<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg005.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣ ΟΞΕΩΝ <lb/>ΝΟΘΑ.</head><p>1. Καῦσος γίγνεται, ὁκόταν ἀναξηρανθέντα τὰ φλέβια <lb/>ἐν θερινῇ ὥρῃ
                        ἐπισπάσηται δριμέας καὶ χολώδεας <lb/>ἰχῶρας ἐς ἑωυτά· καὶ πυρετὸς πολὺς
                        ἴσχει, τό τε σῶμα <lb/>ὡς ὑπὸ κόπου ἐχόμενον κοπιᾷ καὶ ἀλγέει. Γίγνεται δὲ
                        ὡς <lb/>ἐπιτοπουλὺ καὶ ἐκ πορείης μακρῆς καὶ δίψεος μακροῦ, ὁκόταν
                        <lb/>ἀναξηρανθέντα τὰ φλέβια δριμέα καὶ θερμὰ ῥεύματα <lb/>ἐπισπάσηται.
                        Γίγνεται δὲ ἡ γλῶσσα τρηχείη καὶ ξηρὴ <lb/>καὶ μέλαινα κάρτα· καὶ τὰ περὶ
                        τὴν νηδὺν δακνόμενος <lb/>ἀλγέει· τά τε ὑποχωρήματα ἔξυγρα καὶ ὠχρὰ
                        γίγνεται, <lb/>καὶ δίψαι σφοδραὶ ἔνεισι, καὶ ἀγρυπνίη, ἐνίοτε δὲ καὶ <pb n="396"/> παραλλάξιες φρενῶν. Τῷ τοιῷδε δίδου πίνειν ὕδωρ τε <lb/>καὶ
                        μελίκρητον ἑφθὸν ὑδαρὲς ὁκόσον ἐθέλει· κἂν <lb/>πικρὸν τὸ στόμα γίγνηται,
                        ἐμέειν ξυμφέρει, καὶ τὴν κοιλίην <lb/>ὑποκλύσαι· ἢν δὲ μὴ πρὸς ταῦτα λύηται,
                        γάλα <lb/>ὄνου ἑψήσας κάθαιρε. Ἁλμυρὸν δὲ μηδὲν μηδὲ δριμὺ <lb/>προσφέρειν,
                        οὐ γὰρ ὒποίσει· ῥοφήματα δὲ, ἕως ἂν ἔξω <lb/>τῶν κρισίμων γένηται, μὴ δίδου.
                        Κἢν αἷμα ἐκ τῶν ῥινῶν <lb/>ῥυῇ, λύεται τὸ πάθος, κἢν ἱδρῶτες ἐπιγένωνται
                        κριτικοὶ <lb/>γνήσιοι μετ᾿ οὔρων λευκῶν καὶ παχέων καὶ λείων ὑφισταμένων,
                        <lb/>κἢν ἀπόστημά που γένηται· ἢν δ᾿ ἄνευ τούτων <lb/>λυθῇ, ὑποστροφὴ πάλιν
                        ἔσται τῆς ἀῤῥωστίης, ἢ ἰσχίων <lb/>ἢ σκελέων ἄλγημα ξυμβήσεται, καὶ πτύσεται
                        παχέα, ἢν <lb/>μέλλῃ ὑγιὴς ἔσεσθαι. Καύσου γένος ἄλλο. Κοιλίη <lb/>ὑπάγουσα,
                        δίψης μεστὴ, γλῶσσα τρηχείη, ξηρὴ, ἁλυκώδης· <pb n="398"/> οὔρων ἀπόληψις·
                        ἀγρυπνίη· ἀκρωτήρια ἐψυγμένα. <lb/>Τῷ τοιούτῳ ἢν μὴ αἷμα ἐκ ῥινῶν ῥυῇ, ἢ
                        ἀπόστημα περὶ <lb/>τράχηλον γένηται, ἢ σκελέων ἄλγημα, καὶ πτύσματα παχέα
                        <lb/>πτύσῃ (ταῦτα δὲ ξυστάσης τῆς κοιλίης γίγνεται, ἢ <lb/>ἰσχίου ὀδύνη, ἢ
                        αἰδοίου πελίωμα), οὐ κρίνεται· καὶ ὄρχις <lb/>ἐνταθεὶς κριτικόν. Ῥοφήματα
                        ἐπισπαστικὰ δίδου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Τὰ δ᾿ ὀξέα πάθεα, φλεβοτομήσεις, ἢν ἰσχυρὸν <lb/>φαίνηται τὸ νούσημα, καὶ
                        οἱ ἔχοντες ἀκμάζωσι τῇ ἡλικίῃ, καὶ <lb/>ῥώμη παρῇ αὐτέοισιν. Ἢν μὲν οὖν
                        σύναγχος ᾖ, ἐκλεικτοῖσιν <lb/>ἀνακάθαιρε, εἴτ᾿ ἄλλο τι τῶν πλευριτικῶν· ἢν
                        δὲ ἀσθενέστεροι <lb/>φαίνωνται, ἢ καὶ πλείω τοῦ αἵματος ἀφέλῃς, <lb/>κλυσμῷ
                        κατὰ τὴν κοιλίην χρέεσθαι διὰ τρίτης ἡμέρης, <lb/>ἕως ἂν ἐν ἀσφαλείῃ γένοιτο
                        ὁ νοσέων, καὶ λιμῷ, <lb/>εἰ χρῄζοι. </p></div><pb n="400"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Φλεγμαίνοντα ὑποχόνδρια μὴ πνευμάτων ἀπολήψει, <lb/>φρενῶν ἐντάσιες, ἢ
                        πνευμάτων προστάσιες, ὀρθοπνοίης <lb/>ξηρῆς, οἷσι μὴ πῦον ὕπεστιν, ἀλλὰ ὑπὸ
                        πνεύματος <lb/>ἀπολήψιος τὰ παθήματα ταῦτα ὑπογίγνεται, μάλιστα <lb/>δὲ
                        ἥπατος περιωδυνίαι, καὶ σπληνὸς βαρέα, καὶ ἄλλαι <lb/>φλεγμασίαι τε καὶ ὑπὲρ
                        φρενῶν περιωδυνίαι, καὶ ξυστροφαὶ <lb/>νουσημάτων, οὐ δύνανται λύεσθαι, ἤν
                        τις πρῶτον <lb/>ἐπιχειρέῃ φαρμακεύειν· ἀλλὰ φλεβοτομίη τῶν τοιῶνδε
                        ἡγεμονικόν <lb/>ἐστιν· ἔπειτα δὲ ἐπὶ κλυσμὸν, ἢν μὴ μέγα καὶ ἰσχυρὸν <pb n="402"/> τὸ νούσημα ᾖ· εἰ δὲ μὴ, καὶ ὕστερον φαρμακείης δεῖ·
                        <lb/>δέεται δὲ ἀσφαλείης καὶ μετριότητος μετὰ φαρμακείης φλεβοτομίη.
                        <lb/>Ὁκόσοι δὲ τὰ φλεγμαίνοντα ἐν ἀρχῇ τῶν νούσων <lb/>εὐθέως ἐπιχειρέουσι
                        λύειν φαρμακείῃ, τοῦ μὲν ξυντεταμένου <lb/>καὶ φλεγμαίνοντος οὐδὲν
                        ἀφαιρέουσιν· οὐ γὰρ ἐνδιδοῖ <lb/>ὠμὸν ἐὸν τὸ πάθος· τὰ δὲ ἀντέχοντα τῷ
                        νουσήματι καὶ <lb/>ὑγιεινὰ ξυντήκουσιν· ἀσθενέος δὲ τοῦ σώματος γενομένου,
                        <lb/>τὸ νούσημα ἐπικρατέει· ὁκόταν δὲ τὸ νούσημα ἐπικρατήσῃ <lb/>τοῦ
                        σώματος, τὸ τοιόνδε ἀνιήτως ἔχει. </p></div></div></body></text></TEI>