<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg005.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4 Τὸ δὲ ἄφωνον τινὰ ἐξαίφνης γενέσθαι, φλεβῶν ἀπολήψιες <pb n="404"/>
                        λυπέουσιν, ἢν ὑγιαίνοντι τόδε ξυμβῇ ἄνευ προφάσιος ἢ <lb/>ἄλλης αἰτίης
                        ἰσχυρῆς· φλεβοτομέειν οὖν χρὴ τὸν βραχίονα <lb/>τὸν δεξιὸν τὴν ἔσω φλέβα,
                        καὶ ἀφαιρέειν τοῦ αἵματος, κατὰ <lb/>τὴν ἕξιν καὶ τὴν ἡλικίην διαλογιζόμενον
                        τὸ πλεῖον καὶ τὸ <lb/>ἔλασσον. Ξυμπίπτει δὲ τοῖσι πλείστοισιν αὐτέων τοιάδε·
                        <lb/>ἐρυθήματα προσώπου, ὀμμάτων στάσιες, χειρῶν διαστάσιες, <lb/>ὀδόντων
                        τρισμοὶ, σφυγμοὶ, σιηγόνων ξυναγωγὴ, <lb/>καὶ κατάψυξις ἀκρωτηρίων,
                        πνευμάτων ἀπολήψιες <lb/>ἀνὰ τὰς φλέβας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Ὁκόταν ἀλγήματα προγένηται, μελαίνης χολῆς <pb n="406"/> καὶ δριμέων
                        ῥευμάτων ἐπιῤῥύσιες γίγνονται· ἀλγέει δὲ <lb/>τὰ ἐντὸς δακνόμενος· δηχθεῖσαι
                        δὲ καὶ λίην ξηραὶ γενόμεναι <lb/>αἱ φλέβες ἐντείνονταί τε καὶ φλεγμαίνουσαι
                        ἐπισπῶνται <lb/>τὰ ἐπιῤῥέοντα· ὅθεν διαφθαρέντος τοῦ αἵματος, <lb/>καὶ τῶν
                        πνευμάτων οὐ δυναμένων ἐν αὐτῷ τὰς κατὰ φύσιν <lb/>ὁδοὺς βαδίζειν,
                        καταψύξιές τε γίγνονται ὑπὸ τῆς στάσιος, <lb/>καὶ σκοτώσιες, καὶ ἀφωνίη, καὶ
                        καρηβαρίη, καὶ σπασμοὶ, <lb/>ἢν ἤδη ἐπὶ τὴν καρδίην ἢ τὸ ἧπαρ ἢ ἐπὶ τὴν
                        φλέβα <lb/>ἔλθῃ· ἔνθεν ἐπίληπτοι γίγνονται ἢ παραπλῆγες, ἢν ἐς <lb/>τοὺς
                        περιέχοντας τόπους ἐμπέσῃ τὰ ῥεύματα, καὶ ὑπὸ τῶν <lb/>πνευμάτων οὐ
                        δυναμένων διεξιέναι καταξηρανθῇ. Ἀλλὰ χρὴ τοὺς <pb n="408"/> τοιούτους
                        προπυριῶντα φλεβοτομέειν ἐν ἀρχῇσιν εὐθέως, <lb/>μετεώρων ἐόντων πάντων τῶν
                        λυπεόντων πνευμάτων καὶ <lb/>ῥευμάτων· εὐβοηθητότερα γάρ ἐστιν· καὶ
                        ἀναλαμβάνοντα, καὶ <lb/>τὰς κρίσιας ἐπιθεωρέοντα, φαρμακεύειν, ἢν μὴ
                        κουφίζηται, <lb/>ἄνω· τὴν δὲ κάτω κοιλίην, ἢν μὴ ὑποχωρέῃ κλυσμῷ, ὄνου
                        <lb/>γάλα ἑφθὸν δίδου, καὶ πινέτω μὴ ἔλασσον δώδεκα κοτυλῶν· <lb/>ἢν δὲ ῥώμη
                        περιέχῃ, πλεῖον ἑκκαίδεκα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Σύναγχος δὲ γίνεται, ὁκόταν ἐκ τῆς κεφαλῆς ῥεῦμα <lb/>πολυὺ καὶ κολλῶδες
                        ὥρην χειμερινὴν ἢ ἐαρινὴν ἐς <lb/>τὰς σφαγίτιδας φλέβας ἐπιῤῥυῇ, καὶ τὸ
                        ῥεῦμα πλεῖον <pb n="410"/> διὰ τὴν εὐρύτητα ἐπισπάσωνται· ὁκόταν δὲ ψυχρόν
                        τε ἐὸν <lb/>καὶ κολλῶδες ἐμφράξηται, τοῦ πνεύματος τὰς διεξόδους καὶ τοῦ
                        <lb/>αἵματος ἀποφράσσον, πήγνυσι τὰ ξύνεγγυς τοῦ αἵματος, καὶ <lb/>ἀκίνητον
                        καὶ στάσιμον ποιέει, φύσει ψυχρὸν ἐὸν καὶ ἐμφρακτικόν. <lb/>Διὰ τοῦτο
                        πνίγονται, τῆς γλώσσης ἀποπελιουμένης <lb/>καὶ στρογγυλουμένης καὶ
                        ἀνακαμπτομένης διὰ τὰς φλέβας τὰς ὑπὸ <lb/>τὴν γλῶσσαν· τῆς γὰρ
                        ὑποταμνομένης σταφυλῆς, ἢν δὴ <lb/>κιονίδα καλεῦσιν, ἑκατέρωθεν φλὲψ παχείη.
                        Ὁκόταν οὖν <pb n="412"/> πλήρεες αὗται ἐοῦσαι ἐς τὴν γλῶσσαν
                        ἐναποστηρίζωνται <lb/>ἀραιὴν ἐοῦσαν καὶ σπογγοειδέα, διὰ τὴν ξηρασίην ὑπὸ
                        <lb/>βίης τὸ ἐκ τῶν φλεβῶν δεχομένη ὑγρὸν, ἐκ πλκτείης μὲν <lb/>στρογγύλη
                        γίνεται, ἐξ εὐχρόου δὲ πελιδνὴ, ἐκ μαλθακῆς <lb/>δὲ σκληρὴ, ἐξ εὐκάμπτου δὲ
                        ἄκαμπτος, ὥστε ταχέως ἀποπνίγεσθαι, <lb/>ἢν μή τις ὀξέως βοηθῇ. Φλεβοτομίην
                        τε <lb/>ποιεύμενος ἀπὸ βραχιόνων, καὶ τὰς ὑπὸ τὴν γλῶσσαν <lb/>φλέβας
                        ὑποτάμνων, καὶ φαρμακεύων τοῖσιν ἐκλεικτοῖσι, καὶ <lb/>ἀναγαργαρίζων
                        θερμοῖσι, καὶ κεφαλὴν ὑποξυρῶν, καὶ κήρωμα <lb/>κεφαλῇ καὶ τραχήλῳ
                        περιτιθέναι, καὶ εἰρίοισι περιελίσσειν, <lb/>καὶ σπόγγοισι μαλθακοῖσιν, ἐν
                        ὕδατι θερμῷ ἐκπιεζεῦντα, <lb/>πυριῇν· πίνειν τε ὕδωρ καὶ μελίκρητον μὴ
                        ψυχρά· <pb n="414"/> χυλὸν δε προσφέρειν, ὁκόταν ἐκ κρίσιος ἐν ἀσφαλείῃ ἤδη
                        <lb/>ᾖ. Ὁκόταν ἐν θερινῇ ἢ μετοπωρινῇ ὥρῃ ἐκ κεφαλῆς θερμὸν <lb/>τὸ ῥεῦμα
                        καταῤῥυῇ, καὶ νιτρῶδες ᾖ, ἅτε ὑπὸ τῆς <lb/>ὥρης δριμὸ καὶ θερμὸν
                        γεγενημένον, δάκνει τοιόνδε ἐὸν, καὶ <lb/>ἑλκοῖ, καὶ πνεύματος ἐμπίπλησι,
                        καὶ ὀρθοπνοίη παραγίγνεται <lb/>καὶ ξηρασίη πολλὴ, καὶ τὰ θεωρεύμενα ἰσχνὰ
                        φαίνεται, <lb/>καὶ τοὺς ὄπισθεν τένοντας ἐν τῷ τραχήλῳ ξυντείνεται, <lb/>καὶ
                        δοκέει οἱ τέτανος ἐντετάσθαι, καὶ ἡ φωνὴ <lb/>ἀπέῤῥωγε, καὶ τὸ πνεῦμα
                        σμικρὸν, καὶ ἡ ἐντίσπασις τοῦ <pb n="416"/> πνεύματος πυκνὴ καὶ βιαίη
                        παραγίγνεται. Οἱ τοιοίδε <lb/>τὴν ἀρτηρίην ἑλκοῦνται, καὶ τὸν πλεύμονα
                        πίμπρανται, οὐ <lb/>δυνάμενοι τὸ ἔξωθεν πνεῦμα ἐπάγεσθαι. Τοῖσι τοιουτέοισι
                        <lb/>δὲ ἢν μὴ ἐς τὰ ἔξω μέρεα τοῦ τραχήλου έκουσίῃ ἀποφέρηται,
                        <lb/>δεινότερα καὶ ἀφυκτότερα ἐστὶ, καὶ διὰ τὴν ὥρην, <lb/>καὶ ὅτι ἀπὸ
                        θερμῶν καὶ δριμέων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ἢν πυρετὸς λάβῃ παλαιῆς κόπρου ὑπεούσης, νεοβρῶτι <pb n="418"/> ἐόντι, ἤν
                        τε ξὺν ὀδύνῃ πλευροῦ, ἤν τε μὴ, ἡσυχίην <lb/>ἄγεινιμέχρις οὗ καταβῇ τὰ σιτία
                        πρῶτόν ἐς τὴν κάτω κοιλίην· <lb/>πόματι δὲ χρεέσθω ὀξυμέλιτι· ὁκόταν δὲ ἐς
                        τὴν <lb/>ὀσφὺν βάρος ἥκῃ, κάτω κλύσαι κλυσμῷ, ἢ καθᾶραι <lb/>φαρμάκῳ· ὁκόταν
                        δὲ καθαρθῇ, διαιτᾷν ῥοφήματι πρῶτον καὶ <lb/>πόματι μελικρήτῳ· ἔπειτα
                        σιτίοισι καὶ ἰχθύσιν ἑφθοῖσι <lb/>καὶ οἴνῳ ὑδαρεῖ, ἐς νύκτα ὀλίγῳ· ἡμέρῃ δὲ
                        ὑδαρὲς μελίκρητον. <lb/>Ὁκόταν δὲ αἱ φῦσαι δυσώδεες ἔωσιν, οὕτως ἢ βαλάνῳ ἢ
                        <lb/>κλυσμῷ· εἰ δὲ μὴ, ἐπισχεῖν ὀξύμελι πίνοντα, ἕως ἂν καταβῇ <lb/>ἐς τὴν
                        κάτω κοιλίην, εἶθ᾿ οὕτω κλυσμῷ ὑπαγαγεῖν. Ἢν <lb/>δὲ λαπαρῷ ἐόντι καῦσος
                        ἐπιγένηται, ἤν σοι δοκέῃ φαρμακεύειν <lb/>ἐπιτηδείως ἔχειν, ἔσω τριῶν
                        ἡμερέων μὴ φαρμακεύειν, <lb/>ἀλλ᾿ ἢ τεταρταῖον. Ὁκόταν δὲ φαρμακεύσῃς, <pb n="420"/> τοῖσι ῥοφήμασι χρῶ, διαφυλάσσων τοὺς παροξυσμοὺς τῶν
                        <lb/>πυρετῶν, ὅκως μηδέποτε προσοίσεις μελλόντων ἔσεσθαι <lb/>τῶν πυρετῶν,
                        ἀλλὰ ληγόντων, ἀλλὰ παυσαμένων, καὶ ὡς <lb/>ποῤῥωτάτω ἀπὸ τῆς ἀρχῆς. Ποδῶν
                        δὲ ψυχρῶν ἐόντων, <lb/>μήτε ποτὸν μήτε ῥόφημα μήτ᾿ ἄλλο μηδὲν δίδου τοιόνδε,
                        <lb/>ἀλλὰ μέγιστον ἡγοῖο τοῦτ᾿ εἶναι διαφυλάσσεσθαι, ἕως ἂν <lb/>διάθερμοι
                        σφόδρα γένωνται· εἶθ᾿ οὕτω τὸ ξυμφέρον <lb/>πρόσφερε. Ὡς γὰρ ἐπιτοπουλὺ
                        σημεῖόν ἐστι μέλλοντος παροξύνεσθαι <lb/>τοῦ πυρετοῦ ψύξις ποδῶν· εἰ δ᾿ ἐν
                        τοιούτῳ καιρῷ <lb/>προσοίσεις, ἅπαντα τὰ μέγιστα ἐξαμαρτήσεις· τὸ γὰρ
                        νούσημα <lb/>αὐξήσεις οὐ σμικρῶς. Ὁκόταν δὲ ὁ πυρετὸς λήγῃ, <lb/>τοὐναντίον
                        οἱ πόδες θερμότεροι γίγνονται τοῦ ἄλλου σώματος· <lb/>αὔξεται μὲν γὰρ ψύχων
                        τοὺς πόδας, ἐξαπτόμενος ἐκ τοῦ θώρηκος, <lb/>ἐς τὴν κεφαλὴν ἀναπέμπων τὴν
                        φλόγα· ξυνδεδραμηκότος <lb/>δὲ ἅλες τοῦ θερμοῦ ἅπκντος ἄνω, καὶ
                        ἀναθυμιωμένου ἐς <pb n="422"/> τὴν κεφαλὴν, εἰκότως οἱ πόδες ψυχροὶ
                        γίγνονται, ἄσαρκες καὶ <lb/>νευρώδεες φύσει ἐόντες· ἔτι δὲ πουλὺ ἀπέχοντες
                        τῶν θερμοτάτων <lb/>τόπων ψύχονται, ξυναθροιζομένου τοῦ θερμοῦ ἐς τὸν
                        <lb/>θώρηκα· καὶ πάλιν ἀνάλογον, λυομένου τοῦ πυρετοῦ καὶ
                        κατακερματιζομένου, <lb/>ἐς τοὺς πόδας καταβαίνει· κατὰ δὲ τὸν <lb/>χρόνον
                        τοῦτον ἡ κεφαλὴ καὶ ὁ θώρηξ κατέψυκται. Τοῦ δ᾿εἵνεκα <lb/>προσεκτέον, ὅτι,
                        ὁκόταν οἱ πόδες ψυχροὶ ἔωσι, θερμὴν <lb/>ἀνάγκη τὴν κοιλίην εἶναι καὶ πολλῆς
                        ἄσης μεστὴν, καὶ ὑποχόνδριον <pb n="424"/> ἐντεταμένον, καὶ ῥιπτασμὸν τοῦ
                        σώματος διὰ τὴν <lb/>ἔνδον ταραχὴν, καὶ μετεωρισμὸν γνώμης, καὶ ἀλγήματα·
                        <lb/>καὶ ἕλκεται, καὶ ἐμέειν ἐθέλει, καὶ ἢν πονηρὰ ἐμέῃ, ὀδυνῆται·
                        <lb/>θέρμης δὲ καταβάσης ἐς τοὺς πόδας, καὶ οὔρου διελθόντος, <lb/>κἢν μὴ
                        ἱδρώσῃ, πάντα λωφᾷ· κατὰ τόνδε οὖν τὸν <lb/>καιρὸν δεῖ τὸ ῥόφημα διδόναι
                        τότε δὲ ὄλεθρος. </p></div></div></body></text></TEI>