<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg004.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Μάλα μὲν οὖν τὰ πλεῖστα παραπλήσιαί εἰσιν αἱ <lb/>τιμωρίαι τοῖσί τε ὅλῃσι
                        τῇσι πτισάνῃσι χρεομένοισι, τοῖσί τε <lb/>τῷ χυλῷ αὐτέῳ· τοῖσι δὲ μηδετέρῳ
                        τουτέων, ἀλλὰ ποτῷ <lb/>μοῦνον, ἔστιν ὅπη καὶ διαφερόντως τιμωρητέον. Χρὴ δὲ
                        τό <lb/>γε πάμπαν οὕτω ποιέειν· ἢν νεοβρῶτι ἐόντι αὐτέῳ καὶ <lb/>κοιλίης
                        μήπω ὑποκεχωρηκυίης ἄρξηται ὁ πυρετὸς, ἤν τε <lb/>ξὺν ὀδύνῃ, ἤν τε ἄνευ
                        ὀδύνης, ἐπισχεῖν τὴν δόσιν τοῦ ῥοφήματος, <lb/>ἔστ᾿ ἂν οἴηται κεχωρηκέναι ἐς
                        τὸ κάτω μέρος τοῦ ἐντέρου τὸ <lb/>σιτίον. Χρέεσθαι δὲ ποτῷ, ἢν μὲν ἄληγμά τι
                        ἔχῃ, ὀξυμέλιτι χειμῶνος <pb n="266"/> μὲν θερμῷ, θέρεος δὲ, ψυχρῷ· ἢν δὲ
                        πολλὴ δίψα ᾖ, <lb/>μελικρήτῳ καὶ ὕδατι. Ἔπειτα, ἢν μὲν ἄλγημά τι ἐνῇ, <lb/>ἢ
                        τῶν ἐπικινδύνων τι ἐμφαίνηται, διδόναι τὸ ῥόφημα μήτε <lb/>πουλὺ μήτε παχὺ,
                        μετὰ δὲ τὴν ἑβδόμην, ἢν ἰσχύῃ. <lb/>Ἤν δὲ μὴ ὑπεληλύθῃ ὁ παλαιότερος σῖτος
                        νεοβρῶτι <lb/>ἐόντι, ἢν μὲν ἰσχύῃ τε καὶ ἀκμάζῃ τῇ ἡλικίῃ, κλύσαι· <lb/>ἢν
                        δὲ ἀσθενέστερος ᾖ, βαλάνῳ προσχρήσασθαι, ἢν μὴ αὐτόματα <lb/>διεξίῃ καλῶς.
                        Καιρὸν δὲ τῆς δόσιος τοῦ ῥοφήματος τόνδε <lb/>μάλιστα φυλάσσεσθαι, κατ᾿
                        ἀρχὰς καὶ διὰ παντὸς τοῦ νουσήματος· <lb/>ὅταν μὲν οἱ πόδες ψυχροὶ ἔωσιν,
                        ἐπισχεῖν χρὴ <lb/>τοῦ ῥοφήματος τὴν δόσιν, μάλιστα δὲ καὶ τοῦ ποτοῦ
                        ἀπέχεσθαι· <lb/>ὁκόταν δὲ ἡ θέρμη καταβῇ ἐς τοὺς πόδας, τότε διδόναι, καὶ
                            <pb n="268"/> νομίζειν μέγα δύνασθαι τὸν καιρὸν τοῦτον ἐν πάσῃσι τῇσι
                        <lb/>νούσοισιν· οὐχ ἥκιστα δὲ ἐν τῇσιν ὀξείῃσι, μάλιστα δὲ ἐν <lb/>τῇσι
                        μᾶλλον πυρετώδεσι καὶ ἐπικινδυνοτάτῃσιν. Χρέεσθαι <lb/>δὲ πρῶτον μάλιστα μὲν
                        χυλῷ, ἔπειτα δὲ πτισάνῃ, <lb/>κατὰ τὰ τεκμήρια τὰ προγεγραμμένα ἀκριβέως
                        θεωρέων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ὀδύνη δὲ πλευροῦ ἤν τε κατ᾿ ἀρχὰς γένηται, ἤν τε <lb/>ἐς ὕστερον,
                        θερμάσμασι μὲν πρῶτον οὐκ ἀπὸ τρόπου <lb/>ἐστὶ χρησάμενον πειρηθῆναι
                        διαλῦσαι τὴν ὀδύνην. Θερμασμάτων <lb/>δὲ κράτιστον μὲν ὕδωρ θερμὸν ἐν ἀσκῷ,
                        ἢ ἐν <lb/>κύστει, ἢ ἐν χαλκῷ ἀγγείῳ, ἢ ἐν ὀστρακίνῳ· προϋποτιθέναι δὲ <pb n="270"/> χρὴ μαλθακόν τι πρὸς τὴν πλευρὴν, προσηνείης εἵνεκεν.
                        <lb/>Ἀγαθὸν δὲ καὶ σπόγγος μαλθακὸς, μέγας, ἐξ ὕδατος θερμοῦ ἐκπεπιεσμένος
                        <lb/>προστίθεσθαι· περιστέγειν τε ἄνω τὴν θάλψιν χρή· <lb/>πλείω τε γὰρ
                        χρόνον διαρκέσει καὶ παραμενεῖ, καὶ ἅμα ὡς <lb/>μὴ ἡ ἀτμὶς πρὸς τὸ πνεῦμα
                        τοῦ κάμνοντος προσφέρηται, ἢν ἄρα <lb/>μὴ δοκέῃ καὶ τοῦτο χρήσιμον πρός τι
                        εἶναι· ἔστι γὰρ ὅτε δεῖ <lb/>πρός τι. Ἔτι δὲ καὶ κριθαὶ ἢ ὄροβοι· ἐν ὄξει
                        κεκρημένῳ σμικρῷ <lb/>ὀξύτερον, ἢ ὡς ἄν τις πίοι, διέντα καὶ ἀναζέσαντα, ἐς
                        <lb/>μαρσίππια καταῤῥάψαντα προστιθέναι· καὶ πίτυρα τὸν <lb/>αὐτὸν τρόπον.
                        Πυρίη δὲ ξηρὴ, ἅλες, κέγχροι πεφρυγμένοι ἐν <lb/>εἰρινέοισι μαρσιππίοισιν
                        ἐπιτηδειότατοι· καὶ γὰρ κοῦφον καὶ <pb n="272"/> προσηνὲς ὁ κέγχρος· λύει δὲ
                        μάλθαξις ἡ τοιήδε καὶ τὰς <lb/>πρὸς κληἳδα περαιούσας ἀλγηδόνας. Τομὴ μέντοι
                        γε οὐχ <lb/>ὁμοίως λύει ὀδύνην, ἢν μὴ πρὸς τὴν κληἳδα περαίνῃ ἡ <lb/>ὀδύνη.
                        Ἢν δὲ μὴ λύηται πρὸς τὰ θερμάσματα ὁ πόνος, οὐ χρὴ <lb/>πολὺν χρόνον
                        θερμαίνειν· καὶ γὰρ ξηραντικὸν τοῦ πλεύμονος <lb/>τοῦτό ἐστι, καὶ
                        ἐμπυητικόν· ἀλλ᾿ ἢν μὲν σημαίνῃ <lb/>ἡ ὀδύνη ἐς τὴν κληἳδα ἢ ἐς τὸν βραχίονα
                        βάρος ἢ περὶ <lb/>μαζὸν ἢ ὑπὲρ τῶν φρενῶν, τάμνειν χρὴ τὴν ἐν τῷ ἀγκῶνι
                        <lb/>φλέβα τὴν ἔσω, καὶ μὴ ὀκνέειν συχνὸν ἀφαιρέειν τὸ <lb/>αἷμα ἕως ἂν
                        ἐρυθρότερον πολλῷ ῥυῇ, ἀντὶ καθαροῦ τε καὶἐρυθροῦ <pb n="274"/> πελιόν·
                        ἀμφότερα γὰρ γίγνεται. Ἦν δὲ ὁπὸ τὰς <lb/>φρένας ᾖ τὸ ἄλγημα, ἐς δὲ τὴν
                        κληἳδα μὴ σημαίνῃ, <lb/>μαλθάσσειν δεῖ τὴν κοιλίην, ἢ μέλανι ἐλλεβόρφ ἢ
                        πεπλίῳ, <lb/>μέλανι μὲν δαῦκον ἢ σέσελι ἢ κύμινον ἢ ἄννησον <lb/>ἢ ἄλλο τι
                        τῶν εὐωδέων μίσγοντα, πεπλίῳ δὲ ὀπὸν σιλφίου· <lb/>ἀτὰρ καὶ μισγόμενα
                        ἀλλήλοισιν ὁμοιότροπα ταῦτά ἐστιν. <lb/>Ἄγει δὲ μέλας μὲν καλλίω καὶ
                        κρισιμώτερα πεπλίου, πέπλιον <lb/>δὲ μέλανος μᾶλλον φυσέων καταῤῥηκτικόν
                        ἐστιν· ἄμφω <lb/>δὲ ταῦτα ὀδύνην παύει· παύει δὲ καὶ ἄλλα πολλα τῶν
                        ὑπηλάτων· <lb/>κράτιστα δὲ ταῦτα ὧν ἐγὼ οἶδα ἐστίν. Ἐπεὶ καὶ τὰ ἐν τοῖσι
                        ῥοφήμασι <pb n="276"/> διδόμενα ὑπήλατα ἀρήγει, ὁκόσα μὴ ἄγαν ἐστὶν ᾶηδέα
                        <lb/>ἢ διὰ πικρότητα ἢ δι᾿ ἄλλην τινὰ ἀηδίην, ἢ διὰ πλῆθος <lb/>ἢ χροιὴν ἢ
                        ὑποψίην τινά. Τῆς μὲν πτισάνης, ὁκόταν πίῃ <lb/>τὸ φάρμακον, ἐπιῤῥοφῇν
                        αὐτίκα χρὴ διδόναι μηδὲν ἔλασσον <lb/>ἀξίως λόγου ἢ ὁκόσον εἴθιστο· ἐπεὶ καὶ
                        κατὰ λόγον ἐστὶ <lb/>μεσηγὺ τῆς καθάρσιος μὴ διδόναι ῥοφῇν· ὁκόταν δὲ λήξῃ
                        <lb/>ἡ κάθαρσις, τότε ἔλασσον ῥοφεέτω ἢ ὁκόσον εἴθιστο· <lb/>μετὰ δὲ τοῦτο,
                        ἀναγέτω αἰεὶ ἐπὶ τὸ πλεῖον, ἢν ἥ τε ὀδύνη <lb/>πεπαυμένη ᾖ, καὶ μηδὲν ἄλλο
                        ἐναντιῶται. Ωὁτὸς δέ μοι <lb/>λόγος ἐστὶ, καὶ ἢν χυλῷ πτισάνης δέῃ χρέεσθαι
                        (φημὶ <lb/>γὰρ ἄμεινον εἶναι αὐτίκα ἄρξασθαι ῥοφῇν τὸ ἐπίπαν μᾶλλον, ἢ
                        <lb/>προκενεαγγήσαντα ἄρξασθαι τοῦ ῥοφήματος, ἢ τριταῖον, <pb n="278"/> ἢ
                        τεταρταῖον, ἢ πεμπταῖον, ἢ ἑκταῖον, ἢ ἑβδομαῖον, ἤν γε μὴ <lb/>προκριθῇ ἡ
                        νοῦσος ἐν τουτέῳ τῷ χρόνῳ)· αἱ δὲ προπαρασκευαὶ <lb/>καὶ ἐπὶ τουτέοισι
                        παραπλήσιοι ποιητέαι, ὁκοῖαι <lb/>εἴρηνται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Περὶ μὲν οὖν ῥοφήματος προσάρσιος οὕτω γιγνώσκω· <lb/>ἀτὰρ καὶ περὶ ποτοῦ,
                        ὁκοῖον ἄν τις μέλλῃ πίνειν τῶν <lb/>γραφησομένων, ωὑτός μοι λόγος ὡς ἐπίπαν
                        ἐστίν. <lb/>Οἶδα δὲ τοὺς ἰητροὺς τὰ ἐναντιώτατα ἢ ὡς δεῖ ποιέοντας·
                        <lb/>βούλονται γὰρ πάντες, ὑπὸ τὰς ἀρχὰς τῶν νούσων προταριχεύσαντες
                        <lb/>τοὺς ἀνθρώπους ἢ δύο ἢ τρεῖς ἢ καὶ πλείονας <lb/>ἡμέρας, οὕτω
                        προσφέρειν τὰ ῥοφήματα καὶ τὰ ποτά· καὶ <lb/>ἴσως τι καὶ εἰκὸς δοκέει
                        αὐτέοισιν εἶναι, μεγάλης μεταβολῆς· <lb/>γενομένης τῷ σώματι, μέγα τι κάρτα
                        καὶ ἀντιμεταβάλλειν. <pb n="280"/> Τὸ δὲ μεταβάλλειν μὲν εὖ ἔχει μὴ ὀλίγον·
                        ὀρθῶς <lb/>μέντοι ποιητέα καὶ βεβαίως ἡ μεταβολὴ, καὶ ἔκ γε τῆς
                        <lb/>μεταβολῆς ἡ πρόσαρσις τῶν γευμάτων ἔτι μᾶλλον. Μάλιστα μὲν <lb/>οὖν
                        βλάπτοιντο ἂν, εἰ μὴ ὀρθῶς μεταβάλλοιεν, οἱ ὅλῃσι <lb/>τῇσι πτισάνῃσι
                        χρεόμενοι· βλάπτοιντο δ᾿ ἂν καὶ οἱ μούνῳ <lb/>τῷ χυλῷ χρεόμενοι· βλάπτοιντο
                        δ᾿ ἂν καὶ οἱ μούνῳ τῷ <lb/>ποτῷ χρεόμενοι, ἥκιστα δ᾿ ἂν οὗτοι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Χρὴ δὲ καὶ τὰ μαθήματα ποιέεσθαι ἐν τῇ διαίτῃ τῶν ἀνθρώπων <lb/>ἔτι
                        ὑγιαινόντων, οἷα ξυμφέρει· εἰ γὰρ δὴ τοῖσί γε <pb n="282"/> ὑγιαίνουσι
                        φαίνεται διαφέροντα μεγάλα τὰ τοῖα ἢ <lb/>τοῖα διαιτήματα καὶ ἐν ἄλλῳ τινί
                        που καὶ ἐν τῇσι μεταβολῇσι, <lb/>πῶς οὐχὶ καὶ ἔν γε τῇσι νούσοισι διαφέρει
                        μεγάλα, <lb/>καὶ τουτέων ἐν τῇσιν ὀξυτάτῃσι μέγιστα; Ἀλλὰ μὴν εὐκαταμάθητόν
                        <lb/>γε ἐστὶν, ὅτι φαύλη δίαιτα βρώσιος καὶ <lb/>πόσιος αὐτὴ ἑωυτῇ ἐμφερὴς
                        αἰεὶ, ἀσφαλεστέρη ἐστὶ τὸ <lb/>ἐπίπαν ἐς ὑγείην, ἢ εἴ τις ἐξαπίνης μέγα
                        μεταβάλλοι <lb/>ἐς ἄλλο. Ἐπεὶ καὶ τοῖσι δὶς σιτεομένοισι τῆς <lb/>ἡμέρης καὶ
                        τοῖσι μονοσιτέουσιν αἱ ἐξαπιναῖοι μεταβολαὶ <lb/>βλαβὰς καὶ ἀῤῥωστίην
                        παρέχουσιν. Καὶ τοὺς μέν γε μὴ <pb n="284"/> μεμαθηκότας ἀριστᾷν, εἰ
                        ἀριστήσουσιν, εὐθέως ἀῤῥώστους <lb/>ποιέει, καὶ βαρέας ὅλον τὸ σῶμα, καὶ
                        ἀσθενέας καὶ <lb/>ὀκνηρούς· ἢν δὲ καὶ ἐπιδειπνήσωσιν, ὀξυρεγμιώδεας· ἐνίοισι
                        δὲ <lb/>καὶ σπατίλη γένοιτο ἂν, ὅτι παρὰ τὸ ἐωθὸς ἠχθοφόρηκεν <lb/>ἡ κοιλίη
                        εἰθισμένη ἐπιξηραίνεσθαι, καὶ μὴ δὶς διογκοῦσθαι, <lb/>μήτε δὶς ἕψειν τὰ
                        σιτία. Ἀρήγει οὖν τουτέοισιν ἀνασηκῶσαι <pb n="286"/> τὴν μεταβολήν·
                        ἐγκοιμηθῆναι γὰρ χρὴ, ὥσπερ νύκτα ἀγαγόντα <lb/>μετὰ τὸ δεῖπνον, τοῦ μὲν
                        χειμῶνος ἀῤῥιγέως, τοῦ δὲ <lb/>θέρεος ἀθαλπέως· ἢν δὲ μὴ δύνηται καθεύδειν,
                        βραδείην, <lb/>συχνὴν περίοδον, πλανηθέντα, μὴ στασίμως, δειπνῆσαι
                        <lb/>μηδὲν, ἢ ὀλίγα καὶ μὴ βλαβερά· ἔτι δὲ ἔλασσον πιεῖν καὶ <lb/>μὴ ὑδαρές.
                        Ἔτι δ᾿ ἂν μᾶλλον πονήσειεν ὁ τοιοῦτος, εἰ <lb/>τρὶς σιτέοιτο τῆς ἡμέρης ἐς
                        κόρον· ἔτι δὲ μᾶλλον, εἰ <pb n="288"/> πλεονάκις· καίτοι γε πολλοί εἰσιν, οἳ
                        εὐφόρως φέρουσι τρὶς <lb/>σιτεόμενοι τῆς ἡμέρης ἐς πλῆθος, οἳ ἂν οὕτως
                        ἐθισθῶσιν. <lb/>Ἀλλὰ μὴν καὶ οἱ μεμαθηκότες δὶς σιτέεσθαι τῆς ἡμέρης,
                        <lb/>ἢν μὴ ἀριστήσωσιν, ἀσθενέες καὶ ἄῤῥωστοί εἰσι, καὶ δειλοὶ <lb/>ἐς πᾶν
                        ἔργον, καὶ καρδιαλγέες· κρεμᾶσθαι γὰρ δοκέει τὰ <lb/>σπλάγχνα αὐτέοισι, καὶ
                        οὐρέουσι θερμὸν καὶ χλωρὸν, καὶ ἡ <lb/>ἄφοδος ξυγκαίεται· ἔστι δ᾿ οἷσι καὶ
                        τὸ στόμα πικραίνεται, <lb/>καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ κοιλαίνονται, καὶ οἱ κρόταφοι
                        πάλλονται, καὶ τὰ <pb n="290"/> ἄκρα διαψύχονται· καὶ οἱ μὲν πλεῖστοι τῶν
                        ἀνηριστηκότων <lb/>οὐ δύνανται κατεσθίειν τὸ δεῖπνον· δειπνήσαντες δὲ
                        <lb/>βαρύνουσι τὴν κοιλίην, καὶ δυσκοιτέουσι πουλὺ μᾶλλον ἢ εἰ
                        <lb/>προηριστήκεσαν. Ὁκότε οὖν ταῦτα τοιαῦτα γίγνεται <lb/>τοῖσιν
                        ὑγιαίνουσιν εἵνεκεν ἡμίσεος ἡμέρης διαίτης μεταβολῆς <lb/>παρὰ τὸ ἔθος, οὔτε
                        προσθεῖναι λυσιτελέειν φαίνεται, οὔτε <lb/>ἀφελέειν. Εἰ τοίνυν οὗτος ὁ παρὰ
                        τὸ ἔθος μονοσιτήσας, ὅλην <lb/>ἡμέρην κενεαγγήσας, δειπνήσειεν ὁκόσον
                        εἴθιστο, δειπνήσας <lb/>δὲ, τότε βαρὺς ἦν, εἰκὸς αὐτὸν, εἰ, ὅτι ἀνάριστος
                        ἐὼν <lb/>ἐπόνεε καὶ ἠῤῥώστει, δειπνήσειε πλείω ἢ ὁκόσον εἴθιστο, πουλὺ <pb n="292"/> μᾶλλον βαρύνεσθαι· εἰ δέ γε ἐπὶ πλείω χρόνον κενεαγγήσας <pb n="294"/> ἐξαπίνης μεταδειπνήσειν, ἔτι μᾶλλον ἂν βαρύνοιτο. Τὸν <lb/>οὖν
                        παρὰ τὸ ἔθος κενεαγγήσαντα ξυμφέρει ταύτην τὴν ἡμέρην <lb/>ἀντισηκῶσαι ὧδε·
                        ἀῤῥιγέως καὶ ἀθαλπέως καὶ ἀταλαιπώρως, <lb/>ταῦτα γὰρ πάντα βαρέως ἂν
                        ἐνέγκοι· τὸ δὲ <lb/>δεῖπνον συχνῷ ἔλασσον ποιήσασθαι ἢ ὅσον εἴθιστο, καὶ μὴ
                        <lb/>ξηρὸν, ἀλλὰ τοῦ πλαδαρωτέρου τρόπου· καὶ πιεῖν μὴ ὑδαρὲς, <lb/>μηδ᾿
                        ἔλασσον ἢ κατὰ λόγον βρώματος· καὶ τῇ ὑστεραίῃ <pb n="296"/> ὀλίγα
                        ἀριστῆσαι, ὡς ἐκ προσαγωγῆς ἀφίκηται ἐς τὸ ἔθος. Αὐτοὶ <lb/>μέντοι σφῶν
                        αὐτῶν δυσφορώτερον δὴ τὰ τοιαῦτα φέρουσιν οἱ πικρόχολοι <lb/>τὰ ἄνω· τὴν δέ
                        γε ἀσιτίην τὴν παρὰ τὸ ἔθος οἱ <lb/>φλεγματίαι τὰ ἄνω εὐφορώτερον φέρουσι τὸ
                        ἐπίπαν, ὥστε καὶ <lb/>τὴν μονοσιτίην τὴν παρὰ τὸ ἔθος εὐφορώτερον ἂν οὗτοι
                        <lb/>ἐνέγκοιεν. Ἱκανὸν μὲν οὖν καὶ τοῦτο σημήϊον, ὅτι αἱ <lb/>μέγισται
                        μεταβολαὶ τῶν περὶ τὰς φύσιας ἡμῶν καὶ τὰς <lb/>ἕξιας ξυμβαινόντων μάλιστα
                        νοσοποιέουσιν· οὐ δὴ οἷόν τε <lb/>παρὰ καιρὸν οὔτε σφοδρὰς τὰς κενεαγγείας
                        ποιέειν, οὔτε ἀκμαζόντων <lb/>τῶν νουσημάτων καὶ ἐν φλεγμασίῃ ἐόντων
                        προσφέρειν, <lb/>οὔτε ἐξαπίνης οἷόν τε ὅλῳ τῷ πρήγματι μεταβάλλειν οὔτε
                        <lb/>ἐπὶ τὰ οὔτε ἐπὶ τά. </p></div><pb n="298"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Πολλὰ δ᾿ ἄν τις ἠδελφισμένα τουτέοισι τῶν ἐς <lb/>κοιλίην καὶ ἄλλα εἴποι,
                        ὡς εὐφόρως μὲν φέρουσι τὰ <lb/>βρώματα, ἃ εἰθισμένοι εἰσὶν, ἢν καὶ μὴ ἀγαθὰ
                        ᾖ φύσει, <lb/>ὡσαύτως δὲ καὶ τὰ ποτά· δυσφόρως δὲ φέρουσι τὰ βρωματα, <lb/>ἃ
                        μὴ εἰθισμένοι εἰσὶν, κἢν μὴ κακὰ ᾖ, ὡσαύτως δὲ καὶ <lb/>τὰ ποτά. Καὶ ὁκόσα
                        μὲν κρεηφαγίη πολλὴ παρὰ τὸ ἔθος <lb/>βρωθεῖσα ποιέει, ἢ σκόροδα, ἢ σίλφιον
                        ἢ ὀπὸς ἢ καυλὸς, ἢ <lb/>ἄλλα ὁκόσα τοιουτότροπα μεγάλας δυνάμιας ἔχοντα
                        ἰδίας. <lb/>ἧσσον ἄν τις θαυμάσειεν, εἰ τὰ τοιαῦτα πόνους ἐμποιέει <lb/>τῇσι
                        κοιλίῃσι μᾶλλον τῶν ἄλλων· ἀλλ᾿ εἰ καταμάθοις <lb/>ὁκόσον μᾶζα ὄχλον καὶ
                        ὄγκον καὶ φῦσαν καὶ στρόφον τῇ <pb n="300"/> κοιλίῃ παρέχει παρὰ τὸ ἔθος
                        βρωθεῖσα τῷ μὴ μαζοφαγέειν <lb/>εἰθισμένῳ, ἢ ὁκοῖον ἄρτος βάρος καὶ τάσιν
                        κοιλίης τῷ μαζοφαγέειν <lb/>εἰθισμένῳ· ἢ αὐτός τε ὁ ἄρτος θερμὸς βρωθεὶς
                        οἵην δίψαν <lb/>παρέχει, καὶ ἐξαπιναίην πληθώρην διὰ τὸ ξηραντικόν τε καὶ
                        <lb/>βραδύπορον· καὶ οἱ ἄγαν καθαροί τε καὶ ξυγκομιστοὶ παρὰ τὸ <lb/>ἔθος
                        βρωθέντες οἷα διαφέροντα ἀλλήλων ποιεῦσι· καὶ μᾶζά <lb/>τε ξηρὴ παρὰ τὸ
                        ἔθος, ἢ ὑγρὴ, ἢ γλίσχρη· καὶ τὰ ἄλφιτα οἷόν τι <lb/>ποιέει τὰ ποταίνια τοῖσι
                        μὴ εἰωθόσι, καὶ τὰ ἑτεροῖα τοῖσι τὰ <lb/>ποταίνια εἰωθόσι· καὶ οἰνοποσίη καὶ
                        ὑδροποσίη παρὰ τὸ ἔθος <lb/>ἐς θάτερα μεταβληθέντα ἐξαπίνης, καὶ ὑδαρής τε
                        οἶνος καὶ <lb/>ἄκρητος παρὰ τὸ ἔθος ἐξαπίνης ποθείς· ὁ μὲν γὰρ πλάδον τε
                        <lb/>ἐν τῇ ἄνω κοιλίῃ ἐμποιήσει καὶ φῦσαν ἐν τῇ κάτω· ὁ δὲ παλμόν <pb n="302"/> τε φλεβῶν καὶ καρηβαρίην καὶ δίψαν· καὶ λευκός τε <lb/>καὶ
                        μέλας οἶνος παρὰ τὸ ἔθος μεταβάλλοντι, εἰ καὶ ἄμφω οἰνώδεες <lb/>εἶεν, ὅμως
                        πολλὰ ἂν ἑτεροιώσειαν κατὰ τὸ σῶμα, ὡς <lb/>δὴ γλυκύν τε καὶ οἰνώδεα οἶνον
                        ἧσσον ἄν τις φαίη θαυμαστὸν <lb/>εἶναι μὴ τωὐτὸ δύνασθαι ἐξαπίνης
                        μεταβληθέντα. </p></div></div></body></text></TEI>