<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg005.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. Ἢν δὲ αἷμα τινὶ ξυμφέρῃ ἀφαιρέειν, στερεὴν πρότερον <lb/>ποιέειν τὴν
                        κοιλίην, καὶ οὕτως ἀφαιρέειν, καὶ λιμοκτονέειν, <lb/>καὶ οἶνον ἀφαιρέειν
                        αὐτέων· ἔπειτα τῇ διαίτῃ τῇ <lb/>προσηκούσῃ τὰ ἐπίλοιπα αὐτέων· καὶ πυρίῃσιν
                        ἐνίκμοισι <pb n="510"/> θεράπευε. Ἢν δέ σοι κατάπυκνος ἡ κοιλίη δοκέῃ εἶναι,
                        <lb/>μαλθακῷ κλύσματι ὑπόκλυζε. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="25"><p>25. Ἢν δὲ φαρμακεῦσαι δόξῃ, ἐλλεβόρῳ ἀσφαλέως <lb/>ἄνω κάθαιρε· κάτω δὲ
                        μηδενὶ τῶν τοιῶνδε. Κράτιστον <lb/>δὲ, ἐς οὔρησιν καὶ ἐς ἱδρῶτας καὶ ἐς
                        περιπάτους ἄγειν· καὶ <lb/>τρίψει ἡσύχῳ χρέο, ἵνα μὴ πυκνώσῃς τὴν ἕξιν· ἢν
                        δὲ <lb/>κλινοπετὴς ᾖ, ἄλλοι τριβέτωσαν αὐτόν· κἢν μὲν <lb/>ἐν τῷ θώρηκι ὑπὲρ
                        τῶν φρενῶν λυπέῃ τὸ πάθος, αὐτὸν <lb/>ἀνακαθίζειν ὡς πλειστάκις, καὶ ὡς
                        ἥκιστα προσκλινέσθωσαν <lb/>ἐς ὅτε δυνατοί εἰσι, καὶ καθίζοντα ἀνατρίβειν
                        <lb/>μιν πουλὺν χρόνον πολλῷ θερμῷ· ἢν δὲ ἐν τῇ <lb/>κάτω κοιλίῃ ὑπὸ φρένας
                        ἴσχῃ τὰ ἀλγήματα, ἀνακέεσθαι <lb/>ξυμφέρει, καὶ μηδεμίην κίνησιν κινέεσθαι·
                        τῷ τοιῷδε <pb n="512"/> σώματι μηδὲν προσφέρεσθαι, ἔξω τῆς ἀνατρίψιος. Τὰ δὲ
                        <lb/>ἐκ τῆς κάτω κοιλίης λυόμενα δι᾿ οὔρων καὶ ἱδρώτων, ἢν <lb/>ὀλισθῇ
                        μετρίως, ὑπὸ αὐτοματισμοῦ λύεται τὰ σμικρά· <lb/>τὰ σφοδρὰ δὲ πονηρόν· οἱ
                        τοιοῦτοι γὰρ ἢ ἀπόλλυνται, ἢ <lb/>ἄνευ ἄλλων κακῶν οὐ γίγνονται ὑγιέες, ἀλλ᾿
                        ἀποστηρίζει <lb/>καὶ τὰ τοιουτότροπα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>26. Πόμα ὑδρωπιῶντι· κανθαρίδας τρεῖς, ἀφελὼν τὴν <lb/>κεφαλὴν ἑκάστης, καὶ
                        πόδας καὶ πτερὰ, τρίψας ἐν τρισὶ <lb/>κυάθοισιν ὕδατος τὰ σώματα, ὁκόταν δὲ
                        πονέῃ ὁ πιὼν, <lb/>θερμῷ βρεχέσθω, ὑπαλειψάμενος πρότερον, νῆστις δὲ πινέτω·
                        <lb/>ἐσθιέτω δὲ ἄρτους θερμοὺς ἐξ ἀλείφατος. </p></div><pb n="514"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>27. Ἴσχαιμον. Ὀπὸν συκῆς ἐν εἰρίῳ προσθεῖναι <lb/>ἔσω πρὸς τὴν φλέβα, ἢ
                        πυτίην ξυστρέψαντα ἐμβῆσαι <lb/>ἐς τὸν μυκτῆρα, ἢ χαλκίτιδος τῷ δακτύλῳ
                        προσεπιπασάμενος <lb/>πίεσον, καὶ τοὺς χόνδρους ἔξωθεν προσπίεζε ἑκατέρωθεν·
                        <lb/>καὶ τὴν κοιλίην λῦσον ὄνου γάλακτι ἑφθῷ, καὶ <lb/>τὴν κεφαλὴν ξυρῶν
                        ψυκτικὰ πρόσφερε, ἢν ἐν ὥρῃ θερμῇ <lb/>γίγνηται. </p></div></div></body></text></TEI>