<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg005.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ὁκόσοισι δὲ διὰ τέλεος ἡ κοιλίη ἐν τοῖσι <lb/>πυρετοῖσιν ὑγρὴ, τουτέοισι
                        διαφερόντως τοὺς πόδας θερμαίνων, <lb/>καὶ περιστέλλων κηρώμασι, καὶ
                        ταινιδίοισι περιελίσσων <lb/>πρόσεχε, ὅκως μὴ ἔσονται ψυχρότεροι τοῦ ἄλλου
                        <lb/>σώματος· θερμοῖσι δὲ ἐοῦσι θέρμασμα μηδὲν πρόσφερε, <lb/>ἀλλὰ παρατήρει
                        ὅκως μὴ ψυχθήσονται· πόμκτι δὲ <lb/>χρέεσθαι ὡς ἐλαχίστῳ ὕδατι ψυχρῷ ἢ
                        μελικρήτῳ. <lb/>Ὁκόσοισι δὲ ἐν πυρετοῖσι κοιλίη ὑγρὴ καὶ γνώμη <pb n="426"/>
                        τεταραγμένη, οἱ πολλοὶ τῶν τοιουτέων τὰς κροκύδας <lb/>ἀφαιρέουσι, καὶ τὰς
                        ῥῖνας σκάλλουσι, καὶ κατὰ βραχὺ <lb/>μὲν ἀποκρίνονται τὸ ἐρωτώμενον, αὐτοὶ
                        δὲ ἀφ᾿ ἑωυτῶν οὐδὲν <lb/>λέγουσι κατηρτημένον· δοκέει οὖν μοι τὰ τοιάδε
                        μελαγχολικὰ <lb/>εἶναι· ἢν δὲ τοιῶνδε ἐόντων ἡ κοιλίη ὑγρὴ ᾖ καὶ
                        <lb/>ξυντήκῃ, δοκέει μοι τὰ ῥοφήματα ψυχρότερα καὶ παχύτερα <lb/>προσφέρειν,
                        καὶ τὰ πόματα στατικὰ καὶ οἰνωδέστερα <lb/>ἢ καὶ στυπτικώτερα. Ὁκόσοισι δὲ
                        τῶν πυρετῶν δῖνοί <lb/>τε ἀπ᾿ ἀρχῆς καὶ σφυγμοὶ κἑφαλῆς εἰσι καὶ οὖρα λεπτὰ,
                        <lb/>τουτέοισι προσδέχεσθαι πρὸς τὰς κρίσιας παροξυνθησόμενον <lb/>τὸν
                        πυρετόν· οὐ θαυμάσαιμι δ᾿ ἂν οὐδ᾿ εἰ παραφρονήσειαν. <lb/>Οἷσι δὲ ἐν ἀρχῇ τὰ
                        οὖρα νεφελοειδέα καὶ παχέα, τοὺς <pb n="428"/> τοιούσδε ὑποκαθαίρειν, ἢν καὶ
                        τὰ ἄλλα ξυμφέρῃ· ὁκόσοισι <lb/>δὲ ἐν ἀρχῇ τὰ οὖρα λεπτὰ, μὴ φαρμάκευε τοὺς
                        τοιούτους, <lb/>ἀλλ᾿ ἢν δοκέῃ, κλύσαι· τούτους ξυμφέρει οὕτω
                        <lb/>θεραπεύεσθαι, τῷ σώματι ἡσυχίην ἄγοντας, ἀλείφοντά τε <lb/>καὶ
                        περιστέλλοντα ὁμαλῶς· ποτῷ δὲ χρέεσθαι μελικρήτῳ ὑδαρεῖ, <lb/>καὶ ῥοφήματι
                        χυλῷ πτισάνης ἐς ἑσπέρην· κοιλίην <lb/>δὲ ὕπαγε κατ᾿ ἀρχὰς κλυσμῷ· φάρμακα
                        δὲ μὴ πρόσαγε <pb n="430"/> τούτοισιν· ἢν γάρ τι κινήσῃς κατὰ κοιλίην, τὸ
                        οὖρον οὐ <lb/>πεπαίνεται, ἀλλ᾿ ἄνιδρός τε καὶ ἄκριτος ὁ πυρετὸς ἐπὶ
                        <lb/>πολὺν χρόνον ἔσται. Τὰ δὲ ῥοφήματα, ὁκόταν ἐγγὸς τῶν <lb/>κρισίων ᾖ, μὴ
                        δίδου, ἢν θορυβῆται, ἢν δ᾿ ἀνῇ καὶ ἐπιδιδῷ <lb/>ἐπὶ τὸ βέλτιον· φυλάσσεσθαι
                        δὲ χρὴ καὶ τῶν ἄλλων πυρετῶν <lb/>τὰς κρίσιας, καὶ ἀφαιρέειν τὰ ῥοφήματα
                        κατὰ τοῦτον <lb/>τὸν καιρόν. Μεμαθήκασι δὲ μακροὶ οἱ πυρετοὶ οἵδε γίγνεσθαι,
                            <pb n="432"/> καὶ ἀποσκήμματα ἴσχειν, ἢν μὲν τὰ κάτω ψυχρὰ ᾖ, <lb/>περὶ
                        ὦτα καὶ τράχηλον· ἢν δὲ μὴ ψυχρὰ ᾖ, ἄλλας ἴσχειν <lb/>μεταβολάς· ῥέει δὲ καὶ
                        αἷμα ἐκ ῥινῶν, καὶ αἱ κοιλίαι <lb/>τοῖσι τοιουτέοισιν ἐκταράσσονται·
                        ὁκόσοισι δὲ πυρετοὶ ἀσώδεές <lb/>εἰσι, καὶ ὑποχόνδρια ξυντείνουσι, καὶ
                        κεκλιμένοι οὐκ ἀνέχονται <lb/>ἐν τῷ αὐτέῳ, καὶ τὰ ἄκρεα ψύχονται πάντα,
                        πλείστης <lb/>ἐπιμελείης καὶ φυλακῆς δέονται· διάγειν δὲ τούτοισι
                        προσφέροντας <lb/>μηδὲν ἄλλο ἢ ὀξύμελι ὑδαρές· ῥόφημα δὲ μὴ πρόσφερε, <pb n="434"/> ἕως ἂν λήξῃ, καὶ τὸ οὖρον πεπανθῇ· κατακλίνειν δέ <lb/>ἐς
                        ζοφερὰ οἰκήματα, καὶ κατακεκλίσθαι ὡς ἐπὶ μαλθακωτάτοισι <lb/>στρώμασι,
                        πολὺν χρόνον ἐπὶ τὰ αὐτὰ καρτερέοντα, <lb/>καὶ ὡς ἥκιστα ῥιπτάζειν· μάλιστα
                        γὰρ τοῦτο τοὺς <lb/>τοιούτους ὠφελέει. Ἐπὶ δὲ τὸ ὑποχόνδριον λίνου σπέρμα
                        <lb/>ἐγχρίων ἐπιτίθει, φυλασσόμενος ὅκως μὴ φρίξῃ προστιθέμενος· <lb/>ἔστω
                        δὲ ἀκροχλίαρον, ἑφθὸν ἐν ὕδατι καὶ ἐλαίῳ. <lb/>Τεκμαίρεσθαι δὲ ἐκ τῶν οὔρων
                        τὸ μέλλον ἔσεσθαι· ἢν μὲν γὰρ <lb/>παχύτερα καὶ ὠχρότερα ᾖ, βελτίω· ἢν δὲ
                        λεπτότερα καὶ μελάντερα, <lb/>πονηρότερα· ἢν δὲ μεταβολὰς ἔχῃ, χρόνον τε
                        <lb/>σημαίνει, καὶ ἀνάγκη τῷ νοσέοντι μεταβάλλειν καὶ ἐπὶ τὰ χείρω <lb/>καὶ
                        ἐπὶ τὰ βελτίω τὴν ἀνωμαλίην. Τοὺς δὲ ἀκαταστάτους <lb/>τῶν πυρετῶν ἐᾷν,
                        μέχρις ἂν στῶσιν, ὁκόταν δὲ στῶσιν, <lb/>ἀπαντῆσαι διαίτῃ καὶ θεραπείῃ τῇ
                        προσηκούσῃ, κατὰ φύσιν <lb/>θεωρέων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Εἰσὶ δὲ ὄψιες πολλαὶ τῶν καμνόντων· διὸ προσεκτέον τῷ <pb n="436"/>
                        ἰωμένῳ, ὅκως μὴ διαλήσεται τῶν προφασίων, μήτε <lb/>τῶν κατὰ λογισμὸν, μήτε
                        ὁκόσα ἐς ἀριθμὸν ἄρτιον ἢ περισσὸν <lb/>δεῖ φανῆναι· μάλιστα μὲν οὖν δεῖ τὸν
                        περισσὸν ἀριθμὸν <lb/>εὐλαβέεσθαι, ὡς αὗται αἱ ἡμέραι ἑτεροῤῥοπέας ποιέουσι
                        <lb/>τοὺς κάμνοντας. Φυλάσσεσθαι οὖν δεῖ τὴν πρώτην <lb/>ἡμέρην, ᾗ ἦρκται
                        ἀσθενέειν ὁ κάμνων, ἰδόντα τὴν <lb/>ἀρχὴν ἐξ ὅτου καὶ διότι· ἡγέεται γὰρ
                        τοῦτο πρῶτον <lb/>εἰδῆσαι. Ὁκόταν δὲ ἔρῃ αὐτὸν καὶ διασκέψῃ ταῦτα <pb n="438"/> πάντα, πρῶτον μὲν κεφαλὴν ὅκως ἔχει, εἰ ἀνάλγητος <lb/>καὶ μὴ
                        βάρος ἔχει ἐν ἑωυτῇ· ἔπειτα ὑποχόνδρια καὶ <lb/>πλευρὰ, εἰ ἀνάλγητα·
                        ὑποχόνδριον μὲν γὰρ, εἰ ἐπίπονόν <lb/>ἐστιν ἢ ἐπηρμένον ἢ ἔχει τινὰ
                        σκολιότητα ἢ <lb/>κόρον, ἢ πλευροῦ ἀλγηδὼν ἐνείη, καὶ ἅμα τῷ ἀλγήματι ἢ
                        <lb/>βηχίον, ᾖ στρόφος ἠ πόνος κοιλίης· ὅταν δέ τι τούτέων <lb/>παρῇ, ἐν
                        ὑποχονδρίῳ μὲν μάλιστα, λύειν τὴν κοιλίην <lb/>κλυσμοῖσιν· πινέτω δὲ.
                        μελίκρητον θερμὸν ἀφηψημένον. <lb/>Καταμανθάνειν δὲ καὶ ἐν τῇσιν
                        ἐξαναστάσεσιν εἰ λειποθυμέει, <lb/>καὶ εἰ τοῦ πνεύματος εὐφορίη αὐτὸν ἔχει,
                        ἰδεῖν τε <lb/>τὴν διαχώρησιν, μή τι μέλαν διεχώρησεν ἰσχυρῶς <lb/>χρῶμα, καὶ
                        εἰ καθαρὸν, ὁκοῖα ὑγιαίνοντος ἂν εἴη διαχωρήματα, <lb/>καὶ ὁ πυρετὸς ἐς τὴν
                        τρίτην ἐπιπαροξυνόμενος· <pb n="440"/> κατιδὼν δὲ εὖ μάλα τοὺς τοιούσδε ἐν
                        ταύτῃσι τῇσι νούσοιστ <lb/>τριταίους, πρὸς ταάτην ἤδη καὶ τὰ ἄλλα συνορῇν·
                        καὶ <lb/>ἢν ἡ τετάρτη τῇ τρίτῃ ἡμέρῃ ὅμοιον ἔχῃ τι τῶν <lb/>αὐτῶν τουτέων,
                        κινδυνώδης ὁ κάμνων γίγνεται. Τὰ δὲ σημεῖα· <lb/>ἡ μὲν μέλαινα διαχώρησις
                        θάνατον σημαίνει, ἡ δὲ <lb/>ὁμοίη τῷ ὑγιαίνοντι ὁκόταν πάσας τὰς ἡμέρας
                        <lb/>φαίνηται, σωτήριον· ὁκόταν δὲ μὴ ὑπακούῃ τῇ βαλάνῳ, <lb/>ἐνῇ δὲ τοῦ
                        πνεύματος εὐφορίη, διαναστὰς ἐπὶ τὸν <lb/>θρόνον ἢ αὐτοῦ ἐν τῇ κλίνῃ, ἢν
                        ἀψυχίη ἐγγένηται, ταῦτα <lb/>ὁκόταν προσῇ τῷ κάμνοντι ἢ τῇ καμνούσῃ κατ᾿
                        ἀρχὰς, <lb/>παραφροσύνην οἴου ἐσομένην. Προσέχειν δὲ χρὴ καὶ τῇσι <pb n="442"/> χερσίν· ἢν γὰρ τρομεραὶ ἔωσι, προσδέχου τῷ τοιῷδε
                        <lb/>ἀπόσταξιν αἵματος ἐκ ῥινῶν ἐσομένην· ὁρῇν δὲ χρὴ καὶ <lb/>τοὺς
                        μυκτῆρας· ἢν ὁμοίως τὸ πνεῦμα δι᾿ ἀμφοτέρων <lb/>ἕλκηται, καὶ ἢν πουλὺ
                        φέρηται ἐκ τῶν μυκτήρων, φιλέει <lb/>γίγνεσθαι σπασμός· ἢν δὲ σπκσμὸς
                        γένηται τῷ <lb/>τοιῷδε, θάνατος προσδόκιμος, καὶ καλῶς ἔχει προλέγειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ἢν δὲ ἐν πυρετῷ χειμερινῷ ἡ γλῶσσα τρηχείη <lb/>γένηται καὶ ἀψυχίαι
                        ἐνέωσι, φιλέει τῷ τοιῷδε καὶ ἐπάνεσις <lb/>εἶναι τοῦ πυρετοῦ ἀλλ᾿ ὅμως τὸν
                        τοιόνδε παραφυλάσσειν τῇ λιμοκτονίῃ <lb/>καὶ ὑδατοποσίῃ καὶ μελικρήτου
                        πόσει· καὶ χυλοῖσι <lb/>παραφύλασσε, μηδὲν πιστεύων τῇ ἀνέσει τῶν πυρετῶν,
                        <lb/>ὡς οἱ τοιάδε ἔχοντες σημεῖα, ἐπικίνδυνοί εἰσι θνήσκειν· <lb/>ὁκόταν δὲ
                        ταῦτα συνειδῇς, οὅτω προλέγειν, ἤν <pb n="444"/> σοι ἀρέσκῃ, θεωρήσας εὖ
                        μάλα. Ὁκόταν δὲ πυρετοῖσε <lb/>φοβερόν τι γένηται πεμπταίοισιν ἐοῦσιν, ἡ
                        κοιλίη ἐξαίφνης <lb/>ὑγρὰ διαχωρήσῃ, καὶ ἀψυχίη γένηται, ἢ <lb/>ἀφωνίη
                        ἐπιλάβῃ, ἢ σπασμώδης γένηται ἢ λυγμώδης, ἐπὶ <lb/>τούτοισιν ἀσώδεα φιλέει
                        γίγνεσθαι, καὶ περὶ ὑποῤῥίνιον καὶ <lb/>μέτωπον ἱδρῶτες καὶ αὐχένα ὄπισθεν
                        τῆς κεφαλῆς· οἱ δὲ <lb/>ταῦτα πάσχοντες θνήσκουσιν οὐκ ἐς μακρὸν
                        πνευματωθέντες. <lb/>Ὁκόσοισι δὲ ἐν πυρετοῖσι τὰ σκέλεα γίγνεται φυματώδεα,
                        <lb/>καὶ ἐγχρονιζόμενα μὴ ἐκπεπαίνεται ἔτι ἐόντων ἐν <lb/>πυρετοῖσιν, ἢν καὶ
                        προσπέσῃ πνιγμὸς ἐν φάρυγγι, <lb/>ἰσχνων ἐόντων τῶν περὶ φάρυγγα, καὶ μὴ
                        πεπαίνηται, ἀλλὰ <pb n="446"/> σβεσθῇ, φιλέει τῷ τοιῷδε αἷμα ἐκ τῶν ῥινῶν
                        ῥέειν· κἄν <lb/>μὲν πουλὺ ῥυῇ, λύσιν σημαίνει τῆς νούσου· ἢν δὲ μὴ,
                        <lb/>μακρήν· ὁκόσῳ δ᾿ ἂν ἔλασσον ῥυῇ, τοσῷδε χεῖρον καὶ ἐπίμηκες· <lb/>ἢν δὲ
                        τἄλλα ῥήϊστα γένηται, προσδέχεσθαι τῷ τοιῷδε <lb/>ἐς πόδας ἀλγήματα· ἢν δὲ
                        ἅψηται τοῦ ποδὸς, καὶ <lb/>ἐπώδυνος γενόμενος παραμένῃ πυριφλεγὴς γενόμενος,
                        καὶ <lb/>μὴ λυθῇ, κατὰ σμικρὸν ἥξει καὶ ἐς αὐχένα ἀλγήματα <lb/>καὶ ἐς
                        κληἴδα καὶ ἐς ὦμον καὶ ἐς στῆθος καὶ ἐς ἄρθρον, καὶ <lb/>τοῦτο δεήσει
                        φυματῶδες γενέσθαι· σβεννυμένων δὲ τουτέων, <lb/>ἢν αἱ χεῖρες ἐφέλκωνται ἢ
                        τρομεραὶ γένωνται, σπασμὸς τὸν <lb/>τοιόνδε ἐπιλαμβάνει καὶ παραφροσύνη·
                        ἀτὰρ καὶ φλυζάκια <lb/>ἐπὶ τὴν ὀφρὺν, καὶ ἐρυθήματα ἴσχει, καὶ τὸ βλέφαρον
                        τὸ <lb/>ἕτερον παρὰ τὸ ἕτερον παραβλαστάνει, καὶ σκληρὴ φλεγμονὴ <pb n="448"/> κατέχει, καὶ οἰδέει ἰσχυρῶς ὁ ὀφθαλμὸς, καὶ <lb/>ἡ παραφροσύνη μέγα
                        ἐπιδιδοῖ· αἱ δὲ νύκτες μᾶλλον <lb/>σημαίνουσιν ἢ αἱ ἡμέραι τὰ περὶ τὴν
                        παραφροσύνην. Τὰ <lb/>δὲ σημεῖα μάλιστα γίγνεται πολλὰ ἐπὶ τὸν περισσὸν
                        ἀριθμὸν ἢ <lb/>ἐπὶ τὸν ἄρτιον· ὁκοτέρῳ δ᾿ ἂν τούτων τῶν ἀριθμῶν γίγνηται,
                        <lb/>ὄλεθροι ἐπιγίγνονται. Τοὺς τοιούτους δὲ ἢν μὲν ἐξ ἀρχῆς
                        <lb/>φαρμακεύειν προαιρῇ, πρὸ τῆς πέμπτης, ἢν βορβορύζῃ <lb/>ἡ κοιλίη· εἰ δὲ
                        μὴ, ἐᾷν ἀφαρμακεύτους εἶναι· ἢν δὲ διαβορβορύζῃ, <lb/>καὶ τὰ ὑποχωρήματα
                        χολώδεα ᾖ, σκαμμωνίῳ ὑποκάθαιρε <lb/>μετρίως· τῇ δὲ ἄλλῃ θεραπείῃ, ὡς
                        ἐλάχιστα <lb/>προσφέρειν πόματα καὶ ῥοφήματα, ἵνα βελτιόνως ἔχῃ, <lb/>ἢν μὴ
                        ὑπερβῶσι τὴν τεσσαρεσκαιδεκάτην ἐπανέντες. Ὁκόταν <lb/>πυρέσσοντι
                        τεσσαρεσκαιδεκαταίῳ ἐόντι ἀφωνίη προσγένηται, <lb/>οὐ φιλέει ἥκειν λύσις
                        ταχείη, οὐδ᾿ ἀπαλλαγὴ <lb/>τοῦ νουσήματος γίγνεσθαι, ἀλλὰ χρόνον τῷ τοιῷδε
                        σημαίνει· <lb/>ὁκόταν δὲ φανῇ ἐπὶ τῇ ἡμέρῃ ταύτῃ, μακρότερον <lb/>ξυμπίπτει.
                        Ὁκόταν δὲ πυρέσσοντι τεταρταίῳ ἡ γλῶσσα <pb n="450"/> ἐκτεταραγμένα
                        διαλέγηται, καὶ ἡ κοιλίη χολώδεα ὑποχωρέῃ <lb/>ὑγρὰ, φιλέει παραληρέειν ὁ
                        τοιόσδε· ἀλλὰ χρὴ παραφυλάσσειν <lb/>παρεπόμενον τοῖσιν ἀποβαίνουσιν.
                        Θερινῆς καὶ μετοπωρινῆς <lb/>ὥρης ἐπὶ τῶν ὀξέων αἵματος ἀπόσταξις ἐξαπίνης
                        <lb/>ξυντονίην καὶ πολλὴν θεραπείην κατὰ τὰς φλέβας δηλοῖ, <lb/>καὶ ἐς τὴν
                        ὑστεραίην λεπτῶν οὔρων ἐπιφάσιας· καὶ ἢν <lb/>ἀκμάζῃ τῇ ἡλικίῃ, καὶ τὸ σῶμα
                        ἐκ γυμνασίων ἢ εὐσαρκώσιος <lb/>ἔχῃ, ἢ μελαγχολικὸς ᾖ, ἢ ἐκ πόσιος χεῖρες
                        τρομεραὶ, <lb/>καλῶς ἔχει παραφροσύνην προειπεῖν ἢ σπασμόν· κἢν μὲν ἐν
                        <lb/>ἀρτίῃσιν ἐπιγένηται, βέλτιον, ἐν κρισίμῃσι δὲ ὀλέθριον· <lb/>ἢν μὲν
                        πουλὺ ἀλὲς ἀποσυθὲν αἷμα ἐξόδους ποιήσηται, <pb n="452"/> τῆς πλεονεξίης
                        κατὰ ῥῖνας, ἢ κατὰ ἕδρην ἐμπλησθείσης, <lb/>ἀπόστασιν, ἢ πόνους ἐν
                        ὑποχονδρίῳ, ἢ ἐς ὄρχιας, ἢ <pb n="454"/> ἐς σκέλεα· λυθέντων δὲ τουτέων,
                        ἔξοδοι γίγνονται <lb/>πτυσμῶν παχέων, οὔρων λείων, λευκῶν. Πυρετῷ λυγγώδει,
                        <lb/>ὀπὸν σιλφίου, ὀξύμελι, δαῦκον τρίψας, πιεῖν δίδου, <lb/>καὶ χαλβάνην ἐν
                        μέλιτι, καὶ κύμινον ἐκλεικτικὸν, καὶ χυλὸν <pb n="456"/> πτισάνης ἐπὶ
                        τουτέοισι ῥοφέειν· ἄφυκτος δὲ ὁ τοιοῦτος, <lb/>ἢν μὴ ἱδρῶτες κριτικοὶ καὶ
                        ὕπνοι ὁμαλοὶ ἐπιγένωνται, <lb/>καὶ οὖρα παχέα καὶ δριμέα καταδράμῃ, ἢ ἐς
                        ἀπόστασιν <lb/>στηρίξῃ· κόκκαλος καὶ σμύρνα ἐκλεικτόν· πίνειν δὲ
                        <lb/>τούτοισι διδόναι ὀξύμελι ὡς ἐλάχιστον· ἢν δὲ διψώδεες <lb/>ἔωσι σφόδρα,
                        τοῦ κριθίνου ὕδατος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Τὰ δὲ περιπλευμονικὰ καὶ πλευριτικὰ ὧδε χρὴ σκέπτεσθαι· <lb/>ἢν ὀξύς ὁ
                        πυρετὸς ᾖ, καὶ τὰ ὀδυνήματα τοῦ <lb/>ἑτέρου πλευροῦ ἢ ἀμφοτέρων, καὶ τοῦ
                        πνεύματος δὲ <pb n="458"/> ἀναφερομένου ἢν πονέῃ, καὶ βῆχες ἐνέωσι, καὶ
                        πτύσματα <lb/>πτύῃ πυῤῥὰ ἢ πελιὰ, ἢ καὶ λεπτὰ καὶ ἀφρώδεα <lb/>καὶ ἀνθηρὰ,
                        καὶ εἴ τι ἄλλο διαφέρον ἔχοι παρὰ τὰ μεμαθηκότα, <lb/>τούτοισιν οὕτω χρὴ
                        διάγειν· ἢν μὲν ἡ ὀδύνη ἄνω περαίνῃ <lb/>πρὸς κληἵδα ἢ περὶ μαζὸν ἢ περὶ
                        βραχίονα, τάμνειν <lb/>χρὴ τὴν ἐν τῷ βραχίονι φλέβα τὴν ἔσω, ἐφ᾿ ὁκότερον
                        <lb/>ἂν ᾖ τῶν μερέων κατὰ τόδε· ἀφαιρέειν δὲ κατὰ τὴν τοῦ <lb/>σώματος ἕξιν
                        καὶ ὥρην καὶ ἡλικίην καὶ χροιὴν πλεῖον, <lb/>καὶ θαρσέων, ἢν ὀξὺ τὸ ἄλγημα
                        ᾖ, ἄγειν πρὸς <pb n="460"/> λειποψυχίην· ἔπειτα ὑποκλύζειν μετὰ τοῦτο. Ἢν δὲ
                        <lb/>ὑποκάτω τοῦ θώρηκος ᾖ τὸ ἄλγημα, καὶ ξυντείνῃ λίην, <lb/>τῷ πλευριτικῷ
                        τὴν κοιλίην ὑποκάθαιρε· μεσηγὺ δὲ τῆς <lb/>καθάρσιος μηδὲν δίδου· μετὰ
                        κάθαρσιν δὲ ὀξύμελι· <lb/>φαρμακεύειν δὲ τεταρταῖον· τὰς δὲ ἐξ ἀρχῆς τρεῖς
                        ὑκοκλύζειν, <lb/>καὶ ἢν μὴ κουφίζῃ, οὕτως ὑποκάθαιρε· φυλακὴ δὲ <lb/>ἔστω
                        ἕως ἀπυρέτου καὶ ἑβδόμης· ἔπειτα ἢν ἀσφαλὴς ἐὼν <lb/>φαίνηται, οὕτω χυλῷ
                        ὀλίγῳ καὶ λεπτῷ τὸ πρῶτον, ξὺν μέλιτι <lb/>μίσγων δίδου· ἢν δὲ ἀνάγηται
                        ῥηϊδίως, καὶ εὔπνοος <lb/>ᾖ καὶ ἀνώδυνος τὰ πλευρὰ, καὶ ἀπύρετος, κατὰ
                        σμικρὸν <lb/>παχυτέρῳ τε καὶ πλείονι, καὶ δὶς τῆς ἡμέρης· ἢν δὲ μὴ
                        <lb/>ῥηϊδίως ἀπαλλάσσῃ, ἔλασσόν τε τὸ πόμα, καὶ τὸ ῥόφημα <pb n="462"/>
                        ὀλίγον, χυλὸν λεπτὸν, καὶ ἅπαξ, ἐν ὁκοτέρῃ ἂν <lb/>ὥρῃ βέλτιον διάγῃ· γνώσῃ
                        δὲ ἐκ τῶν οὔρων. Δεὶ δὲ <lb/>ῥόφημα προσφέρειν τοῖσιν ἐκ τῶν νουσημάτων μὴ
                        πρότερον ἢ <lb/>πέπονα τὰ οὖρα ἢ πτύσματα ἴδῃς γεγενημένα (ἢν δὲ
                        φαρμακευθεὶς <lb/>συχνὰ καθαρθῇ, ἀναγκαῖον διδόναι, ἔλασσον δὲ <lb/>καὶ
                        λεπτότερον· οὐ γὰρ δυνήσεται ὑπὸ κενεαγγείης ὑπνώσσειν, <lb/>οὐδὲ πέσσειν
                        ὁμοίως, οὐδὲ τὰς κρίσιας ὑπομένειν)· ἀλλ᾿ <lb/>ἐπειδὰν ξυντήξιες ὠμῶν
                        γένωνται, καὶ τὰ ἀντέχοντα <lb/>ἀποβάλλῃ, ἀνθέξει οὐδέν. Πέπονα δέ ἐστι τὰ
                        μὲν <lb/>πτύελα, ὁκόταν γένηται ὅμοια τῷ πύῳ, τὰ δὲ οὖρα <pb n="464"/> τὰς
                        ὑποστάσιας ὑπερύθρους ἔχοντα ὁκοῖον ὀρόβων. Οὐδὲν <lb/>δὲ κωλύει καὶ πρὸς τὰ
                        ἄλλα ἀλγήματα τῶν πλευρέων χλιάσματα <lb/>προστιθέναι καὶ κηρώματα· ἀλείφειν
                        δὲ σκέλεα καὶ <lb/>ὀσφὺν θερμῷ, καὶ λίπος ἐγκαταλείφειν· ἐπὶ δὲ ὑποχόνδρια
                        <lb/>λίνου σπέρμα καταπλάσσειν ἕως μαζῶν· ἀκμαζούσης δὲ τῆς
                        <lb/>περιπλευμονίης, ἀβοήθητον μὴ ἀνακαθαιρομένου, καὶ πονηρὸν ἢν
                        <lb/>δύσπνοος ᾖ, καὶ οὖρα λεπτὰ καὶ δριμέα, καὶ ἱδρῶτες περὶ <lb/>τράχηλον
                        καὶ κεφαλὴν γίγνωνται· οἱ τοιοῦτοι ἱδρῶτες <lb/>πονηροὶ, ὑπὸ πνιγμοῦ καὶ
                        ῥωγμῆς καὶ βίης ἐπικρατεόντων τῶν <lb/>νουσημάτων, ἢν μὴ οὖρα πολλὰ καὶ
                        παχέα ὁρμήσῃ, καὶ <lb/>πτύσματα πέπονα ἔλθῃ· ὅ τι δ᾿ἂν τούτων αὐτοματίσῃ,
                        λύσει <lb/>τὸ νούσημα. Περιπλευμονίης ἐκλεικτὸν, χαλβάνη <pb n="466"/> καὶ
                        κόκκαλος ἐν μέλιτι ἀττικῷ· καὶ ἀβρότονον ἐν ὀξυμέλιτι, <lb/>πέπερι·
                        ἐλλέβορον μέλανα ἀποζέσας πλευριτικῷ ἐν ἀρχῇ <lb/>περιωδύνῳ ἐόντι δίδου·
                        ἀγαθὸν δὲ καὶ τὸ πάνακες ἐν <lb/>ὀξυμέλιτι ἀναζέσαντα καὶ διηθέοντα διδόναι
                        πίνειν, καὶ ἡπατικοῖσι <lb/>καὶ τῇσιν ἀπὸ τῶν φρενῶν περιωδυνίῃσι, καὶ
                        <lb/>ὁκόσα δεῖ ἐς κοιλίην καὶ ἐς οὔρησιν, ἐν οἴνῳ καὶ μέλιτι, <pb n="468"/>
                        τὰ δὲ ἐς κοιλίην, ξὺν ὑδαρεῖ μελικρήτῳ πίνειν πλείω <lb/>δίδου. </p></div></div></body></text></TEI>