<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg007.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ὀστέον δὲ, ὅ τι δεῖ ἀποστῆναι ἀπὸ τοῦ ἄλλου ὀστέου, <lb/>ἕλκεος ἐν κεφαλῇ
                        γενομένου, ἕδρης τε ἐούσης τοῦ βέλεος ἐν τῷ ὀστέῳ, <lb/>ἢ ἄλλως ἐπὶ πουλὺ
                        ψιλωθέντος τοῦ ὀστέου, ἀφίσταται ἐπὶ πουλὺ <lb/>ἔξαιμον γινόμενον.
                        Ἀναξηραίνεται γὰρ τὸ αἷμα ἐκ τοῦ ὀστέου ὑπό <lb/>τε τοῦ χρόνου καὶ ὑπὸ
                        φαρμάκων τῶν πλείστων· τάχιστα δ᾿ ἆν <lb/>ἀποσταίη, εἴ τις τὸ ἕλκος ὡς
                        τάχιστα καθήρας ξηραίνοι τὸ λοιπὸν <lb/>τό τε ἕλκος καὶ τὸ ὀστέον, καὶ τὸ
                        μεῖζον καὶ τὸ ἧσσον. Τὸ γὰρ τάχιστα <lb/>ἀποξηρανθὲν καὶ ἀποστρακωθὲν τούτῳ
                        μάλιστα ἀφίεται <lb/>ἀπὸ τοῦ ἄλλου ὀστέου τοῦ ἐναίμου τε καὶ ζῶντος αὐτέου,
                        ἔξαιμόν τε <lb/>γενόμενον καὶ ξηρὸν τῷ ἐναίμῳ καὶ ζῶντι μάλα ἐφίσταται. </p></div><pb n="248"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ὅσα δὲ τῶν ὀστέων ἐσφλᾶται ἔσω ἐκ τῆς φύσιος τῆς ἑωυτῶν,
                        <lb/>καταῤῥαγέντα ἢ καὶ διακοπέντα πάνυ εὐρέα, ἀκινδυνότερα τὰ <lb/>τοιαῦτα
                        γίνεται, ἐπὴν ἡ μῆνιγξ ὑγιὴς ᾖ· καὶ τὰ πλέοσι ῥωγμῇσιν <lb/>ἐσκαταῤῥαγέντα
                        καὶ εὐρυτέρῃσιν, ἔτι ἀκινδυνότερα καὶ εὐμαρέστερα <lb/>ἐς τὴν ἀφαίρεσιν
                        γίνεται. Καὶ οὐ χρὴ πρίειν τῶν τοιούτων οὐδὲν, <lb/>οὐδὲ κινδυνεύειν τὰ
                        ὀστέα πειρώμενον ἀφαιρέειν, πρὶν ἢ αὐτόματα <lb/>ἐπανίῃ, οἴδεος πρῶτον
                        χαλάσαντος. Ἐπανέρχεται δὲ τῆς σαρκὸς <pb n="250"/> ὑποφυομένης· ὑποφύεται
                        δὲ ἐκ τῆς διπλόης τοῦ ὀστέου καὶ ἐκ τοῦ <lb/>ὑγιέος, ἢν ἡ ἄνωθεν μοῖρα μούνη
                        σφακελίσῃ. Οὕτω δ᾿ ἂν τάχιστα <lb/>ἥ τε σὰρξ ὑποφύοιτο καὶ βλαστάνοι, καὶ τὰ
                        ὀστέα ἐπανίοι, εἴ τις τὸ <lb/>ἕλκος ὡς τάχιστα διάπυον ποιήσας καθαρὸν
                        ποιήσηται. Καὶ ἢν <lb/>διὰ παντὸς τοῦ ὀστέου ἄμφω αἱ μοῖραι ἐσφλασθῶσιν ἔσω
                        ἐς τὴν μήνιγγα, <lb/>ἥ τε ἄνω μοίρη τοῦ ὀστέου καὶ ἡ κάτω, ἰητρεύοντι
                        ὡσαύτως <lb/>τὸ ἕλκος ὑγιὲς τάχιστα ἔσται, καὶ τὰ ὀστέα τάχιστα ἐπάνεισι, τὰ
                        <lb/>ἐσφλασθέντα ἔσω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Τῶν δὲ παιδίων τὰ ὀστέα καὶ λεπτότερά ἐστι καὶ μαλθακώτερα <lb/>διὰ
                        τοῦτο, ὅτι ἐναιμότερά ἐστι, καὶ κοῖλα, καὶ σηραγγώδεα, <lb/>καὶ οὔτε πυκνὰ,
                        οὔτε στερεά. Καὶ ὑπὸ τῶν βελέων ἴσων τε ἐόντων <lb/>καὶ ἀσθενεστέρων, καὶ
                        τρωθέντων ὁμοίως τε καὶ ἧσσον, τὸ τοῦ νεωτέρου <lb/>παιδίου καὶ μᾶλλον καὶ
                        θᾶσσον ὑποπυΐσκεται, ἢ τὸ τοῦ πρεσβυτέρου, <lb/>καὶ ἐν ἐλάσσονι χρόνῳ· καὶ
                        ὅσα ἂν ἄλλως μέλλῃ ἀποθανεῖσθαι <lb/>ἐκ τοῦ τρώματος, ὁ νεώτερος τοῦ
                        πρεσβυτέρου θᾶσσον ἀπόλλυται. <lb/>Ἀλλὰ χρὴ, ἢν ψιλωθῇ τῆς σαρκὸς τὸ ὀστέον,
                        προσέχοντα τὸν <lb/>νόον, πειρῆσθαι διαγινώσκειν ὅ τι μή ἐστι τοῖσιν
                        ὀφθαλμοῖσιν <lb/>ἰδεῖν, καὶ γνῶναι εἰ ἔῤῥωγε τὸ ὀστέον καὶ εἰ πέφλασται, ἢ
                        μοῦνον <lb/>πέφλασται, καὶ εἰ, ἕδρης γενομένης τοῦ βέλεος, πρόσεστι φλάσις,
                        ἢ <lb/>ῥωγμὴ, ἢ ἄμφω ταῦτα· καὶ ἤν τι τούτων πεπόνθῃ τὸ ὀστέον, ἀφεῖναι
                        <lb/>τοῦ αἵματος τρυπῶντα τὸ ὀστέον σμικρῷ τρυπάνῳ, φυλασσόμενον <lb/>ἐπ᾿
                        ὀλίγον· λεπτότερον γὰρ τὸ ὀστέον, καὶ ἐπιπολαιότερον τῶν νέων <lb/>ἢ τῶν
                        πρεσβυτέρων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ὅστις δὲ μέλλει ἐκ τρωμάτων ἐν κεφαλῇ ἀποθνήσκειν, καὶ <pb n="252"/> μὴ
                        δυνατὸν αὐτὸν ὑγιᾶ γενέσθαι, μηδὲ σωθῆναι, ἐκ τῶνδε τῶν σημείων <lb/>χρὴ τὴν
                        διάγνωσιν ποιέεσθαι τοῦ μέλλοντος ἀποθνήσκειν, καὶ <lb/>προλέγειν τὸ μέλλον
                        ἔσεσθαι. Πάσχει γὰρ τάδε· ὁκόταν τις ὀστέον <lb/>κατεηγὸς, ἢ ἐῤῥωγὸς, ἢ
                        πεφλασμένον, ἢ ὅτῳ γοῦν τρόπῳ κατεηγὸς <lb/>μὴ ἐννοήσας ἁμάρτῃ, καὶ μήτε
                        ξύσῃ, μήτε πρίσῃ, δεόμενον, μεθῇ <lb/>δὲ ὡς ὑγιέος ὄντος τοῦ ὀστέου, πρὸ τῶν
                        τεσσαρεσκαίδεκα ἡμερέων <lb/>πυρετὸς ἐπιλήψεται ὡς ἐπὶ πουλὺ ἐν χειμῶνι· ἐν
                        δὲ τῷ θέρει <lb/>μετὰ τὰς ἑπτὰ ἡμέρας ὁ πυρετὸς ἐπιλαμβάνει. Καὶ ἐπειδὰν
                        τοῦτο <lb/>γένηται, τὸ ἕλκος ἄχροον γίνεται· καὶ ἐξ αὐτοῦ ἰχὼρ ῥέει σμικρός·
                        <lb/>καὶ τὸ φλεγμαῖνον ἐκτέθνηκεν ἐξ αὐτοῦ· καὶ γλισχρῶδες γίνεται, <pb n="254"/> καὶ φαίνεται ὥσπερ τάριχος, χροιὴν πυῤῥὸν, ὑποπέλιον· καὶ τὸ
                        <lb/>ὀστέον σφακελίζειν τηνικαῦτα ἄρχεται, καὶ γίνεται περκνὸν, λευκὸν
                        <lb/>ὂν, τελευταῖον δὲ ἔπωχρον γενόμενον ἢ ἔκλευκον. Ὅταν δ᾿ ἤδη
                        <lb/>ὑπόπυον ᾖ, ἐπὶ τῇ γλώσσῃ φλυκταῖναι γίνονται, καὶ παραφρονέων
                        <lb/>τελευτᾷ. Καὶ σπασμὸς ἐπιλαμβάνει τοὺς πλείστους τὰ ἐπὶ θάτερα <lb/>τοῦ
                        σώματος· ἢν μὲν ἐν τῷ ἐπ᾿ ἀριστερὰ τῆς κεφαλῆς ἔχη τὸ ἕλκος, <lb/>τὰ ἐπὶ
                        δεξιὰ τοῦ σώματος ὁ σπασμὸς λαμβάνει· ἢν δ᾿ ἐν τῷ ἐπὶ <lb/>δεξιὰ τῆς κεφαλῆς
                        ἔχῃ τὸ ἕλκος, τὰ ἐπ᾿ ἀριστερὰ τοῦ σώματος ὁ <lb/>σπασμὸς ἐπιλαμβάνει. Εἰσὶ
                        δ᾿ οἳ καὶ ἀπόπληκτοι γίνονται. Καὶ οὕτως <lb/>ἀπόλλυνται πρὸ ἑπτὰ ἡμερέων ἐν
                        θέρει, ἢ τεσσάρων καὶ δέκα <lb/>ἐν χειμῶνι. Ὁμοίως δὲ τὰ σημεῖα ταῦτα
                        σημαίνει, καὶ ἐν πρεσβυτέρῳ <lb/>ἐόντι τῷ τρώματι, ἢ καὶ ἐν νεωτέρῳ. Ἀλλὰ
                        χρὴ, εἰ ἐννοοίης <lb/>τὸν πυρετὸν ἐπιλαμβάνοντα, καὶ τῶν ἄλλων τι σημεῖον
                        τούτῳ προσγενόμενον, <lb/>μὴ διατρίβειν, ἀλλὰ πρίσαντα τὸ ὀστέον πρὸς τὴν
                        μήνιγγα, <lb/>ἢ καταξύσαντα τῷ ξυστῆρι (εὔπριστον δὲ γίνεται καὶ εὔξυστον),
                        <lb/>ἔπειτα τὰ λοιπὰ οὕτως ἰητρεύειν, ὅκως ἂν δοκέῃ ξυμφέρειν, <lb/>πρὸς τὸ
                        γινόμενον ὁρῶν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Ὅταν δ᾿ ἐπὶ τρώματι ἐν κεφαλῇ ἀνθρώπου ἢ πεπριωμένου <lb/>ἢ ἀπριώτου,
                        ἐψιλωμένου δὲ τοῦ ὀστέου, οἴδημα ἐπιγένηται ἐρυθρὸν <lb/>καὶ ἐρυσιπελατῶδες
                        ἐν τῷ προσώπῳ, καὶ ἐν τοῖσιν ὀφθαλμοῖσιν <pb n="256"/> ἀμφοτέροισιν, ἢ τῷ
                        ἑτέρῳ, καὶ, εἴ τις ἅπτοιτο τοῦ οἰδήματος, <lb/>ὀδυνῷτο, καὶ πυρετὸς
                        ἐπιλαμβάνοι καὶ ῥῖγος, τὸ δὲ ἕλκος αὐτό <lb/>τε ἀπὸ τῆς σαρκὸς καλῶς ἔχοι
                        ἰδέσθαι, καὶ τἀπὸ τοῦ ὀστέου, <lb/>καὶ τὰ περιέχοντα τὸ ἕλκος ἔχοι καλῶς,
                        πλὴν τοῦ οἰδήματος τοῦ <lb/>ἐν τῷ προσῴπῳ, καὶ ἄλλην ἁμαρτάδα μηδεμίαν ἔχοι
                        τὸ οἴδημα <lb/>τῆς ἄλλης διαίτης, τούτου χρὴ τὴν κάτω κοιλίην ὑποκαθῆραι
                        φαρμάκῳ, <lb/>ὅ τι χολὴν ἄγει· καὶ οὕτω καθαρθέντος, ὅ τε πυρετὸς
                        <lb/>ἀφίησι, καὶ τὸ οἴδημα καθίσταται, καὶ ὑγιὴς γίνεται. Τὸ δὲ φάρμακον
                        <lb/>χρὴ διδόναι πρὸς τὴν δύναμιν τοῦ ἀνθρώπου ὁρῶν, ὡς ἂν <lb/>ἔχῃ ἰσχύος.
                    </p></div></div></body></text></TEI>