλῆς, ἢ ᾗ τὸ ἕλκος <lb/>ἔχει ὥνθρωπος, καὶ
                        τὸ ὀστέον ἐψιλώθη τῆς σαρκός· πέμπτος <lb/>οὗτος τρόπος. Καὶ ταύτην τὴν
                        ξυμφορὴν, ὅταν γένηται, οὐκ ἂν <lb/>ἔχοις ὠφελῆσαι οὐδέν. Οὐδὲ γὰρ, εἰ
                        πέπονθε τὸ κακὸν τοῦτο, οὐκ <lb/>ἔστιν ὅκως χρὴ αὐτὸν ἐξελέγξαντα εἰδέναι εἰ
                        πέπονθε τὸ κακὸν <lb/>τοῦτο ὥνθρωπος, οὐδ᾿ ὅκοι τῆς κεφαλῆς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Τούτων τῶν τρόπων τῆς κατήξιος ἐς πρίσιν ἀφήκει, ἤ τε <lb/>φλάσις ἡ ἀφανὴς
                        ἰδεῖν, καὶ ἤν πως τύχῃ φανερὴ γενομένη, καὶ <lb/>ἡ ῥωγμὴ ἡ ἀφανὴς ἰδεῖν, καὶ
                        ἢν φανερὴ ᾖ. Καὶ ἢν, ἕδρης <lb/>γενομένης τοῦ βέλεος ἐν τῷ ὀστέῳ,
                        προσγένηται ῥωγμὴ καὶ φλάσις <lb/>τῇ ἕδρῃ, καὶ ἢν φλάσις μοῦνον προσγένηται
                        ἄνευ ῥωγμῆς τῇ ἕδρῃ, <lb/>καὶ αὕτη ἐς πρίσιν ἀφήκει. Τὸ δ᾿ ἔσω ἐσφλώμενον
                        ὀστέον ἐκ τῆς <lb/>φύσιος τῆς ἑωυτοῦ, ὀλίγα τῶν πολλῶν πρίσιος προσδεῖται·
                            <pb n="212"/> καὶ τὰ μάλιστα ἐσφλασθέντα καὶ μάλιστα καταῤῥαγέντα, ταῦτα
                        <lb/>πρίσιος ἥκιστα κέχρηται· οὐδὲ ἕδρη αὐτὴ ἐφ᾿ ἑωυτῆς <lb/>γενομένη ἄτερ
                        ῥωγμῆς καὶ φλάσιος, οὐδὲ οὐτὴ πρίσιος δεῖται· <lb/>οὐδ᾿ ἡ διακοπὴ, ἢν μεγάλη
                        καὶ εὐρέη, οὐδ᾿ αὐτή· διακοπὴ <lb/>γὰρ καὶ ἕδρη τωὐτόν ἐστιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Πρῶτον δὲ χρὴ τὸν τρωματίην σποπεῖσθαι, ὅπη ἔχει τὸ <lb/>τρῶμα τῆς
                        κεφαλῆς, ἐἴτ᾿ ἐν τοῖσιν ἐσχυροτέροισιν, εἴτ᾿ ἐν τοῖσιν <lb/>ἀσθενεστέροισι,
                        καὶ τὰς τρίχας καταμανθάνειν τὰς περὶ τὸ ἕλκος, εἰ <lb/>διακεκόφαται ὑπὸ τοῦ
                        βέλεος, καὶ εἰ ἔσω ἤϊσαν ἐς τὸ τρῶμα· καὶ <lb/>ἢν τοῦτο ᾖ, φάναι κινδυνεύειν
                        τὸ ὀστέον ψιλὸν εἶναι τῆς σαρκὸς, καὶ <lb/>ἔχειν τι σίνος τὸ ὀστέον ὑπὸ τοῦ
                        βέλεος. Ταῦτα μὲν οὖν χρὴ <lb/>ἀπόπροσθεν σκεψάμενον λέξαι, μὴ ἁπτόμενον τοῦ
                        ἀνθρώπου· <lb/>ἁπτόμενον δ᾿ ἤδη πειρᾶσθαι εἰδέναι σάφα, εἴ ἐστι ψιλὸν τὸ
                        ὀστέον <lb/>τῆς σαρκὸς, ἢ οὔ· καὶ ἢν μὲν καταφανὲς ᾖ τοῖσιν ὀφθαλμοῖσι τὸ
                        <lb/>ὀστέον ψιλόν· εἰ δὲ μὴ, τῇ μήλῃ σκέπτεσθαι. Καὶ ἢν μὲν εὕρῃς <pb n="214"/> ψιλὸν ἐὸν τὸ ὀστέον τῆς σαρκὸς, καὶ μὴ ὑγιὲς ἀπὸ τοῦ τρώματος,
                        χρὴ <lb/>τοῦ ἐν τῷ ὀστέῳ ἐόντος τὴν διάγνωσιν πρῶτα ποιέεσθαι, ὁρέοντα
                        <lb/>ὅσον τέ ἐστι τὸ κακὸν, καὶ τίνος δεῖται ἔργου. Χρὴ δὲ καὶ ἐρωτᾷν
                        <lb/>τὸν τετρωμένον, ὅκως ἔπαθε καὶ τίνα τρόπον. Ἢν δὲ μὴ καταφανὲς <lb/>ᾖ
                        τὸ ὀστέον, εἰ ἔχει τι κακὸν ἢ μὴ ἔχει, πολλῷ ἔτι χρὴ <lb/>μᾶλλον τὴν
                        ἐρώτησιν ποιέεσθαι, ψιλοῦ ἐόντος τοῦ ὀστέου, τὸ τρῶμα <lb/>ὅκως ἐγένετο, καὶ
                        ὅντινα τρόπον· τὰς γὰρ φλάσιας καὶ τὰς <lb/>ῥωγμὰς τὰς οὐ φαινομένας ἐν τῷ
                        ὀστέῳ, ἐνεούσας δὲ, ἐκ τῆς ὑποκρίσιος <lb/>τοῦ τετρωμένου πρῶτον
                        διαγινώσκειν πειρῆσθαι, εἴ τι πέπονθε <lb/>τουτέων τὸ ὀστέον ἢ οὐ πέπονθεν,
                        ἔπειτα δὲ καὶ λόγῳ καὶ <lb/>ἔργῳ ἐξελέγχειν πλὴν μηλώσιος. Μήλωσις γὰρ οὐκ
                        ἐξελέγχει, εἰ <lb/>πέπονθέ τι τουτέων τῶν κακῶν τὸ ὀστέον, καὶ εἴ τι ἔχει ἐν
                        <lb/>ἑωυτέῳ, ἢ οὐ πέπονθεν· ἀλλ᾿ ἕδρην τε τοῦ βέλεος ἐξελέγχει μήλωσις,
                        <lb/>καὶ ἢν ἐμφλασθῇ τὸ ὀστέον ἔσω ἐκ τῆς φύσιος τῆς ἑωυτέου, <lb/>καὶ ἢν
                        ἰσχυρῶς ῥαγῇ τὸ ὀστέον, ἅπερ καὶ τοῖσιν ὀφθαλμοῖσι <lb/>καταφανέα ἐστὶν
                        ὁρῶντα γιγνώσκειν. </p></div></div></body></text></TEI>