<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg005.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Δυσεντερίη ἀπόστημα ἢ ἔπαρμά τι παυσαμένη <lb/>ποιήσει, ἢν μὴ ἐς πυρετοὺς
                        ἢ ἱδρῶτας καὶ οὖρα παχέα <lb/>καὶ λευκὰ ἐπιφανῇ, ἢ ἐς τριταίους ἢ ἐς κιρσὸν
                        ἢ ἐς ὄρχιν <lb/>ἢ ἐς σκέλεα ἢ ἐς ἰσχία στηρίξῃ ὀδύνη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ἐν πυρετῷ χολώδεϊ πρὸ τῆς ἑβδόμης μετὰ ῥίγεος <lb/>ἴκτερος ἐπιγενόμενος
                        λύει τὸν πυρετόν· ἄνευ δὲ ῥίγεος ἢν <lb/>ἐπιγένηται ἔξω τῶν καιρῶν,
                        ὀλέθριον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Τετάνου δὲ ὀσφύος, καὶ ἀπὸ μελαγχολικῶν <lb/>διὰ φλεβῶν πνευμάτων
                        ἀπολήψιες ὁκόταν ἔωσι, φλεβοτομίη <pb n="470"/> ῥύεται. Ὁκόταν δὲ ἀπὸ τῶν
                        τενόντων σφοδρῶς <lb/>ἔμπροσθεν ἀντισπῶνται, καὶ ἱδρῶτες περὶ τράχηλον καὶ
                        πρόσωπον, <lb/>ὑπὸ τοῦ πόνου δακνομένων καὶ ξηραινομένων τῶν <lb/>τενόντων
                        τῶν οὐρωδέων, οἳ παχύτατοι τὴν ῥάχιν <lb/>ξυνέχουσιν, ᾗ οἱ μέγιστοι
                        ξύνδεσμοι καταπεφυκότες <lb/>ἕως ἐς πόδας ἀποτελευτῶσι, τῷ τοιῷδε ἢν μὴ
                        πυρετὸς <lb/>καὶ ὕπνος ἐπιγένηται, καὶ τὰ ἑπόμενα οὖρα πέψιν ἔχοντα
                        <lb/>ἔλθῃ καὶ ἱδρῶτες κριτικοὶ, πίνειν οἶνον κρητικὸν οἰνώδεα, <lb/>καὶ
                        ἄλητον ἑφθὸν ἐσθίειν, καὶ κηρωτῇ ἀλείφειν καὶ <lb/>ἐγχρίειν· τά τε σκέλεα
                        περιελίσσειν ἕως τῶν ποδῶν, θερμῷ <lb/>προβρέχων ἐν σκάφῃ, καὶ βραχίονας ἕως
                        δακτύλων κατελίσσειν, <lb/>καὶ ὀσφὺν ἀπὸ τοῦ τραχήλου ἕως τῶν ἰσχίων, λάσιον
                            <pb n="472"/> ἐγκηρώσας, ὅκως καὶ τὰ ἔξωθεν περιέξει, καὶ διαλιπὼν
                        <lb/>πυρία τοῖσιν ἀσκίοισι, θερμὸν ὕδωρ ἐγχέων, <lb/>καὶ περιτείνων
                        σινδόνιον, ἐπανάκλινε αὐτόν· κοιλίην <lb/>δὲ μὴ λύσῃς, ἢν μὴ βαλάνῳ, ἢν
                        πουλὺς χρόνος ᾖ ἀδιαχωρήτῳ <lb/>ἐούσῃ· καὶ ἢν μὲν ἐπιδιδῷ τί σοι, ἐπὶ τὸ <pb n="474"/> βέλτιον· εἰ δὲ μὴ, τοῦ μόδου τῆς ῥίζης τρίβων ἐν οἴνῳ εὐώδει
                        <lb/>καὶ τοῦ δαύκου, πίνειν δίδου πρωΐ νήστει πρὸ τοῦ βρέχειν, καὶ <lb/>ταχὺ
                        ἐπὶ τουτέοισι τὸ ἄλευρον ἑφθὸν χλιαρὸν ἐσθιέτω ὡς <lb/>πλεῖστον, καὶ οἶνον,
                        ὁκόταν βούληται, εὔκρητον ἐπιπινέτω· <lb/>καὶ ἢν μέν σοι ἐπιδιδῷ, ἐπὶ τὸ
                        βέλτιον· εἰ δὲ μὴ, προλέγειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Τὰ δὲ νουσήματα πάντα λύεται ἢ κατὰ στόμα ἢ <lb/>κατα κοιλίην ἢ κατὰ
                        κύστιν ἢ τινὸς ἄλλου τοιούτου <lb/>ἄρθρου· ἡ δὲ τοῦ ἱδρῶτος ἰδέη κοινὸν
                        ἁπάντων. </p></div></div></body></text></TEI>