<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg005.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>Ἐλλεβορίζειν δὲ χρὴ οἷσιν ἀπὸ κεφαλῆς φέρεται <lb/>ῥεῦμα· ὁκόσοι δὲ ἐξ
                        ἀποστημάτων ἢ φλεβοῤῥαγίης ἢ <lb/>δι᾿ ἀκρησίην ἢ δι᾿ ἄλλην τινὰ ἰσχυρὴν
                        αἰτίην ἔμπυοι γίγνονται, <lb/>μὴ δίδου ἐλλέβορον τοῖσι τοιουτέοισιν· οὐδὲν
                        γὰρ <pb n="476"/> ὠφελήσει, καὶ ἤν τι πάθῃ, αἴτιον δόξει εἶναι δ ἐλλέβορος·
                        <lb/>ἢν δὲ διαλύηται τὸ σῶμα, ἢ πόνος ἐν κεφαλῆ ᾖ, <lb/>ἢ ἐμπεπλασμένα τὰ
                        οὔατα ἢ ῥὶς, ἢ πτυελισμὸς, ἢ <lb/>γουνάτων βάρος, ἢ σώματος ὄγκος παρὰ τὸ
                        ἔθος, ὅ τι ἂν <lb/>ξυμβαίνῃ μήτε ὑπὸ ποτῶν, μήτε ὑπὸ ἀφροδισίων, <lb/>μήτε
                        ὑπὸ λύπης, μήτε ὑπὸ φροντίδων, μήτε ὑπὸ ἀγρυπνιῶν· <lb/>ἢν μέν τι τουτέων
                        ἔχῃ αἴτιον, πρὸς τοῦτο ποιέεσθαι <lb/>τὴν θεραπείη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Τὰ δὲ ἐκ πορείης ἀλγήματα, πλευρέων, νώτου, <lb/>ὀσφύος, ἰσχίων, καὶ
                        ὁκόσα ἀναπνέοντες ἀλγέουσι πρόφασιν <lb/>ἔχοντες, πολλάκις γὰρ μεμάθηκε
                        φοιτῇν ἐκ κραιπαλέων <pb n="478"/> καὶ βρωμάτων φυσωδέὡν ἀλγήματα ἐς ὀσφὺν
                        καὶ <lb/>ἐς ἰσχία, οἷσι δ᾿ ἂν αὐτέων ᾖ τοιάδε δυσουρέεται, <lb/>τουτέων δὲ
                        πορείη αἰτίη καὶ κορυζέων καὶ βράγχων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Ὁκόσα δὲ ἀπὸ διαιτημάτων, τὰ μὲν πολλὰ ἕκαστος <lb/>ὡς ἂν παρὰ τὸ ἔθος
                        διαιτηθῇ, μάλιστα ἐπισημαίνει. Καὶ γὰρ <lb/>ὁκόσοι ἂν μὴ μεμαθηκότες
                        ἀριστῇν, ἀριστήσωσιν, <lb/>ὄγκος πουλὺς αὐτοῖσί· τῆς γαστρὸς καὶ νυσταγμὸς
                        καὶ <lb/>πληθώῤη· ἢν δὲ ἐπιδειπνήσωσι, κοιλίη ἐκταράσσεται· <lb/>ξυμφέρει δὲ
                        τουτέοισιν ἐκλουσαμένοισι καθεύδειν· κοιμηθέντας· <lb/>δὲ περιπατῆσαι
                        βραδέως συχνὴν περίοδον· κἢν <lb/>μὲν λαπαχθῆ, δειπνῆσαι καὶ πιεῖν οἶνον
                        ἐλάσσονα ἀκρητέστερον· <lb/>ἢν δὲ μὴ λαπαχθῇ, ὑποχρίσασθαι τὸ σῶμα θερμῷ,
                        <lb/>καὶ ὑδαρέα οἶνον λευκὸν ἢ γλυκὺν, ἢν διψῇ, ἐπιπιόντα <lb/>ἀναπαύεσθαι·
                        ἢν δὲ μὴ ἐγκοιμηθῇ, πλείω ἀναπαύεσθαι· τὰ <lb/>δ᾿ ἄλλα ὁμοίως τοῖσιν ἐκ
                        κραιπάλης διαιτάσθω. Τὰ δὲ <pb n="480"/> ἀπὸ πομάτων, ὁκόσα μὲν ὑδαρέα,
                        βραδυπορώτερά ἐστι, <lb/>καὶ ἐγκυκλέεται, καὶ ἐπιπολάζει περὶ ὑποχόνδρια,
                        καὶ ἐς οὔρησιν <lb/>οὐ κατατρέχει· τοιούτου δὲ πόματος πληρωθεὶς, <lb/>μηδὲν
                        ἔργον ὀξέως διαπρήξῃ, ὁκόσα τῷ σώματι ξυνταθέντι <lb/>βίῃ ἢ τάχει πονέειν
                        ξυμβαίνει· ὡς μάλιστα δὲ ἡσυχαζέτω, <lb/>ἕως ἂν καταπεφθῇ μετὰ τῶν σιτίων.
                        Ὁκόσα δὲ τῶν <lb/>πομάτων ἀκρητέστερά ἐστιν ἢ αὐστηρότερα, παλμὸν ἐν τῷ
                        σώματι <lb/>καὶ σφυγμὸν ἐν τῇ κεφαλῇ ἐμποιέει, τούτοισι καλῶς <lb/>ἔχει
                        ἐπικοιμᾶσθαι, καὶ θερμόν τι ἐπιῤῥοφῇν, πρὸς ὅπερ <lb/>μάλιστα ἡδίστως
                        ἔχουσιν· νηστείη δὲ πονηρὸν πρὸς τὴν <lb/>κεφαλαλγίην καὶ κραιπάλην. Ὁκόσοι
                        δὲ μονοσιτεῦσι, <pb n="482"/> κενοὶ καὶ ἀδύνατοί εἰσι, καὶ οὐρέουσι θερμὸν,
                        παρὰ τὸ ἔθος <lb/>κενεαγγέοντες· γίγνεται δὲ καὶ τὸ στόμα ἁλυκὸν καὶ
                        <lb/>πικρὸν, καὶ τρέμουσιν ἐν παντὶ ἔργῳ, καὶ κροτάφους ἐπιξυντείνονται,
                        <lb/>καὶ τὸ δεῖπνον οὐ δύνανται πέσσειν, ὅκως <lb/>περ ἢν ἠριστηκότες ἔωσιν.
                        Τούτους δὲ χρὴ δειπνέειν <lb/>ἔλασσον ἢ μεμαθήκασι, καὶ ὑγροτέρην μᾶζαν ἀντὶ
                        ἄρτου, <lb/>καὶ λαχάνων λάπαθον, ἢ μαλάχην, ἢ πτισάνην, ἢ <lb/>σεῦτλα·
                        πίνειν δὲ κατὰ τὸ σιτίον οἶνον, ὁκόσον ξύμμετρον, <lb/>καὶ ὑδαρέστερον, καὶ
                        ἀπὸ δείπνου περιπατῆσαι ὀλίγον, ἕως <lb/>οὖρα καταδράμῃ καὶ οὐρήσῃ· χρεέσθω
                        δὲ καὶ ἰχθύσιν <lb/>ἑφθοῖσιν. Βρώματα δὲ μάλιστα ἐπισημαίνει· σκόροδον φῦσαν
                        <lb/>καὶ θέρμην περὶ τὸν θώρηκα, καὶ κεφαλῆς βάρος, καὶ ἄσην, <lb/>καὶ εἴ τι
                        ἄλλο ἄλγημα εἴη μεμαθηκὸς πρόσθεν, παροξύνειεν <pb n="484"/> ἄν· οὐρητικὸν
                        δὲ, καὶ τοῦτο ἔχει ἀγαθόν· ἄριστον δὲ <lb/>αὐτοῦ φαγέειν μέλλοντι ἐς πόσιν
                        ἰέναι, ἢ μεθύοντι. Τυρὸς <lb/>δὲ φῦσαν καὶ στεγνότητα καὶ σιτίων ἐξαψιν
                        ποιέει, <lb/>τό τ᾿ὠμὸν καὶ ἄπεπτον· κάκιστον δὲ ἐν ποτῷ φαγέειν
                        <lb/>πεπληρωμένοισιν. Ὄσπρια δὲ πάντα φυσώδεα, καὶ ὠμὰ, καὶ <lb/>ἑφθὰ, καὶ
                        πεφρυγμένα· ἥκιστα δὲ βεβρεγμένα καὶ <pb n="486"/> χλωρά· τουτέοισι δὲ μὴ
                        χρέεσθαι, ἢν μὴ μετὰ σιτίων. <lb/>Ἔχει δὲ καὶ ἰδίας μοχθηρίας ἕκαστον
                        αὐτέων. Ἐρέβινθος <lb/>μὲν φῦσαν, ὠμὸς καὶ πεφρυγμένος, καὶ πόνον ἐμποιέει.
                        <lb/>Φακὸς δὲ στύφει, καὶ ἄραδον ἐμποιέει, ἢν μετὰ <lb/>τοῦ φλοιοῦ ᾖ. Θέρμος
                        δὲ ἥκιστα τουτέων κακὰ ἔχει. <lb/>Σίλφιον δὲ καὶ ὀπὸς ἔστι μὲν οἷσι μάλιστα,
                        τοῖσι δὲ <pb n="488"/> ἀπείροισιν οὐ διέρχεται τῇ κοιλίῃ, ἀλλὰ καλέεται ξηρὴ
                        <lb/>χολέρη· μάλιστα δὲ γίγνεται, ἢν μετὰ πολλοῦ τυροῦ <lb/>μιχθῇ ἢ
                        κρεηφαγίης βοείων κρεῶν. Τὰ μὲν γὰρ μελαγχολικὰ <lb/>παθήματα καὶ
                        παροξυνθείη ἂν ὑπὸ βοείων κρεῶν· <lb/>ἀνυπέρβλητος γὰρ ἡ φύσις αὐτέων, καὶ
                        οὐ τῆς τυχούσης <pb n="490"/> κοιλίης καταπέψαι· βέλτιστα δ᾿ ἂν ἀπαλλάξαιεν,
                        εἰ διέφθοισί <lb/>τε χρέοιντο καὶ ὡς παλαιοτάτοισιν. Αἴγεια δὲ κρέα,
                        <lb/>ὅσα τε βοείοισιν ἔνι κακὰ, πάντα ἔχει, τήν τε <pb n="492"/> ἀπεψίην,
                        καὶ φυσωδέστερα καὶ ἐρευγματώδεα, καὶ χολέρης <lb/>γεννητικά· ἔστι δὲ τὰ
                        εὐωδέστατα, στερεὰ καὶ ἥδιστα, ταῦτα <lb/>ἄριστα δίεφθα καὶ ψυχρά· τὰ δὲ
                        ἀηδέστατα, δυσώδεα καὶ <lb/>σκληρὰ, ταῦτα κάκιστα, καὶ τὰ πρόσφατα· βέλτιστα
                        δέ <lb/>ἐστι τῇ θερινῇ, μετοπωρινῇ δὲ κάκιστα. Χοίρου δὲ πονηρὰ, <lb/>ὁκόταν
                        ᾖ ἐνωμότερα ἢ περικαῆ· χολερώδεα δ᾿ ἂν <lb/>εἴη καὶ ἐκταρακτικά. Ὕεια δὲ
                        βέλτιστα τῶν κρεῶν <pb n="494"/> ἁπάντων· κράτιστα δὲ τὰ μήτε ἰσχυρῶς πίονα,
                        μήτε πάλιν <lb/>ἰσχυρῶς λεπτὰ, μήτε ἡλικίην φέροντα παλαιοῦ ἱερείου·
                        <lb/>ἐσθίειν δὲ ἄνευ τῆς φορίνης καὶ ὑπόψυχρα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Χολέρης δὲ ξηρῆς ἡ γαστὴρ πεφύσηται, καὶ ψόφοι <lb/>ἔνεισι, καὶ ὀδύνῃ
                        πλευρέων καὶ ὀσφύος, διαχωρέει δὲ οὐδὲν <lb/>κάτω, ἀλλ᾿ ἀπεστέγνωται. Τὸν
                        τοιόνδε διαφύλαξον, ὅκως <lb/>μὴ ἐμέσηται, ἀλλ᾿ ἡ κοιλίη ὑπελεύσηται. Κλύσον
                        οὖν <lb/>ὅτι τάχιστα θερμῷ καὶ ὡς λιπαρωτάτῳ, καὶ ἐς ὕδωρ, <lb/>ἀλείφων ὡς
                        πλείστῳ, κάθιε θερμὸν, ἐν σκάφῃ κατακλίνων, <lb/>καὶ τοῦ θερμοῦ παράχεε κατὰ
                        σμικρὸν, καὶ ἢν <pb n="496"/> θερμαινομένῳ αὐτέῳ ἡ κοιλίη ὑπάγῃ, λέλυται.
                        Ξυμφέρει <lb/>δὲ καὶ ἐγκοιμᾶσθαι τῷ τοιῷδε, καὶ πίνειν οἶνον λεπτὸν καὶ
                        <lb/>παλαιὸν καὶ ἀκρητέστερον, καὶ ἔλαιον δίδου, ὥστε <lb/>ἡσυχίη καὶ ἡ
                        κοιλίη ὑπίῃ, καὶ λέλυται. Σίτων δὲ καὶ <lb/>τῶν ἄλλων ἀπεχέσθω. Ἢν δὲ μὴ ἀνῇ
                        ὁ πόνος, ὄνου γάλα <lb/>δίδου πίνειν, ἕως ἂν καθαρθῇ, Ἢν δὲ ὑγρὴ ἡ κοιλίη
                        <lb/>ᾖ, καὶ χολὴ ὑποχωρέῃ, καὶ στρόφοι, καὶ ἔμετοι, καὶ πνιγμοὶ, <lb/>καὶ
                        δηγμοὶ, τούτοισι κράτιστον ἀτρεμίζειν· πίνειν δὲ μελίκρητον, <lb/>καὶ μὴ
                        ἐξεμέειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Ὑδρώπων δύο φύσιες, ὧν ὁ μὲν ὑποσαρκίδιος, <pb n="498"/> ἐγχειρέων
                        γίγνεσθαι ἄφυκτος, ὁ δὲ μετ᾿ ἐμφυσημάτων, <lb/>πολλῆς εὐτυχίης δεόμενος·
                        μάλιστα δὲ ταλαιπωρίη, καὶ <lb/>πυρίη, καὶ ἐγκρατείη· ξηρὰ δὲ καὶ δριμέα
                        ἐσθιέτω· οὕτω γὰρ <lb/>οὐρητικώτατος ἂν εἴη, καὶ ἰσχύοι μάλιστα. Ἢν δὲ
                        <lb/>δύσπνοος ᾖ, καὶ ἡ ὥρη θερινὴ ἐοῦσα τύχῃ, καὶ ἡ <lb/>ἡλικίη ἀκμάζη, καὶ
                        ῥώμη ᾖ, ἀπὸ τοῦ βραχίονος αἷμα <lb/>ἀφαιρέειν· εἶτα θερμοὺς ἄρτους ἐξ οἴνου
                        μέλανος καὶ ἐλαίου <pb n="500"/> ἀποβάπτων ἐσθιέτω· καὶ ὡς ἐλάχιστα πίνων,
                        ὡς πλεῖστα <lb/>πονεέτω, καὶ κρέα ὕεια σαρκώδεα ἐσθιέτω μετὰ <lb/>ὄξους
                        ἑφθὰ, ὅκως πρὸς τοὺς προσάντεας περιπάτους <lb/>ἀντέχῃ. </p></div></div></body></text></TEI>