<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg007.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ῥήγνυται δὲ τὸ ὀστέον τάς τε ἀφανέας ῥωγμὰς καὶ τὰς φανερὰς, <lb/>καὶ
                        φλᾶται τὰς ἀφανέας φλάσιας, καὶ ἐσφλᾶται ἔσω ἐκ τῆς <lb/>φύσιος τῆς ἑωυτέου,
                        μάλιστα ὅταν ἕτερος ὑφ᾿ ἑτέρου τιτρωσκόμενος <pb n="216"/> ἐπίτηδες τρωθῇ, ἢ
                        ὁκόταν, ἐπίτηδες τρῶσαι βουλόμενος ἢ <lb/>ἀέκων, ἐξ ὑψηλοτέρου γίγνηται ἡ
                        βολὴ ἢ ἡ πληγὴ, ὁκοτέρη ἂν ᾖ <lb/>μᾶλλον, ἢ ὅταν ἐξ ἰσοπέδου τοῦ χωρίου, καὶ
                        ἢν περικρατέῃ τῇ <lb/>χειρὶ τὸ βέλος, ἤν τε βάλλῃ, ἤν τε τύπτῃ, καὶ
                        ἰσχυρότερος ἐὼν <lb/>ἀσθενέστερον τιτρώσκῃ. Ὅσοι δὲ πίπτοντες τιτρώσκονται
                        <lb/>πρός τε τὸ ὀστέον καὶ αὐτὸ τὸ ὀστέον, ὁ ἀπὸ ὑψηλοτάτου πίπτων <lb/>καὶ
                        ἐπὶ σκληρότατον καὶ ἀμβλύτατον, τουτέῳ κίνδυνος τὸ <pb n="218"/> ὀστέον
                        ῥαγῆναι καὶ φλασθῆναι, καὶ ἔσω ἐσφλασθῆναι ἐκ τῆς <lb/>φύσιος τῆς ἑωυτέου·
                        τῷ δ᾿ ἐξ ἰσοπέδου μᾶλλον χωρίου πίπτοντι <lb/>καὶ ἐπὶ μαλθακώτερον, ἧσσον
                        ταῦτα πάσχει τὸ ὀστέον, ἢ <lb/>οὐκ ἂν πάθοι. Ὅσα δὲ ἐσπίπτοντα ἐς τὴν
                        κεφαλὴν βέλεα <lb/>τιτρώσκει πρὸς τὸ ὀστέον καὶ αὐτὸ τὸ ὀστέον, τὸ ἀπὸ
                        ὑψηλοτάτου <lb/>ἐμπεσὸν καὶ ἥκιστα ἐξ ἰσοπέδου, καὶ σκληρότατόν τε ἅμα
                        <lb/>καὶ ἀμβλύτατον καὶ βαρύτατον, καὶ ἥκιστα κοῦφον καὶ ἥκιστα ὀξὺ <lb/>καὶ
                        μαλθακὸν, τοῦτο ἂν ῥήξειε τὸ ὀστέον καὶ φλάσειεν. Καὶ μάλιστά <lb/>γε ταῦτα
                        πάσχειν τὸ ὀστέον κίνδυνος, ὅταν ταῦτά τε γίνηται, <lb/>καὶ ἐς ἰθὺ τρωθῇ,
                        καὶ κατ᾿ ἀντίον γένηται τὸ ὀστέον τοῦ βέλεος, <lb/>ἤν τε πληγῇ ἐκ χειρὸς, ἤν
                        τε βληθῇ, ἤν τέ τι ἐμπέσῃ αὐτέῳ, καὶ <lb/>ἢν αὐτὸς καταπεσὼν τρωθῇ, καὶ
                        ὁκωσοῦν τρωθεὶς κατ᾿ ἀντίον <lb/>γενομένου τοῦ ὀστέου τῷ βέλει. Τὰ δ᾿ ἐς
                        πλάγιον τοῦ ὀστέου <lb/>παρασύραντα βέλεα ἧσσον καὶ ῥήγνυσι τὸ ὀστέον, καὶ
                        φλᾷ, καὶ ἔσω <lb/>ἐσφλᾷ, κἢν ψιλωθῇ τὸ ὀστέον τῆς σαρκός· ἔνια γὰρ τῶν
                        τρωμάτων <lb/>τῶν οὕτω τρωθέντων οὐδὲ ψιλοῦται τὸ ὀστέον τῆς σαρκός. Τῶν
                        <lb/>δὲ βελέων ῥήγνυσι μάλιστα τὸ ὀστέον τάς τε φανερὰς ῥωγμὰς καὶ <pb n="220"/> τὰς ἀφανέας, καὶ φλᾶται καὶ ἐσφλᾷ ἔσω ἐκ τῆς φύσιος τῆς
                        ἑωυτέου <lb/>τὸ ὀστέον, τὰ στρογγύλα τε καὶ περιφερέα, καὶ ἀρτίστομα, ἀμβλέα
                        <lb/>τε ἐόντα καὶ βαρέα καὶ σκληρά· καὶ τὴν σάρκα ταῦτα φλᾶται, <lb/>καὶ
                        πέπειρον ποιέει, καὶ κόπτει· καὶ τὰ ἕλκεα γίνεται ὑπὸ τῶν <lb/>τοιουτέων
                        βελέων, ἔς τε πλάγιον καὶ ἐν κύκλῳ, ὑπόκοιλα, καὶ <lb/>διάπυά τε μᾶλλον
                        γίγνεται, καὶ ὑγρά ἐστι, καὶ ἐπὶ πλέονα χρόνον <lb/>καθαίρεται· ἀνάγκη γὰρ
                        τὰς σάρκας τὰς φλασθείσας καὶ κοπείσας <lb/>πῦον γενομένας ἐκτακῆναι. Τὰ δὲ
                        βέλεα τὰ προμήκεα, ἐπιπολὺ <lb/>λεπτὰ ἐόντα καὶ ὀξέα καὶ κοῦφα, τήν τε σάρκα
                        διατάμνει μᾶλλον ἢ <lb/>φλᾷ, καὶ τὸ ὀστέον ὡσαύτως· καὶ ἕδρην μὲν ἐμποιέει
                        αὐτὸ καὶ <lb/>διακόψαν (διακοπὴ γὰρ καὶ ἕδρη τωὐτόν ἐστι), φλᾷ δὲ οὐ μάλα
                        <lb/>τὸ ὀστέον τὰ τοιαῦτα βέλεα, οὐδὲ ῥήγνυσιν, οὐδ᾿ ἐκ τῆς φύσιος <lb/>ἔσω
                        ἐσφλᾷ. Ἀλλὰ χρὴ πρὸς τῇ ὄψει τῇ ἑωυτέου, ὅ τι ἄν σοι <lb/>φαίνηται ἐν τῷ
                        ὀστέῳ, καὶ ἐρώτησιν ποιέεσθαι πάντων τουτέων <lb/>(τοῦ γὰρ μᾶλλόν τε καὶ
                        ἧσσον τρωθέντος ταῦτ᾿ ἐστὶ σημήϊα), <lb/>καὶ ἢν ὁ τρωθεὶς καρωθῇ, καὶ σκότος
                        περιχυθῇ, καὶ δῖνος ἔχῃ, <lb/>καὶ πέσῃ. </p></div><pb n="222"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ὅταν δὲ τύχῃ ψιλωθὲν τὸ ὀστέον τῆς σαρκὸς ὑπὸ τοῦ βέλεος, <lb/>καὶ τύχῃ
                        κατ᾿ αὐτὰς τὰς ῥαφὰς γενόμενον τὸ ἕλκος, χαλεπὸν <lb/>γίγνεται καὶ τὴν ἕδρην
                        τοῦ βέλεος φράσασθαι τὴν ἐν τῷ ἄλλῳ <lb/>ὀστέῳ φανερὴν γιγνομένην, εἴτ᾿
                        ἔνεστιν ἐν τῷ ὀστέῳ, εἴτε μὴ <lb/>ἔνεστιν, καὶ ἢν τύχῃ γενομένη ἡ ἕδρη ἐν
                        αὐτέῃσι τῇσι <lb/>ῥαφῇσιν. Ξυγκλέπτεται γὰρ αὐτὴ ἡ ῥαφὴ τρηχυτέρη ἐοῦσα τοῦ
                            <pb n="224"/> ἄλλου ὀστέου, καὶ οὐ διάδηλον ὅ τι τε αὐτοῦ ῥαφή ἐστιν,
                        καὶ ὅ τι <lb/>τοῦ βέλεος ἕδρη, ἢν μὴ κάρτα μεγάλη γένηται ἡ ἕδρη.
                        Προσγίνεται <lb/>δὲ καὶ ῥῆξις τῇ ἕδρῃ ὡς ἐπὶ τὸ πουλὺ, τῇ ἐν τῇσι ῥαφῇσι
                        <lb/>γιγνομένῃ, καὶ γίνεται καὶ αὐτὴ ἡ ῥήξις χαλεπωτέρη φράσασθαι,
                        <lb/>ἐῤῥωγότος τοῦ ὀστέου, διὰ τοῦτο, ὅτι κατ᾿ αὐτὴν τὴν ῥαφὴν <lb/>ἡ ῥῆξις
                        γίνεται ἢν ῥηγνύηται, ὡς ἐπὶ τὸ πουλύ. Ἕτοιμον <lb/>γὰρ ταύτῃ ῥήγνυσθαι τὸ
                        ὀστέον καὶ διαχαλᾷν, διὰ τὴν ἀσθένείην <pb n="226"/> τῆς φύσιος τοῦ ὀστέου
                        ταύτῃ καὶ διὰ τὴν ἀραιότητα, καὶ <lb/>δὴ ἅτε τῆς ῥαφῆς ἑτοίμης ἐούσης
                        ῥήγνυσθαι καὶ διαχαλᾷν· τὰ <lb/>δ᾿ ἄλλα ὀστέα, τὰ περιέχοντα τὴν ῥαφὴν,
                        μένει ἀῤῥαγέα, ὅτι <lb/>ἰσχυρότερά ἐστι τῆς ῥαφῆς. Ἡ δὲ ῥῆξις ἡ κατὰ τὴν
                        ῥαφὴν γινομένη <lb/>καὶ διαχάλασίς ἐστι τῆς ῥαφῆς, καὶ φράσασθαι οὐκ
                        εὐμαρὴς, <pb n="228"/> οὔτε ἢν ὑπὸ ἕδρης τοῦ βέλεος γενομένης ἐν τῇ ῥαφῇ
                        ῥαγῇ καὶ <lb/>διαχαλάσῃ, οὔτε ἢν, φλασθέντος τοῦ ὀστέου κατὰ τὰς ῥαφὰς, ῥαγῇ
                        <lb/>καὶ διαχαλάσῃ· ἀλλ᾿ ἔτι χαλεπώτερον φράσασθαι τὴν ἀπὸ τῆς <lb/>φλάσιος
                        ῥωγμήν. Ξυγκλέπτουσι γὰρ τὴν γνώμην καὶ τὴν ὄψιν <lb/>τοῦ ἰητροῦ αὗται αἱ
                        ῥαφαὶ ῥωγμοειδέες φαινόμεναι, καὶ τρηχύτεραι <lb/>ἐοῦσαι τοῦ ἄλλου ὀστέου,
                        ὅτι μὴ ἰσχυρῶς διεκόπη, καὶ διεχάλασεν· <lb/>διακοπὴ δὲ καὶ ἕδρη τωὐτόν
                        ἐστιν. Ἀλλὰ χρὴ, εἰ κατὰ τὰς <lb/>ῥαφὰς τὸ τρῶμα γένοιτο καὶ πρός γε τὸ
                        ὀστέον καὶ ἐς τὸ ὀστέον <lb/>στηρίξειε τὸ βέλος, προσέχοντα τὸν νόον,
                        ἀνευρίσκειν ὅ τι <lb/>πέπονθε τὸ ὀστέον. Ἀπὸ γὰρ ἴσων τε βελέων τὸ μέγεθος
                        καὶ <lb/>ὁμοίων, καὶ πολλὸν ἐλασσόνων, καὶ ὁμοίως τρωθεὶς καὶ <lb/>πολὺ
                        ἧσσον, πολλῷ μέζον ἐκτήσατο τὸ κακὸν ἐν τῷ ὀστέῳ ὁ <lb/>ἐς τὰς ῥαφὰς
                        δεξάμενος τὸ βέλος, ἢ ὁ μὴ ἐς τὰς ῥαφὰς δεξάμενος. <lb/>Καὶ τουτέων τὰ πολλὰ
                        πρίεσθαι δεῖ· ἀλλ᾿ οὐ χρὴ αὐτὰς τὰς <lb/>ῥαφὰς πρίειν, ἀλλ᾿ ἀποχωρήσαντα ἐν
                        τῷ πλησίον ὀστέῳ τὴν <lb/>πρίσιν ποιέεσθαι, ἢν πρίῃς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Περὶ δὲ ἰήσιος τρωσίων τῶν ἐν τῇ κεφαλῇ, καὶ ὡς χρὴ <lb/>ἐξελέγχειν τὰς
                        πάθας τὰς ἐν τῷ ὀστέῳ γινομένας τὰς μὴ φανερὰς, <lb/>ὧδέ μοι δοκέει. Ἕλκος
                        ἐν τῇ κεφαλῇ οὐ χρὴ τέγγειν οὐδενὶ, <lb/>οὐδὲ οἴνῳ, ἀλλ᾿ ὡς ἥκιστα· οὐδὲ
                        καταπλάσσειν, οὐδὲ μοτῷ τὴν <pb n="230"/> ἴησιν ποιέεσθαι, οὐδ᾿ ἐπιδεῖν χρὴ
                        ἕλκος ἐν κεφαλῇ, ἢν μὴ ἐν τῷ <lb/>μετώπῳ ᾖ τὸ ἕλκος, ἐν τῷ ψιλῷ τῶν τριχῶν,
                        ἢ περὶ τὴν ὀφρὺν <lb/>καὶ τὸν ὀφθαλμόν. Ἐνταῦθα δὲ γινόμενα τὰ ἕλκεα
                        καταπλάσιος καὶ <lb/>ἐπιδέσιος μᾶλλον κέχρηται ἤ κου ἄλλοθι τῆς κεφαλῆς τῆς
                        ἄλλης. <lb/>Περιέχει γὰρ ἡ κεφαλὴ ἡ ἄλλὴ τὸ μέτωπον πᾶν· ἐκ δὲ τῶν
                        περιεχόντων <lb/>τὰ ἕλκεα, καὶ ἐν ὅτῳ ἂν ᾖ τὰ ἕλκεα, φλεγμαίνει καὶ
                        <lb/>ἐπανοιδίσκεται δι᾿ αἵματος ἐπιῤῥοήν. Χρὴ δὲ οὐδὲ τὰ ἐν τῷ <lb/>μετώπῳ
                        διὰ παντὸς τοῦ χρόνου καταπλάσσειν καὶ ἐπιδεῖν, ἀλλ᾿ <lb/>ἐπειδὰν παύσηται
                        φλεγμαίνοντα, καὶ τὸ οἴδημα καταστῇ, παύσασθαι <lb/>καταπλάσσοντα καὶ
                        ἐπιδέοντα. Ἐν δὲ τῇ ἄλλῃ κεφαλῇ ἕλκος <lb/>οὔτε μοτοῦν χρὴ, οὔτε
                        καταπλάσσειν, οὔτ᾿ ἐπιδεῖν, εἰ μὴ καὶ τομῆς <lb/>δέοιτο. Τάμνειν δὲ χρὴ τῶν
                        ἑλκέων τῶν ἐν τῇ κεφαλῇ γινομένων, <pb n="232"/> καὶ ἐν τῷ μετώπῳ, ὅκου ἂν
                        τὸ μὲν ὀστέον ψιλὸν ᾖ τῆς σαρκὸς, <lb/>καὶ δοκέῃ τι σίνος ἔχειν ὑπὸ τοῦ
                        βέλεος, τὰ ἕλκεα μὴ ἱκανὰ τὸ <lb/>μέγεθος τοῦ μήκεος καὶ τῆς εὐρύτητος ἐς
                        τὴν σκέψιν τοῦ ὀστέου, εἴ <lb/>τι πέπονθεν ὑπὸ τοῦ βέλεος κακὸν, καὶ ὁκοῖόν
                        τι πέπονθε, καὶ <lb/>ὅσον μὲν ἡ σὰρξ πέφλασται, καὶ τὸ ὀστέον ἔχει τὸ σίνος,
                        καὶ <lb/>δ᾿ αὖ εἰ ἀσινές τέ ἐστι τὸ ὀστέον ὑπὸ τοῦ βέλεος, καὶ μηδὲν πέπονθε
                        <lb/>κακὸν, καὶ ἐς τὴν ἴησιν, ὁκοίης τινὸς δεῖται τό τε ἕλκος, ἥ τε
                        <lb/>σὰρξ, καὶ ἡ πάθη τοῦ ὀστέου Τὰ δὴ τοιαῦτα τῶν ἑλκέων τομῆς <lb/>δεῖται.
                        Καὶ ἂν μὲν τὸ ὀστέον ψιλωθῇ τῆς σαρκὸς, ὑπόκοιλα δὲ <lb/>ᾖ ἐς πλάγιον
                        ἐπιπολὺ, ἐπανατάμνειν τὸ κοῖλον, ὅκου μὴ <pb n="234"/> εὐχερὲς τῷ φαρμάκῳ
                        ἐφικέσθαι, ὁκοίῳ ἄν τινι χρῇ· καὶ τὰ <lb/>κυκλοτερέα τῶν ἑλκέων καὶ ὑπόκοιλα
                        ἐπὶ πουλὺ καὶ τὰ <lb/>τοιαῦτα, ἐπανατάμνων τὸν κύκλον διχῆ κατὰ μῆκος, ὡς
                        <lb/>πέφυκεν ὥνθρωπος, μακρὸν ποιέειν τὸ ἕλκος. Τάμνοντι δὲ κεφαλὴν, <lb/>τὰ
                        μὲν ἄλλα τῆς κεφαλῆς ἀσφαλείην ἔχει ταμνόμενα· <lb/>ὁ δὲ κρόταφος, καὶ
                        ἄνωθεν ἔτι τοῦ κροτάφου, κατὰ τὴν φλέβα τὴν <lb/>διὰ τοῦ κροτάφου φεφομένην,
                        τοῦτο δὲ τὸ χωρίον μὴ τάμνειν. <lb/>Σπασμὸς γὰρ ἐπιλαμβάνει τὸν τμηθέντα·
                        καὶ ἢν μὲν ἐπ᾿ ἀριστερὰ <lb/>τμηθῇ κροτάφου, τὰ ἐπὶ δεξιὰ ὁ σπασμὸς
                        ἐπιλαμβάνει· ἤν δ᾿ <lb/>ἐπὶ τὰ δεξιὰ τμηθῇ κροτάφου, τὰ ἐπ᾿ ἀριστερὰ ὁ
                        σπασμὸς ἐπιλαμβάνει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ὅταν οὖν τάμνῃς ἕλκος ἐν κεφαλῇ ὀστέων εἵνεκα τῆς <lb/>σαρκὸς ἐψιλωμένων,
                        θέλων εἰδέναι εἴ τι ἔχει τὸ ὀστέον κακὸν ὑπὸ <lb/>τοῦ βέλεος, ἢ καὶ οὐκ
                        ἔχει, τάμνειν χρὴ τὸ μέγεθος τὴν ὠτειλὴν, <lb/>ὅση ἂν δοκέῃ ἀποχρῆναι.
                        Τάμνοντα δὲ χρὴ ἀναστεῖλαι <lb/>τὴν σάρκα ἀπὸ τοῦ ὀστέου, ᾗ πρὸς τῇ μήνιγγι
                        καὶ πρὸς τῷ ὀστέῳ <pb n="236"/> πέφυκεν· ἔπειτα διαμοτῶσαι τὸ ἕλκος πᾶν
                        μοτῷ, ὅστις εὐρύτατον <lb/>τὸ ἕλκος παρέξει ἐς τὴν ὑστεραίην ξὺν ἐλαχίστῳ
                        πόνῳ· <lb/>μοτώσαντα δὲ καταπλάσματι χρῆσθαι, ὅσον ἂν χρόνον καὶ <lb/>τῷ
                        μοτῷ, μάζην ἐκ λεπτῶν ἀλφίτων ἐν ὄξει διαμάσσειν, <lb/>ἢ ἕψειν καὶ γλίσχρην
                        ποιέειν ὡς μάλιστα. Τῇ δ᾿ ὑστεραίῃ <lb/>ἡμέρῃ, ἐπειδὰν ἐξέλῃς τὸν μοτὸν,
                        κατιδὼν τὸ ὀστέον ὅ τι πέπονθεν, <lb/>ἐὰν μή σοι καταφανὴς ᾖ ἡ τρῶσις, ὁκοίη
                        τίς ἐστιν ἐν τῷ <lb/>ὀστέῳ, μηδὲ διαγινώσκῃς εἴ τέ τι ἔχει τὸ ὀστέον κακὸν
                        ἐν ἑωυτέῳ, <lb/>ἢ καὶ οὐκ ἔχει, τὸ δὲ βέλος δοκέῃ ἀφικέσθαι ἐς τὸ ὀστέον καὶ
                        <lb/>σίνασθαι, ἐπιξύειν χρὴ τῷ ξυστῆρι κατὰ βάθος καὶ κατὰ μῆκος <lb/>τοῦ
                        ἀνθρώπου ὡς πέφυκε, καὶ αὖθις ἐπικάρσιον τὸ ὀστέον, <lb/>τῶν ῥηξίων εἵνεκα
                        τῶν ἀφανέων ἰδεῖν, καὶ τῆς φλάσιος εἵνεκα <lb/>τῆς ἀφανέος, τῆς οὐκ
                        ἐσφλωμένης ἔσω ἐκ τῆς φύσιος τῆς κεφαλῆς <lb/>τοῦ ἄλλου ὀστέου. Ἐξελέγχει
                        γὰρ ἡ ξύσις μάλα τὸ κακὸν, <lb/>ἢν μὴ καὶ ἄλλως καταφανέες ἔωσιν αὗται αἱ
                        πάθαι ἐοῦσαι ἐν <pb n="238"/> τῷ ὀστέῳ. Καὶ ἢν ἕδρην ἴδῃς ἐν τῷ ὀστέῳ τοῦ
                        βέλεος, ἐπιξύειν χρὴ <lb/>αὐτήν τε τὴν ἕδρην, καὶ τὰ περιέχοντα αὐτὴν ὀστέα,
                        μὴ πολλάκις <lb/>τῇ ἕδρῃ προσγένηται ῥῆξις καὶ φλάσις, ἢ μούνη φλάσις,
                        <lb/>ἔπειτα λανθάνῃ οὐ καταφανέα ἐόντα. Ἐπειδὰν δὲ ξύσῃς <lb/>τὸ ὀστέον τῷ
                        ξυστῆρι, ἢν μὲν δοκέῃ ἐς πρίσιν ἀφίκειν ἡ <lb/>τρῶσις τοῦ ὀστέου, πρίειν
                        χρὴ, καὶ οὐ δεῖ τὰς τρεῖς ἡμέρας <lb/>μὴ ὑπερβάλλειν ἀπρίωτον, ἀλλ᾿ ἐν
                        ταύτῃσι πρίειν, ἄλλως <lb/>τε καὶ τῆς θερμῆς ὥρης, ἢν ἐξ ἀρχῆς λαμβάνῃς τὸ
                        ἴημα. <lb/>Ἢν δὲ ὑποπτεύσῃς μὲν τὸ ὀστέον ἐῤῥωγέναι, ἢ πεφλάσθαι, ἢ
                        <lb/>ἀμφότερα ταῦτα, τεκμαιρόμενος, ὅτι ἰσχυρῶς τετρωται, ἐκ τῶν λόγων
                        <lb/>τοῦ τρωματίου, καὶ ὅτι ὑπὸ ἰσχυροτέρου τοῦ τρώσαντος, ἢν <lb/>ἕτερος
                        ὑφ᾿ ἑτέρου τρωθῇ, καὶ τὸ βέλος ὅτῳ ἐτρώθη, ὅτι τῶν κακούργων <lb/>βελέων ἦν,
                        ἔπειτα τὸν ἄνθρωπον ὅτι δῖνός τε ἔλαβε καὶ <lb/>σκότος, καὶ ἐκαρώθη καὶ
                        κατέπεσεν· τούτων δὲ οὕτω <lb/>γιγνομένων, ἢν μὴ διαγινώσκῃς εἰ ἔῤῥωγε τὸ
                        ὀστέον, ἢ πέφλασται, <lb/>ἢ καὶ ἀμφότερα ταῦτα, μήτε ὅλως ὁρᾷν δύνῃ, δεῖ δὴ,
                            <pb n="240"/> ἐπὶ τὸ ὀστέον τὸ τηκτὸν τὸ μελάντατον δεύσαντα, τῷ μέλανι
                        φαρμάκῳ <lb/>τῷ τηκομένῳ στεῖλαι τὸ ἕλκος, ὑποτείναντα ὀθόνιον, ἐλαίῳ
                        <lb/>τέγξαντα, εἶτα καταπλάσαντα τῇ μάζῃ ἐπιδῆσαι· τῇ δ᾿ ὑστεραίῃ,
                        <lb/>ἀπολύσαντα, ἐκκαθήραντα τὸ ἕλκος, ἐπιξῦσαι. Καὶ ἢν μὴ <lb/>ᾖ ὑγιὲς,
                        ἀλλ᾿ ἐῤῥώγῃ καὶ πεφλασμένον ᾖ, τὸ μὲν ἄλλο ἔσται ὀστέον <lb/>λευκὸν
                        ἐπιξυόμενον· ἡ δὲ ῥωγμὴ καὶ ἡ φλάσις, κατατακέντος τοῦ <pb n="242"/>
                        φαρμάκου, δεξαμένη τὸ φάρμακον ἐς ἑωυτὴν μέλαν ἐὸν, ἔσται <lb/>μέλαινα ἐν
                        λευκῷ τῷ ὀστέῳ τῷ ἄλλῳ. Ἀλλὰ χρὴ αὖθις τὴν <lb/>ῥωγμὴν ταύτην φανεῖσαν
                        μέλαιναν ἐπιξέειν κατὰ βάθος· καὶ <lb/>ἢν μὲν ἐπιξύων τὴν ῥωγμὴν ἐξέλῃς καὶ
                        ἀφανέα ποιήσῃς, φλάσις <lb/>μὲν γεγένηται τοῦ ὀστέου ἢ μᾶλλον ἢ ἧσσον, ἥτις
                        περιέῤῥηξε καὶ <lb/>τὴν ῥωγμὴν τὴν ἀφανισθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ξυστῆρος· ἧσσον δὲ
                        φοβερὸν <lb/>καὶ ἧσσον ἂν πρῆγμα ἀπ᾿ αὐτέης γένοιτο ἀφανισθείσης τῆς ῥωγμῆς.
                        <lb/>Ἢν δὲ κατὰ βάθος ᾖ καὶ μὴ ἐθέλῃ ἐξιέναι ἐπιξυομένη, ἀφίκει ἐς
                        <lb/>πρίσιν ἡ τοιαύτη ξυμφορή. Ἀλλὰ χρὴ πρίσαντα τὰ λοιπὰ ἰητρεύειν <lb/>τὸ
                        ἔλκος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Φυλάσσεσθαι δὲ χρὴ, ὅκως μή τι κακὸν ἀπολαύσῃ τὸ ὀστέον <lb/>ἀπὸ τῆς
                        σαρκὸς, ἢν κακῶς ἰητρεύηται. Ὀστέῳ γὰρ καὶ πεπρισμένῳ, <lb/>καὶ ἄλλως
                        ἐψιλωμένῳ, ὑγιεῖ δὲ ἐόντι, καὶ ἔχοντί τι σίνος ὑπὸ τοῦ <lb/>βέλεος, δοκέοντι
                        δὲ ὑγιεῖ εἶναι, κίνδυνός ἐστι μᾶλλον ὑπόπυον γενέσθαι <lb/>(ἢν καὶ ἄλλως μὴ
                        μέλλῃ), ἢν καὶ ἡ σὰρξ ἡ περιέχουσα <lb/>τὸ ὀστέον κακῶς θεραπεύηται, καὶ
                        φλεγμαίνηται, καὶ περισφίγγηται· <lb/>πυρετῶδες γὰρ γίγνεται, καὶ πολλοῦ
                        φλογμοῦ πλέον. Καὶ <lb/>δὴ τὸ ὀστέον ἐκ τῶν περιεχουσῶν σαρκέων ἐς ἑωυτὸ
                        θέρμην τε καὶ <lb/>φλογμὸν καὶ ἄραδον ἐμποιέει καὶ σφυγμὸν, καὶ ὅσα περ ἡ
                        σὰρξ <lb/>ἔχει κακὰ ἐν ἑωυτέῃ, καὶ ἐκ τουτέων ὧδε ὑπόπυον γίνεται.
                        <lb/>Κακὸν δὲ καὶ ὑγρήν τε εἶναι τὴν σάρκα ἐν τῷ ἕλκει καὶ μυδῶσαν, <lb/>καὶ
                        ἐπὶ πολλὸν χρόνον καθαίρεσθαι. Ἀλλὰ χρὴ διάπυον μὲν ποιῆσαι <lb/>τὸ ἕλκος ὡς
                        τάχιστα· οὕτω γὰρ ἂν ἥκιστα φλεγμαίνοι τὰ περιέχοντα <pb n="244"/> τὸ ἕλκος,
                        καὶ τάχιστα καθαρὸν εἴη· ἀνάγκη γὰρ ἔχει τὰς σάρκας <lb/>τὰς κοπείσας καὶ
                        φλασθείσας ὑπὸ τοῦ βέλεος, ὑποπύους γενομένας, <lb/>ἐκτακῆναι. Ἐπειδὰν δὲ
                        καθαρθῇ, ξηρότερον χρὴ γίγνεσθαι τὸ ἕλκος· <lb/>οὕτω γὰρ ἂν τάχιστα ὑγιὲς
                        γένοιτο, ξηρῆς σαρκὸς βλαστούσης καὶ <lb/>μὴ ὑγρῆς, καὶ οὕτως οὐκ ἂν
                        ὑπερσαρκήσειε τὸ ἕλκος. Ὁ δ᾿ αὐτὸς <lb/>λόγος καὶ ὑπὲρ τῆς μήνιγγος τῆς περὶ
                        τὸν ἐγκέφαλον· ἢν γὰρ αὐτίκα <lb/>ἐκπρίσας τὸ ὀστέον καὶ ἀφελὼν ἀπὸ τῆς
                        μήνιγγος ψιλώσῃς, <lb/>αὐτὴν καθαρὴν χρὴ ποιῆσαι ὡς τάχιστα καὶ ξηρὴν, ὡς μὴ
                        ἐπὶ πουλὺν <lb/>χρόνον ὑγρὴ ἐοῦσα μυδήῃ τε καὶ ἐξαίρηται· τούτων γὰρ
                        <lb/>οὕτω γιγνομένων, σαπῆναι αὐτὴν κίνδυνος. </p></div></div></body></text></TEI>