<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg004.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Πτισάνη μὲν οὖν μοι δοκέει ὀρθῶς προκεκρίσθαι τῶν σιτηρῶν <lb/>γευμάτων ἐν
                        τουτέοισι τοῖσι νουσήμασι, καὶ ἐπαινέω γε τοὺς <lb/>προκρίναντας. Τὸ γὰρ
                        γλίσχρασμα αὐτέης λεῖον καὶ ξυνεχὲς <lb/>καὶ προσηνές ἐστι καὶ ὀλισθηρὸν καὶ
                        πλαδαρὸν μετρίως καὶ <pb n="246"/> ἄδιψον καὶ εὐέκπλυτον, εἴ τι καὶ τουτέου
                        προσδέοι, καὶ οὔτε <lb/>στύψιν ἔχον, οὔτε ἄραδον κακὸν, οὔτε ἀνοιδίσκεται ἐν
                        τῇ κοιλίῃ· <lb/>ἀνῴδηκε γὰρ ἐν τῇ ἑψήσει ὁκόσον πλεῖστον ἐπεφύκει
                        διογκοῦσθαι. <lb/>Ὁκόσοι μὲν οὖν πτισάνῃσι χρέονται, ἐν τουτέοισι <lb/>τοῖσι
                        νουσήμασιν οὐδεμιῇ ἡμέρῃ κενεαγγητέον, ὡς ἔπος <lb/>εἰρῆσθαι, ἀλλὰ χρηστέον,
                        καὶ οὐ διαλειπτέον, ἢν μή τι δέῃ <lb/>ἢ διὰ φαρμακίην ἢ κλύσιν διαλιπεῖν.
                        Καὶ τοῖσι μέν γε <lb/>ἰθισμένοισι δὶς σιτέεσθαι τῆς ἡμέρης, δὶς δοτέον τοῖσι
                        δὲ μονοσιτέειν <lb/>εἰθισμένοισιν, ἅπαξ δοτέον τὴν πρώτην, ἐκ προσαγωγῆς
                        <lb/>δὲ, ἢν ἐνδέχηται, καὶ τουτέοισι δὶς δοτέον, ἤν τι <pb n="248"/> δοκέῃ
                        προσδεῖν. Πλῆθος δὲ ἀρκέει κατ᾿ ἀρχὰς διδόναι <lb/>μὴ πουλὺ, μηδὲ ὑπέρπαχυ,
                        ἀλλ᾿ ὁκόσον ἕνεκεν τοῦ ἔθεος <lb/>ἐσιέναι τι, καὶ κενεαγγίην μὴ γίγνεσθαι
                        πολλήν. Περὶ δὲ <lb/>τῆς ἐπιδόσιος ἐς πλῆθος τοῦ ῥοφήματος, ἢν μὲν ξηρότερον
                        ᾖ <lb/>τὸ νούσημα ἢ ὡς ἄν τις οἴοιτο, οὐ χρὴ ἐπὶ πλέον διδόναι, <pb n="250"/> ἀλλὰ προπίνειν πρὸ τοῦ ῥοφήματος ἢ μελίκρητον, ἢ οἷνον, ὁκότερον <lb/>ἂν
                        ἁρμόζῃ· τὸ δ᾿ ἁρμόζον ἐφ᾿ ἑκάστοισι τῶν τρόπων <lb/>εἰρήσεται. Ἢν δὲ
                        ὑγραίνηται τὸ στόμα καὶ τὰ ἀπὸ τοῦ <lb/>πλεύμονος εἴη ὁκοῖα δεῖ, ἐπιδιδόναι
                        χρὴ ἐς πλῆθος τοῦ <lb/>ῥοφήματος, ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰρῆσθαι· τὰ μὲν γὰρ θᾶσσον
                        καὶ <lb/>μᾶλλον πλαδῶντα ταχυτῆτα κρίσιος σημαίνει, τὰ δὲ βραδύτερον
                        <lb/>καὶ ἧσσον βραδυτέρην σημαίνει τὴν κρίσιν. Καὶ ταῦτα <lb/>αὐτὰ μὲν καθ᾿
                        ἑωυτὰ τοιάδε τὸ ἐπίπαν ἐστίν· πολλὰ <lb/>δὲ καὶ ἄλλα ἐπίκαιρα παρεῖται οἷσι
                        προσημαίνεσθαι δεῖ, ἃ εἰρήσεται <lb/>ὕστερον. Καὶ ὁκόσῳ ἂν πλείων ἡ κάθαρσις
                        γίγνηται, <lb/>τοσῷδε χρὴ πλέον ἐπιδιδόναι ἄχρι κρίσιος· μάλιστα <lb/>δὲ
                        κρίσιος ὑπερβολῆς δύο ἡμερέων, οἷσί γε ἢ πεμπταίοισιν ἢ <lb/>ἑβδομαίοισιν ἢ
                        ἐναταίοισι δοκέει κρίνεσθαι, ὡς καὶ τὸ ἄρτιον <pb n="252"/> καὶ τὸ περισσὸν
                        προμηθήσῃ· μετὰ δὲ τοῦτο, τῷ μὲν ῥοφήματι <lb/>τὸ πρωῒ χρηστέον, ὀψὲ δὲ ἐς
                        σιτία μεταβάλλειν. Ξυμφέρει <lb/>δὲ τὰ τοιάδε ὡς ἐπιτοπουλὺ τοῖσιν ὅλῃσι
                        πτισάνῃσιν αὐτίκα <pb n="254"/> χρεομένοισιν ᾿. Αἵ τε γὰρ ὀδύναι ἐν τοῖσι
                        πλευριτικοῖσιν αὐτίκα <lb/>αὐτόματοι παύονται, ὅταν ἄρξωνται πτύειν τι ἄξιον
                        <lb/>λόγου καὶ ἐκκαθαίρεσθαι, αἵ τε καθάρσιες πολλῷ τελεώτεραί <lb/>εἰσι,
                        καὶ ἔμπυοι ἧσσον γίγνονται ἢ εἰ ἀλλοίως τις διαιτῴη, <lb/>καὶ αἱ κρίσιες.
                        ἁπλούστεραι καὶ εὐκριτώτεραι καὶ ἧσσον ὑποστροφώδεες. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Τάς δὲ πτισάνας χρὴ ἐκ κριθέων τε ὡς βελτίστων εἶναι καὶ <lb/>κάλλιστα
                        ἡψῆσθαι, καὶ ἄλλως ἢν μὴ τῷ χυλῷ μούνῳ μέλλῃς <lb/>χρέεσθαι. Μετὰ γὰρ τῆς
                        ἄλλης ἀρετῆς τῆς πτισάνης τὸ ὀλισθηρὸν <pb n="256"/> τὴν κριθὴν
                        καταπινομένην ποιέει μὴ βλάπτειν· οὐδαμοῦ γὰρ <lb/>προσίσχει, οὐδὲ μένει
                        κατὰ τὴν τοῦ θώρηκος ἴξιν. Ὀλισθηροτάτη <lb/>τε καὶ ἀδιψοτάτη καὶ
                        εὐπεπτοτάτη καὶ ἀσθενεστάτη <lb/>ἐστὶν ἡ κάλλιστα ἑφθὴ, ὧν πάντων δεῖ. Ἢν
                        οὖν μὴ προστιμωρήσῃ <lb/>τις ὁκόσων δέεται αὐτάρκης εἶναι δ τρόπος τῆς
                        τοιαύτης <lb/>πτισανοῤῥοφίης, πολλαχῆ βεβλάψεται. Ὁκόσοισι γὰρ <lb/>σῖτος
                        αὐτίκα ἐγκατακέκλεισται, ἢν μή τις ὑποκενώσας τὸ <lb/>ῥόφημα δώῃ, τὴν ὀδύνην
                        ἐνεοῦσαν προσπαροξύνειεν ἂν, <pb n="258"/> καὶ μὴ ἐνεοῦσαν εὐθὺς ἐμποιήσειεν
                        ἂν, καὶ πνεῦμα πυκνότερον <lb/>γένοιτ᾿ ἄν· κακὸν δὲ τοῦτό ἐστιν· ξηραντικὸν
                        γὰρ <lb/>πλεύμονος, καὶ κοπῶδες ὑποχονδρίων καὶ ἤτρου καὶ φρενῶν. <lb/>Τοῦτο
                        δὲ, ἢν ἔτι τῆς ὀδύνης τοῦ πλευροῦ ξυνεχέος ἐούσης, <lb/>καὶ πρὸς τὰ
                        θερμάσματα μὴ χαλώσης, καὶ τοῦ πτυέλου μὴ ἀνιόντος, <lb/>ἀλλὰ
                        καταγλισχραινομένου ἀσαπέως, ἢν μὴ λύσῃ τις <pb n="260"/> τὴν ὀδύνην, ἢ
                        κοιλίην μαλθάξας, ἢ φλέβα ταμὼν, ὁκότερον ἂν <lb/>τουτέων ξυμφέρῃ, τὰς δὲ
                        πτισάνας ἢν οὕτως ἔχουσι διδῷ, ταχέες <lb/>οἱ θάνατοι τῶν τοιουτέων
                        γίγνονται. Διὰ ταύτας οὖν τὰς <lb/>προφάσιας καὶ ἑτέρας τοιαύτας ἔτι μᾶλλον,
                        οἱ ὅλῃσι τῇσι <lb/>πτισάνῃσι χρεόμενοι, ἑβδομαῖοι καὶ ὀλιγημερώτεροι
                        θνήσκουσιν· <lb/>οἱ μέν τοι καὶ τὴν γνώμην βλαβέντες, οἱ δὲ ὑπὸ τῆς
                        <lb/>ὀρθοπνοίης τε καὶ τοῦ ῥέγχεος ἀποπνιγέντες. Μάλα δὲ τοὺς
                        <lb/>τοιουτέους οἱ ἀρχαῖοι βλητοὺς ἐνόμιζον εἶναι διὰ τόδε <pb n="262"/>
                        μάλιστα· οὐχ ἥκιστα δὲ, ὅτι καὶ ἀποθανόντων αὐτέων <lb/>ἡ πλευρὴ πελιὴ
                        εὑρίσκεται ἴκελόν τι πληγῇ. Αἴτιον δὲ τουτέου <lb/>τόδε ἐστὶν, ὅτι, πρὶν
                        λυθῆναι τὴν ὀδύνην, θνήσκουσιν· <lb/>ταχέως γὰρ πνευματίαι γίγνονται· ὑπὸ δὲ
                        τοῦ πολλοῦ <lb/>καὶ πυκνοῦ πνεύματος, ὡς ἤδη εἴρηται, καταγλισχραινόμενον τὸ
                        <lb/>πτύελον ἀπέπτως κωλύει τὴν ἐπάνοδον γίγνεσθαι, ἀλλὰ τὴν <lb/>ῥέγξιν
                        ποιέει ἐνισχόμενον ἐν τοῖσι βρογχίοισι τοῦ πλεύμονος. <lb/>Καὶ ὁκόταν ἐς
                        ταὐτὸ ἔλθῃ, θανατῶδες ἤδη ὡς ἐπιτοπουλὺ <lb/>ἐστίν· καὶ γὰρ αὐτὸ τὸ πτύελον
                        ἐνισχόμενον κωλύει μὲν τὸ πνεῦμα <lb/>ἔσω φέρεσθαι, ἀναγκάζει δὲ ταχέως ἔξω
                        φέρεσθαι· καὶ οὕτως <lb/>ἐς τὸ κακὸν ἀλλήλοισι τιμωρέουσι· τό τε γὰρ πτύελον
                        ἐνισχόμενον <lb/>πυκνὸν τὸ πνεῦμα ποιέει, τό τε πνεῦμα πυκνὸν ἐὸν
                        <lb/>ἐπιγλισχραίνει τὸ πτύελον, καὶ κωλύει ἀπολισθαίνειν. Καταλαμβάνει <pb n="264"/> δὲ ταῦτα, οὐ μοῦνον ἢν πτισάνῃ ἀκαίρως χρέωνται, <lb/>ἀλλὰ
                        πουλὺ μᾶλλον ἤν τι ἄλλο φάγωσιν ἢ πίωσι πτισάνης <lb/>ἀνεπιτηδειότερον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Μάλα μὲν οὖν τὰ πλεῖστα παραπλήσιαί εἰσιν αἱ <lb/>τιμωρίαι τοῖσί τε ὅλῃσι
                        τῇσι πτισάνῃσι χρεομένοισι, τοῖσί τε <lb/>τῷ χυλῷ αὐτέῳ· τοῖσι δὲ μηδετέρῳ
                        τουτέων, ἀλλὰ ποτῷ <lb/>μοῦνον, ἔστιν ὅπη καὶ διαφερόντως τιμωρητέον. Χρὴ δὲ
                        τό <lb/>γε πάμπαν οὕτω ποιέειν· ἢν νεοβρῶτι ἐόντι αὐτέῳ καὶ <lb/>κοιλίης
                        μήπω ὑποκεχωρηκυίης ἄρξηται ὁ πυρετὸς, ἤν τε <lb/>ξὺν ὀδύνῃ, ἤν τε ἄνευ
                        ὀδύνης, ἐπισχεῖν τὴν δόσιν τοῦ ῥοφήματος, <lb/>ἔστ᾿ ἂν οἴηται κεχωρηκέναι ἐς
                        τὸ κάτω μέρος τοῦ ἐντέρου τὸ <lb/>σιτίον. Χρέεσθαι δὲ ποτῷ, ἢν μὲν ἄληγμά τι
                        ἔχῃ, ὀξυμέλιτι χειμῶνος <pb n="266"/> μὲν θερμῷ, θέρεος δὲ, ψυχρῷ· ἢν δὲ
                        πολλὴ δίψα ᾖ, <lb/>μελικρήτῳ καὶ ὕδατι. Ἔπειτα, ἢν μὲν ἄλγημά τι ἐνῇ, <lb/>ἢ
                        τῶν ἐπικινδύνων τι ἐμφαίνηται, διδόναι τὸ ῥόφημα μήτε <lb/>πουλὺ μήτε παχὺ,
                        μετὰ δὲ τὴν ἑβδόμην, ἢν ἰσχύῃ. <lb/>Ἤν δὲ μὴ ὑπεληλύθῃ ὁ παλαιότερος σῖτος
                        νεοβρῶτι <lb/>ἐόντι, ἢν μὲν ἰσχύῃ τε καὶ ἀκμάζῃ τῇ ἡλικίῃ, κλύσαι· <lb/>ἢν
                        δὲ ἀσθενέστερος ᾖ, βαλάνῳ προσχρήσασθαι, ἢν μὴ αὐτόματα <lb/>διεξίῃ καλῶς.
                        Καιρὸν δὲ τῆς δόσιος τοῦ ῥοφήματος τόνδε <lb/>μάλιστα φυλάσσεσθαι, κατ᾿
                        ἀρχὰς καὶ διὰ παντὸς τοῦ νουσήματος· <lb/>ὅταν μὲν οἱ πόδες ψυχροὶ ἔωσιν,
                        ἐπισχεῖν χρὴ <lb/>τοῦ ῥοφήματος τὴν δόσιν, μάλιστα δὲ καὶ τοῦ ποτοῦ
                        ἀπέχεσθαι· <lb/>ὁκόταν δὲ ἡ θέρμη καταβῇ ἐς τοὺς πόδας, τότε διδόναι, καὶ
                            <pb n="268"/> νομίζειν μέγα δύνασθαι τὸν καιρὸν τοῦτον ἐν πάσῃσι τῇσι
                        <lb/>νούσοισιν· οὐχ ἥκιστα δὲ ἐν τῇσιν ὀξείῃσι, μάλιστα δὲ ἐν <lb/>τῇσι
                        μᾶλλον πυρετώδεσι καὶ ἐπικινδυνοτάτῃσιν. Χρέεσθαι <lb/>δὲ πρῶτον μάλιστα μὲν
                        χυλῷ, ἔπειτα δὲ πτισάνῃ, <lb/>κατὰ τὰ τεκμήρια τὰ προγεγραμμένα ἀκριβέως
                        θεωρέων. </p></div></div></body></text></TEI>