<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg005.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Τὰ δὲ περιπλευμονικὰ καὶ πλευριτικὰ ὧδε χρὴ σκέπτεσθαι· <lb/>ἢν ὀξύς ὁ
                        πυρετὸς ᾖ, καὶ τὰ ὀδυνήματα τοῦ <lb/>ἑτέρου πλευροῦ ἢ ἀμφοτέρων, καὶ τοῦ
                        πνεύματος δὲ <pb n="458"/> ἀναφερομένου ἢν πονέῃ, καὶ βῆχες ἐνέωσι, καὶ
                        πτύσματα <lb/>πτύῃ πυῤῥὰ ἢ πελιὰ, ἢ καὶ λεπτὰ καὶ ἀφρώδεα <lb/>καὶ ἀνθηρὰ,
                        καὶ εἴ τι ἄλλο διαφέρον ἔχοι παρὰ τὰ μεμαθηκότα, <lb/>τούτοισιν οὕτω χρὴ
                        διάγειν· ἢν μὲν ἡ ὀδύνη ἄνω περαίνῃ <lb/>πρὸς κληἵδα ἢ περὶ μαζὸν ἢ περὶ
                        βραχίονα, τάμνειν <lb/>χρὴ τὴν ἐν τῷ βραχίονι φλέβα τὴν ἔσω, ἐφ᾿ ὁκότερον
                        <lb/>ἂν ᾖ τῶν μερέων κατὰ τόδε· ἀφαιρέειν δὲ κατὰ τὴν τοῦ <lb/>σώματος ἕξιν
                        καὶ ὥρην καὶ ἡλικίην καὶ χροιὴν πλεῖον, <lb/>καὶ θαρσέων, ἢν ὀξὺ τὸ ἄλγημα
                        ᾖ, ἄγειν πρὸς <pb n="460"/> λειποψυχίην· ἔπειτα ὑποκλύζειν μετὰ τοῦτο. Ἢν δὲ
                        <lb/>ὑποκάτω τοῦ θώρηκος ᾖ τὸ ἄλγημα, καὶ ξυντείνῃ λίην, <lb/>τῷ πλευριτικῷ
                        τὴν κοιλίην ὑποκάθαιρε· μεσηγὺ δὲ τῆς <lb/>καθάρσιος μηδὲν δίδου· μετὰ
                        κάθαρσιν δὲ ὀξύμελι· <lb/>φαρμακεύειν δὲ τεταρταῖον· τὰς δὲ ἐξ ἀρχῆς τρεῖς
                        ὑκοκλύζειν, <lb/>καὶ ἢν μὴ κουφίζῃ, οὕτως ὑποκάθαιρε· φυλακὴ δὲ <lb/>ἔστω
                        ἕως ἀπυρέτου καὶ ἑβδόμης· ἔπειτα ἢν ἀσφαλὴς ἐὼν <lb/>φαίνηται, οὕτω χυλῷ
                        ὀλίγῳ καὶ λεπτῷ τὸ πρῶτον, ξὺν μέλιτι <lb/>μίσγων δίδου· ἢν δὲ ἀνάγηται
                        ῥηϊδίως, καὶ εὔπνοος <lb/>ᾖ καὶ ἀνώδυνος τὰ πλευρὰ, καὶ ἀπύρετος, κατὰ
                        σμικρὸν <lb/>παχυτέρῳ τε καὶ πλείονι, καὶ δὶς τῆς ἡμέρης· ἢν δὲ μὴ
                        <lb/>ῥηϊδίως ἀπαλλάσσῃ, ἔλασσόν τε τὸ πόμα, καὶ τὸ ῥόφημα <pb n="462"/>
                        ὀλίγον, χυλὸν λεπτὸν, καὶ ἅπαξ, ἐν ὁκοτέρῃ ἂν <lb/>ὥρῃ βέλτιον διάγῃ· γνώσῃ
                        δὲ ἐκ τῶν οὔρων. Δεὶ δὲ <lb/>ῥόφημα προσφέρειν τοῖσιν ἐκ τῶν νουσημάτων μὴ
                        πρότερον ἢ <lb/>πέπονα τὰ οὖρα ἢ πτύσματα ἴδῃς γεγενημένα (ἢν δὲ
                        φαρμακευθεὶς <lb/>συχνὰ καθαρθῇ, ἀναγκαῖον διδόναι, ἔλασσον δὲ <lb/>καὶ
                        λεπτότερον· οὐ γὰρ δυνήσεται ὑπὸ κενεαγγείης ὑπνώσσειν, <lb/>οὐδὲ πέσσειν
                        ὁμοίως, οὐδὲ τὰς κρίσιας ὑπομένειν)· ἀλλ᾿ <lb/>ἐπειδὰν ξυντήξιες ὠμῶν
                        γένωνται, καὶ τὰ ἀντέχοντα <lb/>ἀποβάλλῃ, ἀνθέξει οὐδέν. Πέπονα δέ ἐστι τὰ
                        μὲν <lb/>πτύελα, ὁκόταν γένηται ὅμοια τῷ πύῳ, τὰ δὲ οὖρα <pb n="464"/> τὰς
                        ὑποστάσιας ὑπερύθρους ἔχοντα ὁκοῖον ὀρόβων. Οὐδὲν <lb/>δὲ κωλύει καὶ πρὸς τὰ
                        ἄλλα ἀλγήματα τῶν πλευρέων χλιάσματα <lb/>προστιθέναι καὶ κηρώματα· ἀλείφειν
                        δὲ σκέλεα καὶ <lb/>ὀσφὺν θερμῷ, καὶ λίπος ἐγκαταλείφειν· ἐπὶ δὲ ὑποχόνδρια
                        <lb/>λίνου σπέρμα καταπλάσσειν ἕως μαζῶν· ἀκμαζούσης δὲ τῆς
                        <lb/>περιπλευμονίης, ἀβοήθητον μὴ ἀνακαθαιρομένου, καὶ πονηρὸν ἢν
                        <lb/>δύσπνοος ᾖ, καὶ οὖρα λεπτὰ καὶ δριμέα, καὶ ἱδρῶτες περὶ <lb/>τράχηλον
                        καὶ κεφαλὴν γίγνωνται· οἱ τοιοῦτοι ἱδρῶτες <lb/>πονηροὶ, ὑπὸ πνιγμοῦ καὶ
                        ῥωγμῆς καὶ βίης ἐπικρατεόντων τῶν <lb/>νουσημάτων, ἢν μὴ οὖρα πολλὰ καὶ
                        παχέα ὁρμήσῃ, καὶ <lb/>πτύσματα πέπονα ἔλθῃ· ὅ τι δ᾿ἂν τούτων αὐτοματίσῃ,
                        λύσει <lb/>τὸ νούσημα. Περιπλευμονίης ἐκλεικτὸν, χαλβάνη <pb n="466"/> καὶ
                        κόκκαλος ἐν μέλιτι ἀττικῷ· καὶ ἀβρότονον ἐν ὀξυμέλιτι, <lb/>πέπερι·
                        ἐλλέβορον μέλανα ἀποζέσας πλευριτικῷ ἐν ἀρχῇ <lb/>περιωδύνῳ ἐόντι δίδου·
                        ἀγαθὸν δὲ καὶ τὸ πάνακες ἐν <lb/>ὀξυμέλιτι ἀναζέσαντα καὶ διηθέοντα διδόναι
                        πίνειν, καὶ ἡπατικοῖσι <lb/>καὶ τῇσιν ἀπὸ τῶν φρενῶν περιωδυνίῃσι, καὶ
                        <lb/>ὁκόσα δεῖ ἐς κοιλίην καὶ ἐς οὔρησιν, ἐν οἴνῳ καὶ μέλιτι, <pb n="468"/>
                        τὰ δὲ ἐς κοιλίην, ξὺν ὑδαρεῖ μελικρήτῳ πίνειν πλείω <lb/>δίδου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Δυσεντερίη ἀπόστημα ἢ ἔπαρμά τι παυσαμένη <lb/>ποιήσει, ἢν μὴ ἐς πυρετοὺς
                        ἢ ἱδρῶτας καὶ οὖρα παχέα <lb/>καὶ λευκὰ ἐπιφανῇ, ἢ ἐς τριταίους ἢ ἐς κιρσὸν
                        ἢ ἐς ὄρχιν <lb/>ἢ ἐς σκέλεα ἢ ἐς ἰσχία στηρίξῃ ὀδύνη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ἐν πυρετῷ χολώδεϊ πρὸ τῆς ἑβδόμης μετὰ ῥίγεος <lb/>ἴκτερος ἐπιγενόμενος
                        λύει τὸν πυρετόν· ἄνευ δὲ ῥίγεος ἢν <lb/>ἐπιγένηται ἔξω τῶν καιρῶν,
                        ὀλέθριον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Τετάνου δὲ ὀσφύος, καὶ ἀπὸ μελαγχολικῶν <lb/>διὰ φλεβῶν πνευμάτων
                        ἀπολήψιες ὁκόταν ἔωσι, φλεβοτομίη <pb n="470"/> ῥύεται. Ὁκόταν δὲ ἀπὸ τῶν
                        τενόντων σφοδρῶς <lb/>ἔμπροσθεν ἀντισπῶνται, καὶ ἱδρῶτες περὶ τράχηλον καὶ
                        πρόσωπον, <lb/>ὑπὸ τοῦ πόνου δακνομένων καὶ ξηραινομένων τῶν <lb/>τενόντων
                        τῶν οὐρωδέων, οἳ παχύτατοι τὴν ῥάχιν <lb/>ξυνέχουσιν, ᾗ οἱ μέγιστοι
                        ξύνδεσμοι καταπεφυκότες <lb/>ἕως ἐς πόδας ἀποτελευτῶσι, τῷ τοιῷδε ἢν μὴ
                        πυρετὸς <lb/>καὶ ὕπνος ἐπιγένηται, καὶ τὰ ἑπόμενα οὖρα πέψιν ἔχοντα
                        <lb/>ἔλθῃ καὶ ἱδρῶτες κριτικοὶ, πίνειν οἶνον κρητικὸν οἰνώδεα, <lb/>καὶ
                        ἄλητον ἑφθὸν ἐσθίειν, καὶ κηρωτῇ ἀλείφειν καὶ <lb/>ἐγχρίειν· τά τε σκέλεα
                        περιελίσσειν ἕως τῶν ποδῶν, θερμῷ <lb/>προβρέχων ἐν σκάφῃ, καὶ βραχίονας ἕως
                        δακτύλων κατελίσσειν, <lb/>καὶ ὀσφὺν ἀπὸ τοῦ τραχήλου ἕως τῶν ἰσχίων, λάσιον
                            <pb n="472"/> ἐγκηρώσας, ὅκως καὶ τὰ ἔξωθεν περιέξει, καὶ διαλιπὼν
                        <lb/>πυρία τοῖσιν ἀσκίοισι, θερμὸν ὕδωρ ἐγχέων, <lb/>καὶ περιτείνων
                        σινδόνιον, ἐπανάκλινε αὐτόν· κοιλίην <lb/>δὲ μὴ λύσῃς, ἢν μὴ βαλάνῳ, ἢν
                        πουλὺς χρόνος ᾖ ἀδιαχωρήτῳ <lb/>ἐούσῃ· καὶ ἢν μὲν ἐπιδιδῷ τί σοι, ἐπὶ τὸ <pb n="474"/> βέλτιον· εἰ δὲ μὴ, τοῦ μόδου τῆς ῥίζης τρίβων ἐν οἴνῳ εὐώδει
                        <lb/>καὶ τοῦ δαύκου, πίνειν δίδου πρωΐ νήστει πρὸ τοῦ βρέχειν, καὶ <lb/>ταχὺ
                        ἐπὶ τουτέοισι τὸ ἄλευρον ἑφθὸν χλιαρὸν ἐσθιέτω ὡς <lb/>πλεῖστον, καὶ οἶνον,
                        ὁκόταν βούληται, εὔκρητον ἐπιπινέτω· <lb/>καὶ ἢν μέν σοι ἐπιδιδῷ, ἐπὶ τὸ
                        βέλτιον· εἰ δὲ μὴ, προλέγειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Τὰ δὲ νουσήματα πάντα λύεται ἢ κατὰ στόμα ἢ <lb/>κατα κοιλίην ἢ κατὰ
                        κύστιν ἢ τινὸς ἄλλου τοιούτου <lb/>ἄρθρου· ἡ δὲ τοῦ ἱδρῶτος ἰδέη κοινὸν
                        ἁπάντων. </p></div></div></body></text></TEI>