<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg005.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Ὑδρώπων δύο φύσιες, ὧν ὁ μὲν ὑποσαρκίδιος, <pb n="498"/> ἐγχειρέων
                        γίγνεσθαι ἄφυκτος, ὁ δὲ μετ᾿ ἐμφυσημάτων, <lb/>πολλῆς εὐτυχίης δεόμενος·
                        μάλιστα δὲ ταλαιπωρίη, καὶ <lb/>πυρίη, καὶ ἐγκρατείη· ξηρὰ δὲ καὶ δριμέα
                        ἐσθιέτω· οὕτω γὰρ <lb/>οὐρητικώτατος ἂν εἴη, καὶ ἰσχύοι μάλιστα. Ἢν δὲ
                        <lb/>δύσπνοος ᾖ, καὶ ἡ ὥρη θερινὴ ἐοῦσα τύχῃ, καὶ ἡ <lb/>ἡλικίη ἀκμάζη, καὶ
                        ῥώμη ᾖ, ἀπὸ τοῦ βραχίονος αἷμα <lb/>ἀφαιρέειν· εἶτα θερμοὺς ἄρτους ἐξ οἴνου
                        μέλανος καὶ ἐλαίου <pb n="500"/> ἀποβάπτων ἐσθιέτω· καὶ ὡς ἐλάχιστα πίνων,
                        ὡς πλεῖστα <lb/>πονεέτω, καὶ κρέα ὕεια σαρκώδεα ἐσθιέτω μετὰ <lb/>ὄξους
                        ἑφθὰ, ὅκως πρὸς τοὺς προσάντεας περιπάτους <lb/>ἀντέχῃ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Ὁκόσοι κοιλίας τὰς κάτω θερμὰς ἔχουσι, καὶ δριμέα τὰ <lb/>ὑποχωρήματα καὶ
                        ἀνώμαλα διέρχεται ὑπὸ ξυντήξιος αὐτέοισιν, <lb/>ἢν μὲν δυνατοὶ ἔωσιν,
                        ἐλλεβόρῳ ἀντισπάσαι· <lb/>ἢν δὲ μὴ, ὁ χυλὸς τῶν σητανίων πυρῶν παχὺς,
                        <lb/>ψυχρὸς, καὶ τὸ φάκινον ἔτνος, καὶ ἄρτοι ἐγκρυφίαι, καὶ <lb/>ἰχθύες
                        πυρέσσοντι μὲν ἑφθοὶ, ἀπυρέτῳ δὲ ἐόντι ὀπτοὶ, καὶ <lb/>οἶνος μέλας ἀπυρέτῳ·
                        ἢν δὲ μὴ, ὕδωρ ἀπὸ μεσπίλων ἢ μύρτων <lb/>ἢ μήλων ἢ οὔων, ἢ φοινικοβαλάνων,
                        ἢ οἰνάνθης ἀμπελικῆς. <lb/>Ἢν δὲ πυρετὸς μὴ ἔχῃ, καὶ στρόφοι ἔωσι, γάλα
                        ὄνειον <pb n="502"/> θερμὸν ὀλίγον τὸ πρῶτον, ἔπειτα ἐκ προσαγωγῆς
                        <lb/>πλεῖον, καὶ λίνου σπέρμα, καὶ πύρινα ἄλφιτα, καὶ τῶν <lb/>αἰγυπτίων
                        κυάμων ἐξελὼν τὰ πικρὰ, καταλέσας, ἐπιπάσσων <lb/>πινέτω· καὶ ὠὰ ἡμιπαγέα
                        ἐσθιέτω ὀπτὰ, καὶ <lb/>σεμίδαλιν, καὶ κέγχρον, καὶ χόνδρον ἑφθὸν ἐν γάλακτι,
                        <lb/>ἑφθὰ ψυχρὰ ἐσθίειν, καὶ τὰ τούτοισιν ὅμοια καὶ ποτὰ <lb/>καὶ ἐδέσματα
                        προσφερέσθω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>22. Τῆς διαιτητικῆς ἐστι μέγιστον παρατηρέειν καὶ <lb/>φυλάσσειν ἐν τοῖσι
                        μακροῖσιν ἀῤῥωστήμασι καὶ τὰς <pb n="504"/> ἐπιτάσιας τῶν πυρετῶν καὶ τὰς
                        ἀνέσιας, ὥστε τοὺς καιροὺς <lb/>διαπεφυλάχθαι ὁκότε μὴ δεῖ τὰ σιτία
                        προσενεγκεῖν, καὶ <lb/>ἀσφαλέως ὁκότε δεῖ προσενεγκεῖν, εἰδέναι· ἔστι δὲ
                        ὅταν πλεῖστον <lb/>ἀπέχωσι τῆς ἐπιτάσιος. </p></div><pb n="506"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Εἰδέναι δὲ τοὺς κεφαλαλγικοὺς ἐκ γυμνασίων ἢ <lb/>δρόμων ἢ πορειῶν ἢ
                        κυνηγεσίων ἢ ἄλλου τινὸς πόνου <lb/>ἀκαίρου, ἢ ἐξ ἀφροδισίων, τοὺς ἀχρόους,
                        τοὺς βραγχαλέους, <lb/>τοὺς σπληνώδεας, τοὺς λειφαίμους, τοὺς πνευματώδεας,
                        <lb/>τοὺς ξηρὰ βήσσοντας καὶ διψώδεας, τοὺς φυσώδεας, <lb/>φλεβῶν ἀπολήψιας,
                        ἐντεταμένους ὑποχόνδρια <lb/>καὶ πλευρὰ καὶ μετάφρενον, τοὺς
                        ἀπονεναρκωμένους, <lb/>καὶ ἀμαυρὰ βλέποντας, καὶ οἷσιν ἦχοι τῶν οὐάτων
                        <lb/>ἐμπίπτουσι, καὶ τῆς οὐρήθρης ἀκρατέως διακεψιένους, <lb/>τοὺς
                        ἰκτεριώδεας, καὶ ὧν αἱ κοιλίαι ὠμὰ ἐκβάλλουσι, <pb n="508"/> καὶ
                        αἱμοῤῥαγέοντας ἐκ ῥινὸς ἢ καθ᾿ ἕδρην σφοδρῶς, <lb/>ἢν ἐν ἐμφυσήμασιν ἔωσιν,
                        ἢ πόνος αὐτοῖσιν ἐπιτρέχῃ <lb/>σφοδρὸς, καὶ μὴ ἐπικρατέωσιν· τῶν τοιῶνδε
                        μηδένα <lb/>φαρμακεύειν· κίνδυνόν τε γὰρ ἕξει, καὶ οὐδὲν ὀνήσεις, <lb/>τάς
                        τε ἀπὸ ταὐτομάτου ἀπαλλάξιας καὶ κρίσιας ἀφαιρήσεις. </p></div></div></body></text></TEI>