<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg007.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ ΚΕΦΑΛΗ ΤΡΩΜΑΤΩΝ.</head><p>1. Τῶν ἀνθρώπων αἱ κεφαλαὶ οὐδὲν ὁμοίως σφίσιν αὐταῖς, <lb/>οὐδὲ αἱ ῥαφαὶ τῆς
                        κεφαλῆς πάντων κατὰ ταὐτὰ πεφύκασιν. Ἀλλ᾿ <lb/>ὅστις μὲν ἔχει ἐκ τοῦ
                        ἔμπροσθεν τῆς κεφαλῆς προβολὴν (ἡ δὲ προβολή <lb/>ἐστι τὸ τοῦ ὀστέου ἐξέχον
                        στρογγύλον παρὰ τὸ ἄλλο), τουτέου <lb/>εἰσὶν αἱ ῥαφαὶ πεφυκυῖαι ἐν τῇ
                        κεφαλῇ, ὡς γράμμα τὸ ταῦ, <lb/>Τ, γράφεται· τὴν μὲν γὰρ βραχυτέρην γραμμὴν
                        ἔχει πρὸ τῆς προβολῆς <lb/>ἐπικαρσίην πεφυκυῖαν· τὴν δ᾿ ἑτέρην γραμμὴν ἔχει
                        διὰ <lb/>μέσης τῆς κεφαλῆς κατὰ μῆκος πεφυκυῖαν ἐς τὸν τράχηλον αἰεί.
                        <lb/>Ὅστις δ᾿ ὄπισθεν τῆς κεφαλῆς τὴν προβολὴν ἔχει, αἱ ῥαφαὶ τουτέῳ
                        <lb/>πεφύκασι τἀναντία ἢ τῷ προτέρῳ· ἡ μὲν γὰρ βραχυτέρη γραμμὴ <lb/>πρὸ τῆς
                        προβολῆς πέφυκεν ἐπικαρσίη· ἡ δὲ μακροτέρη διὰ μέσης <lb/>τῇς κεφαλῆς πέφυκε
                        κατὰ μῆκος ἐς τὸ μέτωπον αἰεί. Ὅστις δὲ <lb/>ἀμφοτέρωθεν τῆς κεφαλῆς
                        προβολὴν ἔχει, ἐκ τε τοῦ ἔμπροσθεν καὶ <pb n="184"/> ἐκ τοῦ ὄπισθεν, τουτέῳ
                        αἱ ῥαφαί εἰσιν ὁμοίως πεφυκυῖαι ὡς <lb/>γράμμα τὸ ἦτα, Η, γράφεται· πεφύκασι
                        δὲ τῶν γραμμέων αἱ <lb/>μὲν μακραὶ, πρὸ τῆς προβολῆς ἑκατέρης ἐπικάρσιαι
                        πεφυκυῖαι· <lb/>ἡ δὲ βραχείη διὰ μέσης τῆς κεφαλῆς κατὰ μῆκος πρὸς ἑκατέρην
                        <lb/>τελευτῶσα τὴν μακρὴν γραμμήν. Ὅστις δὲ μηδ᾿ ἑτέρωθι <lb/>μηδεμίαν
                        προβολὴν ἔχει, οὗτος ἔχει τὰς ῥαφὰς τῆς κεφαλῆς, <lb/>ὡς γράμμα τὸ χῖ, Χ,
                        γράφεται· πεφύκασι δὲ αἱ γραμμαὶ, ἡ μὲν <lb/>ἑτέρη ἐπικαρσίη πρὸς τὸν
                        κρόταφον ἀφίκουσα· ἡ δὲ ἑτέρη, κατὰ <lb/>μῆκος διὰ μέσης τῆς κεφαλῆς.
                        Δίπλοον δ᾿ ἐστὶ τὸ ὐστέον κατὰ μέσην <lb/>τὴν κεφαλήν· σκληρότατον δὲ καὶ
                        πυκνότατον αὐτέου πέφυκεν τό <lb/>τε ἀνώτατον, ᾗ ἡ ὁμοχροίη τοῦ ὀστέου ἡ ὑπὸ
                        τῇ σαρκὶ, <pb n="186"/> καὶ τὸ κατώτατον τὸ πρὸς τῇ μήνιγγι, ᾗ ἡ ὁμοχροίη
                        τοῦ <lb/>ὀστέου ἡ κάτω· ἀποχωρέον δὲ ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου ὀστέου καὶ <lb/>τοῦ
                        κατωτάτου, ἀπὸ τῶν σκληροτάτων καὶ πυκνοτάτων ἐπὶ τὸ <lb/>μαλθακώτερον καὶ
                        ἧσσον πυκνὸν καὶ ἐπικοιλότερον ἐς τὴν <lb/>διπλόην αἰεί. Ἡ δὲ διπλόη
                        κοιλότατον καὶ μαλθακώτατον καὶ <pb n="188"/> μάλιστα σηραγγῶδές ἐστιν. Ἔστι
                        δὲ καὶ πᾶν τὸ ὀστέον τῆς <lb/>κεφαλῆς, πλὴν κάρτα ὀλίγου τοῦ τε ἀνωτάτου καὶ
                        τοῦ κατωτάτου, <lb/>σπόγγῳ ὅμοιον· καὶ ἔχει τὸ ὀστέον ἐν ἑωυτῷ ὁκοῖα σαρκία
                        <lb/>πολλὰ καὶ ὑγρὰ, καὶ εἴ τις αὐτὰ διατρίβοι τοῖσι δακτύλοισιν, αἷμα
                        <lb/>ἂν διαγίγνοιτο ἐξ αὐτέων. Ἔνι δ᾿ ἐν τῷ ὀστέῳ καὶ φλέβια <lb/>λεπτότερα
                        καὶ κοιλότερα, αἵματος πλέα. Σκληρότητος μὲν οὖν <lb/>καὶ μαλθακότητος καὶ
                        κοιλότητος ὧδε ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Παχύτητι δὲ καὶ λεπτότητι, ξυμπάσης τῆς κεφαλῆς τὸ <lb/>ὀστέον λεπτότατόν
                        ἐστιν καὶ ἀσθενέστατον τὸ κατὰ βρέγμα, καὶ <lb/>σάρκα ὀλιγίστην καὶ
                        λεπτοτάτην ἔχει ἐφ᾿ ἑωυτέῳ ταύτῃ τῆς <lb/>κεφαλῆς τὸ ὀστέον, καὶ ὁ ἐγκέφαλος
                        κατὰ τοῦτο τῆς κεφαλῆς <lb/>πλεῖστος ὕπεστιν. Καὶ δὴ, ὅτι οὕτω ταῦτα ἔχει,
                        τῶν τε τρωσίων <pb n="190"/> καὶ τῶν βελέων ἴσων τε ἐόντων κατὰ μεγέθος, καὶ
                        ἐλασσόνων, <lb/>καὶ ὁμοίως τε τρωθεὶς καὶ ἧσσον, τὸ ὀστέον ταύτῃ τῆς κεφαλῆς
                        <lb/>φλᾶταί τε μᾶλλον καὶ ῥήγνυται, καὶ ἔσω ἐσφλᾶται, καὶ θανασιμώτερά
                        <lb/>ἐστι καὶ χαλεπώτερα ἰητρεύεσθαί τε καὶ ἐκφυγγάνειν <lb/>τὸν θάνατον
                        ταύτῃ ἤπου ἄλλοθι τῆς κεφαλῆς· ἐξίσων τε <lb/>ἐόντων τῶν τρωμάτων καὶ
                        ἡσσόνων, καὶ ὁμοίως τε τρωθεὶς καὶ <lb/>ἧσσον, ἀποθνήσκει ὁ ἄνθρωπος, ὁταν
                        καὶ ἄλλως μέλλῃ ἀποθανεῖσθαι <lb/>ἐκ τοῦ τρώματος, ἐν ἐλάσσονι χρόνῳ ὁ ταύτῃ
                        ἔχων τὸ <lb/>τρῶμα τῆς κεφαλῆς, ἤπου ἄλλοθι. Ὁ γὰρ ἐγκέφαλος τάχιστά τε
                        <lb/>καὶ μάλιστα κατὰ τὸ βρέγμα αἰσθάνεται τῶν κακῶν τῶν γιγνομένων <lb/>ἔν
                        τε τῇ σαρκὶ καὶ τῷ ὀστέῳ· ὑπὸ λεπτοτάτῳ γὰρ ὀστέῳ <lb/>ἐστὶ ταύτῃ ὁ
                        ἐγκέφαλος καὶ ὀλιγίστῃ σαρκὶ, καὶ ὁ πλεῖστος <lb/>ἐγκέφαλος ὑπὸ τῷ βρέγματι
                        κεῖται. Τῶν δὲ ἄλλων τὸ κατὰ τοὺς <lb/>κροτάφους ἀσθενέστατόν ἐστιν· ξυμβολή
                        τε γὰρ τῆς κάτω γνάθου <lb/>πρὸς τὸ κρανίον, καὶ κίνησις ἔνεστιν ἐν τῷ
                        κροτάφῳ ἄνω καὶ κάτω <lb/>ὥσπερ ἄρθρου· καὶ ἡ ἀκοὴ πλησίον γίγνεται αὐτέου,
                        καὶ φλὲψ <lb/>διὰ τοῦ κροτάφου τέταται κοίλη τε καὶ ἰσχυρή. Ἰσχυρότερον δ᾿
                        <lb/>ἐστὶ τῆς κεφαλῆς τὸ ὀστέον ἅπαν τὸ ὄπισθεν τῆς κορυφῆς καὶ τῶν <pb n="192"/> οὐάτων, ἢ ἅπαν τὸ πρόσθεν, καὶ σάρκα πλέονα καὶ βαθυτέρην
                        <lb/>ἐφ᾿ ἑωυτέῳ ἔχει τοῦτο τὸ ὀστέον. Καὶ δὴ, τουτέων οὕτως <lb/>ἐχόντων ὑπὸ
                        τῶν τε τρωσίων καὶ τῶν βελέων ἴσων ἐόντων καὶ <lb/>ὁμοίων, καὶ μεζόνων, καὶ
                        ὁμοίως τιτρωσκόμενος καὶ μᾶλλον, <lb/>ταύτῃ τῆς κεφαλῆς τὸ ὀστέον ἧσσον
                        ῥήγνυται καὶ φλᾶται ἔσω· <lb/>κἢν μέλλῃ ὥνθρωπος ἀποθνήσκειν καὶ ἄλλως ἐκ
                        τοῦ τρώματος, <lb/>ἐν τῷ ὄπισθεν τῆς κεφαλῆς ἔχων τὸ τρῶμα, ἐν πλέονι χρόνῳ
                        <lb/>ἀποθανεῖται· ἐν πλέονι γὰρ χρόνῳ τὸ ὀστέον ἐμπυΐσκεταί τε καὶ
                        <lb/>διαπυΐσκεται κάτω ἐπὶ τὸν ἐγκέφαλον διὰ τὴν παχύτητα τοῦ ὀστέου,
                        <lb/>καὶ ἐλάσσων ταύτῃ τῆς κεφαλῆς ὁ ἐγκέφαλος ὕπεστι, καὶ πλέονες
                        <lb/>ἐκφυγγάνουσι τὸν θάνατον τῶν ὄπισθεν τιτρωσκομένων τῆς κεφαλῆς <lb/>ὡς
                        ἐπιτοπολὺ, ἢ τῶν ἔμπροσθεν. Καὶ ἐν χειμῶνι πλέονα χρόνον <lb/>ζῇ ὥνθρωπος ἢ
                        ἐν θέρει, ὅστις καὶ ἄλλως μέλλει ἀποθανεῖσθαι <lb/>ἐκ τοῦ τρώματος, ὁκουοῦν
                        τῆς κεφαλῆς ἔχων τὸ <lb/>τρῶμα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Αἱ δὲ ἕδραι τῶν βελέων τῶν ὀξέων καὶ κουφοτέρων, αὐταὶ <pb n="194"/> ἐπὶ
                        σφῶν αὐτέων γινόμεναι ἐν τῷ ὀστέῳ, ἄνευ ῥωγμῆς τε <lb/>καὶ φλάσιος, ἢ ἔσω
                        ἐσφλάσιος (αὗται δὲ γίνονται ὁμοίως <lb/>ἔν τε τῷ ἔμπροσθεν τῆς κεφαλῆς, καὶ
                        ἐν τῷ ὄπισθεν), ἐκ τουτέων <lb/>ὁ θάνατος οὐ γίνεται κατά γε δίκην, οὐδ᾿ ἢν
                        γένηται. <lb/>Ῥαφὴ δὲ ἐν ἕλκει φανεῖσα, ὀστέου ψιλωθέντος, πανταχοῦ τῆς
                        κεφαλῆς <lb/>τοῦ ἕλκεος γενομένου, ἀσθενέστατον γίγνεται τῇ τρώσει καὶ
                        <lb/>τῷ βέλει ἀντέχειν, εἰ τύχοι τὸ βέλος ἐς αὐτὴν τὴν ῥαφὴν <lb/>στηριχθέν·
                        πάντων δὲ μάλιστα ἐν τῷ βρέγματι γενόμενον κατὰ <lb/>τὸ ἀσθενέστατον τῆς
                        κεφαλῆς, καὶ αἱ ῥαφαὶ εἰ τύχοιεν ἐοῦσαι περὶ <lb/>τὸ ἕλκος, καὶ τὸ βέλος
                        αὐτέων τύχοι τῶν ῥαφῶν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Τιτρώσκεται δὲ ὀστέον τὸ ἐν τῇ κεφαλῇ τοσούσδε τρόπους· <lb/>τῶν δὲ τρόπων
                        ἑκάστου πλέονες ἰδέαι γίγνονται τοῦ κατήγματος <pb n="196"/> ἐν τῇ τρώσει.
                        Ὀστέον ῥήγνυται τιτρωσκόμενον, καὶ τῷ περιέχοντι <lb/>ὀστέῳ τὴν ῥωγμὴν,
                        ἀνάγκη φλάσιν προσγίγνεσθαι, ἤνπερ ῥαγῇ· <lb/>τῶν γὰρ βελέων ὅ τι περ
                        ῥήγνυσι τὸ ὀστέον, τὸ αὐτὸ τοῦτο καὶ <lb/>φλᾷ τὸ ὀστέον ἢ μᾶλλον, ἢ ἧσσον,
                        αὐτό τε ἐν ᾧπερ καὶ ῥήγνυσι <lb/>τὴν ῥωγμὴν, καὶ τὰ περιέχοντα ὀστέα τὴν
                        ῥωγμήν· εἷς οὗτος τρόπος. <lb/>Ἰδέαι δὲ ῥωγμέων παντοῖαι γίγνονται· καὶ γὰρ
                        <lb/>λεπτότεραί τε καὶ λεπταὶ πάνυ, ὥστε οὐ καταφανέες γίγνονται <lb/>ἔστιν
                        αἳ τῶν ῥωγμέων, οὔτε αὐτίκα μετὰ τὴν τρῶσιν, <lb/>οὔτ᾿ ἐν τῇσιν ἡμέρῃσιν, ἐν
                        ᾗσιν ἂν καὶ πλέον ὄφελος γένοιτο ἐκ <pb n="200"/> τούτου τῷ ἀνθρώπῳ· αἱ δ᾿
                        αὖ παχύτεραί τε καὶ εὐρύτεραι ῥήγνυνται <lb/>τῶν ῥωγμέων· ἔνιαι δὲ καὶ πάνυ
                        εὐρέαι. Ἔστι δὲ αὐτέων <lb/>καὶ αἳ μὲν ἐπὶ μακρότερον ῥήγνυνται, αἳ δὲ ἐπὶ
                        βραχύτερον. <lb/>Καὶ αἱ μὲν ἰθύτεραί τε καὶ ἰθεῖαι πάνυ, αἱ δὲ καμπυλώτεραί
                        <lb/>τε καὶ καμπύλαι· καὶ βαθύτεραί τε ἐς τὸ κάτω καὶ διὰ παντὸς <lb/>τοῦ
                        ὀστέου, καὶ ἧσσον βαθεῖαι ἐς τὸ κάτω, καὶ οὐ διὰ παντὸς τοῦ <lb/>ὀστέου.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Φλασθείη δ᾿ ἂν τὸ ὀστέον μένον ἐν τῇ ἑωυτοῦ φύσει, <lb/>καὶ ῥωγμὴ τῇ
                        φλάσει οὐκ ἂν προσγένοιτο ἐν τῷ ὀστέῳ οὐδεμία· <lb/>δεύτερος οὗτος τρόπος.
                        Ἰδέαι δὲ τῆς φλάσιος πλείους γίγνονται· <lb/>καὶ γὰρ μᾶλλόν τε καὶ ἧσσον
                        φλᾶται, καὶ ἐς βαθύτερόν τε <lb/>καὶ διὰ παντὸς τοῦ ὀστέου, καὶ ἧσσον ἐς
                        βαθὺ, καὶ οὐ διὰ παντὸς <lb/>τοῦ ὀστέου, καὶ ἐπὶ πλέον τε καὶ ἔλασσον μήκεός
                        τε καὶ πλατύτητος. <lb/>Ἀλλ᾿ οὐ τουτέων τῶν ἰδεῶν οὐδεμίαν ἐστὶν ἰδόντα
                        <lb/>τοῖσιν ὀφθαλμοῖσι γνῶναι, ὁκοίη τίς ἐστι τὴν ἰδέην, καὶ ὁκόση <pb n="202"/> τις τὸ μέγεθος· οὐδὲ γὰρ εἰ πέφλασται, ἢ μὴ πέφλασται, ἐόντων
                        <lb/>πεφλασμένων καὶ τοῦ κακοῦ γεγενημένου, γίγνεται τοῖσιν <lb/>ὀφθαλμοῖσι
                        καταφανὲς ἰδεῖν αὐτίκα μετὰ τὴν τρῶσιν, ὥσπερ οὐδὲ <lb/>τῶν ῥωγμέων ἔνιαι
                        ἑκὰς ἐοῦσαι. </p></div></div></body></text></TEI>