<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg004.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Τὸ δὲ ὀξύμελι καλεύμενον ποτὸν πολλαχοῦ μὲν <lb/>εὔχρηστον ἐν ταύτῃσι
                        τῇσι νούσοισιν εὑρήσεις ἐόν· καὶ γὰρ <lb/>πτυάλου ἀναγωγόν ἐστι, καὶ
                        εὔπνοον. Καιροὺς μέντοι <lb/>τοιούὃε ἔχει· τὸ μὲν γὰρ κάρτα ὀξὺ οὐδὲν ἂν
                        μέσον <pb n="350"/> ποιήσειε πρὸς τὰ πτύελα τὰ μὴ ῥηϊδίως ἀνιόντα· εἰ γὰρ
                        <lb/>ἀνάγοι μὲν τὰ ἐγκέρχνοντα, καὶ ὄλισθον ἐμποιήσειε, καὶ <lb/>ὥσπερ
                        διαπτερώσειε τὸν βρόγχον, παρηγορήσειεν ἂν <lb/>τὸν πλεύμονα· μαλθακτικὸν
                        γὰρ αὐτέου· καὶ εἰ μὲν <lb/>ταῦτα ξυγκυρήσειε, μεγάλην ἂν ὠφελείην
                        ποιήσειεν. <lb/>Ἔστι δ᾿ ὅτε τὸ κάρτα ὀξὺ οὐκ ἐκράτησε τῆς ἀναγωγῆς <lb/>τοῦ
                        πτυέλου, ἀλλὰ προσεγλίσχρηνέ τε καὶ ἔβλαψεν· μάλιστα <lb/>δὲ τοῦτο πάσχουσιν
                        οἵπερ καὶ ἄλλως ὀλέθριοί εἰσι, καὶ <pb n="352"/> ἀδύνατοι βήσσειν τε καὶ
                        ἀποχρέμπτεσθαι τὰ ἐνεχόμενα. <lb/>Ἐς μὲν οὖν τόδε προστεκμαίρεσθαι χρὴ τὴν
                        ῥώμην τοῦ <lb/>κάμνοντος, κἢν ἐλπίδα ἔχῃ, διδόναι· διδόναι δὲ, <lb/>ἢν
                        διδῷς, ἀκροχλίαρον καὶ κατ᾿ ὀλίγον τὸ τοιόνδε, καὶ <lb/>μὴ λάβρως. Τὸ μέντοι
                        ὀλίγον ἔποξυ ὑγραίνει μὲν τὸ στόμα <lb/>καὶ φάρυγγα· ἀναγωγὸν δὲ πτυέλου
                        ἐστὶ καὶ ἄδιψον· ὑποχονδρίῳ <lb/>δὲ καὶ σπλάγχνοισι καὶ ταύτῃ εὐμενές· καὶ
                        τὰς <lb/>ἀπὸ μέλιτος βλάβας κωλύει· τὸ γὰρ χολῶδες ἐν μέλιτι <lb/>κολάζεται.
                        Ἔστι δὲ καὶ φυσέων καταῤῥηκτικὸν, καὶ ἐς οὔρησιν <lb/>προτρεπτικόν· ἐντέρου
                        μέντοι τῷ κάτω μέρει πλαδαρώτερον, <pb n="354"/> καὶ ξύσματα ἐμποιέει· ἔστι
                        δ᾿ ὅτε καὶ φλαῦρον <lb/>τοῦτο ἐν τῇσιν ὀξείῃσι νούσοισι γίγνεται, μάλιστα
                        <lb/>μὲν ὅτι φῦσαν κωλύει περαιοῦσθαι, ἀλλὰ παλινδρομέειν <lb/>ποιέει· ἔτι
                        δὲ καὶ ἄλλως γυιοῖ καὶ τὰ ἀκρωτήρια ψύχει· <lb/>ταύτην καὶ οἶδα μούνην δι᾿
                        ὀξυμέλιτος γιγνομένην βλάβην, <lb/>ἥτις καὶ ἀξίη γραφῆς. Ὀλίγον δὲ τὸ
                        τοιόνδε ποτὸν νυκτὸς <lb/>μὲν καὶ νήστει πρὸ ῥοφήματος ἐπιτήδειον
                        προπίνεσθαι· <lb/>ἀτὰρ καὶ ὁκόταν πουλὺ μετὰ ῥόφημα ᾖ, οὐδὲν κωλύει
                        <lb/>πίνειν. Τοῖσι δὲ ποτῷ μοῦνον διαιτωμένοισιν ἄνευ ῥοφημάτων <lb/>διὰ
                        τόδε οὐκ ἐπιτήδειόν ἐστιν αἰεὶ καὶ διὰ παντὸς χρέεσθαι <pb n="356"/> τούτῳ,
                        μάλιστα μὲν διὰ ξύσιν ἢ τρηχυσμὸν τοῦ ἐντέρου <lb/>(ἀκόπρῳ γὰρ ἐόντι μᾶλλον
                        ἐμποιέοι ἂν, καὶ ταῦτα <lb/>κενεαγγείης παρεούσης)· ἔπειτα δὲ καὶ τὸ
                        μελίκρητον τῆς <lb/>ἰσχύος ἀφαιρέοιτο ἄν. Ἢν μέντοι ἀρήγειν φαίνηται πρὸς
                        <lb/>τὴν ξύμπασαν νοῦσον, πολλῷ ποτῷ τούτῳ χρέεσθαι, ὀλίγον <lb/>χρὴ τὸ ὄξος
                        παραχέειν, ὅσον μοῦνον γιγνώσκεσθαι· οὕτω <lb/>γὰρ καὶ ἃ φιλέει βλάπτειν,
                        ἥκιστα ἂν βλάπτοι, καὶ ἃ <lb/>δεῖται προσωφελέειν, προσωφελοίη ἄν. Εν
                        κεφαλαίῳ δ᾿ <pb n="358"/> εἴρησθαι, αἱ ἀπὸ ὀξέος ὀξύτητες πικροχόλοισι
                        μᾶλλον ἢ <lb/>μελαγχολικοῖσι ξυμφέρουσι· τὰ μὲν γὰρ πικρὰ διαλύεται <lb/>καὶ
                        ἐκφλεγματοῦται, μετεωριζόμενα ὑπ᾿ αὐτέου· τὰ δὲ μέλανα <lb/>ζυμοῦται καὶ
                        μετεωρίζεται καὶ πολλαπλασιοῦται· ἀναγωγὸν <lb/>γὰρ μελάνων, ὄξος. Γυναιξὶ
                        δὲ τὸ ἐπίπαν πολεμιώτερον <lb/>ἢ ἀνδράσιν ὄξος· ὑστεραλγὲς γάρ ἐστιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ὕδατι δὲ ποτῷ ἐν τῇσιν ὀξείῃσι νούσοισιν ἄλλο <lb/>μὲν οὐδὲν ἔχω ἔργον ὅ
                        τι προσθέω· οὔτε γὰρ βηχὸς παρηγορικόν <lb/>ἐστιν ἐν τοῖσι
                        περιπλευμονικοῖσιν, οὔτε πτυέλου <lb/>ἀναγωγὸν, ἀλλ᾿ ἧσσον τῶν ἄλλων, εἴ τις
                        διὰ παντὸς ὕδατι <lb/>ποτῷ χρέοιτο. Μεσηγὺ μέντοι ὀξυμέλιτος καὶ μελικρήτου
                        <lb/>ὕδωρ ἐπιῤῥοφεόμενον ὀλίγον πτυέλου ἀναγωγόν ἐστι διὰ τὴν <lb/>μεταβολὴν
                        τῆς ποιότητος τῶν ποτῶν· πλημμυρίδα γάρ τινα ἐμποιέει. <lb/>Ἄλλως δὲ οὔτε
                        δίψαν παύει, ἀλλ᾿ ἐπιπικραίνει· χολῶδες <lb/>γὰρ φύσει χολώδει, καὶ
                        ὑποχονδρίῳ κακόν· καὶ κάκιστον <pb n="360"/> ἑωυτοῦ καὶ χολωδέστατον καὶ
                        φιλαδυναμώτατον, ὅταν <lb/>ἐς κενεότητα ἐσέλθῃ· καὶ σπληνὸς δὲ αὐξητικὸν καὶ
                        <lb/>ἥπατός ἐστιν, ὁκόταν πεπυρωμένον ᾖ· καὶ ἐγκλυδαστικόν <lb/>τε καὶ
                        ἐπιπολαστικόν· βραδύπορόν τε γάρ ἐστι διὰ τὸ <lb/>ὑπόψυχρον καὶ ἄπεπτον
                        εἶναι· καὶ οὔτε διαχωρητικὸν, οὔτε <lb/>διουρητικόν· προσβλάπτει δέ τι καὶ
                        διὰ τόδε, ὅτι ἄκοπρόν <lb/>ἐστι φύσει· ἢν δὲ δὴ καὶ ποδῶν ψυχρῶν ποτε ἐόντων
                        <lb/>ποθῇ, πάντα ταῦτα πολλαπλασίως βλάπτει, ἐς ὅ τι ἂν <lb/>αὐτέων ὁρμήσῃ.
                        Ὑποπτεύσαντι μέντοι ἐν ταύτῃσι τῇσι <lb/>νούσοισιν ἢ καρηβαρίην ἰσχυρὴν ἢ
                        φρενῶν ἅψιν, παντάπασιν <lb/>οἴνου ἀποσχετέον· ὕδατι δὲ ἐν τῷ τοιῷδε
                        χρηστέον, ἢ <lb/>ὑδαρέα καὶ κιῤῥὸν παντελῶς δοτέον οἶνον καὶ ἄοσμον <pb n="362"/> παντάπασι, καὶ μετὰ τὴν πόσιν αὐτοῦ ὕδωρ μεταποτέον ὀλίγον·
                        <lb/>οὕτω γὰρ ἂν ἧσσον τὸ ἀπὸ τοῦ οἴνου μένος ἅπτοιτο τῆς <lb/>κεφαλῆς καὶ
                        γνώμης· ἐν οἶσι δὲ μάλιστα αὐτέων ὕδατι ποτῷ <lb/>χρηστέον, καὶ ὁκότε πολλῷ
                        κάρτα, καὶ ὅκου μετρίῳ, καὶ <lb/>ὅκου ψυχρῷ, καὶ ὅκου θερμῷ, τὰ μέν που
                        πρόσθεν εἰρέαται, <lb/>τὰ δὲ ἐν αὐτέοισι τοῖσι καιροῖσι ῥηθήσεται. Κατὰ
                        ταῦτα δὲ <lb/>καὶ περὶ τῶν ἄλλων ποτῶν, οἷον τὸ κρίθινον, καὶ τὰ ἀπὸ χλοίης
                        <lb/>ποιεύμενα, καὶ τὰ ἀπὸ σταφίδος καὶ στεμφύλων καὶ πυρῶν <pb n="364"/>
                        καὶ κνήκου καὶ μύρτων καὶ ῥοιῆς καὶ τῶν ἄλλων, ὅταν <lb/>τινὸς αὐτέων καιρὸς
                        ᾖ χρέεσθαι, γεγράψεται παρ᾿ <lb/>αὐτέῳ τῷ νουσήματι, ὅκως περ καὶ τἄλλα τῶν
                        ξυνθέτων <lb/>φαρμάκων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Λουτρὸν δὲ συχνοῖσι τῶν νουσημάτων ἀρήγοι ἂν <lb/>χρεομένοισιν, ἐς τὰ μὲν
                        ξυνεχέως, ἐς τὰ δ᾿ οὔ. Ἔστι δὲ <lb/>ὅτε ἧσσον χρηστέον διὰ τὴν
                        ἀπαρασκευασίην τῶν ἀνθρώπων· <lb/>ἐν ὀλίγῃσι γὰρ οἰκίῃσι παρεσκεύασται τὰ
                        ἄρμενα καὶ οἱ <lb/>θεραπεύοντες ὡς δεῖ· εἰ δὲ μὴ παγκάλως λούοιτο, βλάπτοιτ᾿
                        <lb/>ἂν οὐ σμικρά· καὶ γὰρ σκέπης ἀκάπνου δεῖ, καὶ ὕδατος <lb/>δαψιλέος, καὶ
                        τοῦ λουτροῦ συχνοῦ καὶ μὴ λίην λάβρου, ἤν <lb/>γε μὴ οὕτω δέῃ. Καὶ μᾶλλον
                        μὲν μὴ σμήχεσθαι· ἢν δὲ <lb/>σμήχηται, θερμῷ χρέεσθαι αὐτέῳ καὶ πολλαπλασίῳ
                        ἢ ὡς <pb n="366"/> νομίζεται σμήγματι, καὶ προσκαταχέεσθαι μὴ ὀλίγῳ, καὶ
                        <lb/>ταχέως μετακαταχέεσθαι. Δεῖ δὲ καὶ τῆς ὁδοῦ βραχείης ἐς <lb/>τὴν
                        πύελον, καὶ ἐς εὐέμβατον καὶ ἐς εὐέκβατον· εἷναι δὲ <lb/>καὶ τὸν λουόμενον
                        κόσμιον καὶ σιγηλὸν, καὶ μηδὲν αὐτὸν <lb/>προσεξεργάζεσθαι, ἀλλ᾿ ἄλλους καὶ
                        καταχέειν καὶ σμήχειν· <lb/>καὶ μετακέρασμα πολλὸν ἡτοιμᾶσθαι, καὶ τὰς
                        ἐπαντλήσιας <lb/>ταχείας ποιέεσθαι· καὶ σπόγγοισι χρέεσθαι ἀντὶ
                        <lb/>στλεγγίδος, καὶ μὴ ἄγαν ξηρὸν χρίεσθαι τὸ σῶμα. Κεφαλὴν <lb/>μέντοι
                        ἀνεξηράνθαι χρὴ ὡς οἷόν τε μάλιστα ὑπὸ σπόγγου <lb/>ἐκμασσομένην, καὶ μὴ
                        διαψύχεσθαι τὰ ἄκρεα, μήτε τὴν <pb n="368"/> κεφαλὴν, μήτε τὸ ἄλλο σῶμα· καὶ
                        μήτε νεοῤῥόφητον μήτε νεόποτον <lb/>λούεσθαι, μηδὲ ῥοφέειν, μηδὲ πίνειν ταχὺ
                        μετὰ τὸ λουτρόν. <lb/>Μέγα μὲν δὴ μέρος χρὴ νέμειν τῷ κάμνοντι, ἢν
                        <lb/>ὑγιαίνων ᾖ φιλόλουτρος ἄγαν καὶ εἰθισμένος λούεσθαι· καὶ <lb/>γὰρ
                        ποθέουσι μᾶλλον οἱ τοιοίδε, καὶ ὠφελέονται λουσάμενοι, <lb/>καὶ βλάπτονται
                        μὴ λουσάμενοι. Ἁρμόζει δὲ ἐν περιπλευμονίῃσι <lb/>μᾶλλον ἢ ἐν καύσοισι τὸ
                        ἐπίπαν· καὶ γὰρ ὀδύνης τῆς <lb/>κατὰ πλευρὴν καὶ στήθεα καὶ μετάφρενον
                        παρηγορικόν <lb/>ἐστι τὸ λουτρὸν, καὶ πτυέλου πεπαντικὸν καὶ ἀναγωγὸν,
                        <lb/>καὶ εὔπνοον καὶ ἄκοπον· μαλθακτικὸν γὰρ καὶ ἄρθρων <lb/>καὶ τοῦ
                        ἐπιπολαίου δέρματος· καὶ οὐρητικὸν δὲ, καὶ καρηβαρίην <lb/>λύει, καὶ ῥῖνας
                        ὑγραίνει. Ἀγαθὰ μὲν οὖν λουτρῷ <lb/>τοσαῦτα πάρεστιν, ὧν πάντων δεῖ· ἢν
                        μέντοι τῆς παρασκευῆς <lb/>ἔνδειά τις ᾖ ἑνὸς ἢ πλειόνων, κίνδυνος μὴ
                        λυσιτελέειν <pb n="370"/> τὸ λουτρὸν, ἀλλὰ μᾶλλον βλάπτειν· ἓν γὰρ ἕκαστον
                        αὐτέων <lb/>μεγάλην φέρει τὴν βλάβην, μὴ παρασκευασθὲν ὑπὸ <lb/>τῶν ὑπουργῶν
                        ὡς δεῖ. Ἥκιστα δὲ λούειν καιρὸς τούτους <lb/>οἷσιν ἡ κοιλίη ὑγροτέρη τοῦ
                        καιροῦ ἐν τῇσι νούσοισιν· <lb/>ἀτὰρ οὐδὲ οἷσιν ἕστηκε μᾶλλον τοῦ καιροῦ καὶ
                        <lb/>μὴ προδιελήλυθεν· οὐδὲ δὴ τοὺς γεγυιωμένους χρὴ λούειν, <lb/>οὐδὲ τοὺς
                        ἀσώδεας ἢ ἐμετικοὺς, οὐδὲ τοὺς ἐπανερευγομένους <lb/>χολῶδες, οὐδὲ τοὺς ἐκ
                        ῥινῶν αἱμοῤῥαγέοντας, εἰ μὴ ἔλασσον <lb/>τοῦ καιροῦ ῥέοι· τοὺς δὲ καιροὺς
                        οἶδας· ἢν δὲ ἔλασσον τοῦ <lb/>καιροῦ ῥέοι, λούειν, ἤν τε ὅλον τὸ σῶμα πρὸς
                        τὰ ἄλλα ἀρήγῃ, <lb/>ἤν τε τὴν κεφαλὴν μοῦνον. Ἢν οὖν αἵ τε παρασκευαὶ
                        <lb/>ἔωσιν ἐπιτήδειοι καὶ ὁ κάμνων μέλλῃ εὖ δέξασθαι τὸ <lb/>λουτρὸν, λούειν
                        χρὴ ἑκάστης ἡμέρης· τοὺς δὲ φιλολουτρέοντας <pb n="372"/> οὐδ᾿ εἰ δὶς τῆς
                        ἡμέρης λούοις, οὐδὲν ἂν βλάπτοις. Χρέεσθαι <lb/>δὲ λουτροῖσι τοῖσιν ὅλῃσι
                        πτισάνῃσι χρεομένοισι <lb/>παραπουλὺ μᾶλλον ἐνδέχεται, ἢ τοῖσι χυλῷ μοῦνον
                        χρεομένοισιν· <lb/>ἐνδέχεται δὲ καὶ τουτέοισιν ἐνίοτε· ἥκιστα δὲ καὶ
                        <lb/>τοῖσι ποτῷ μοῦνον χρεομένοισιν· ἔστι δὲ καὶ οἷσι <lb/>τουτέων
                        ἐνδέχεται· τεκμαίρεσθαι δὲ χρὴ τοῖσι προγεγραμμένοισιν <lb/>οὕς τε μέλλει
                        λουτρὸν ὠφελέειν ἐν ἑκάστοισι <lb/>τῶν τρόπων τῆς διαίτης, οὕς τε μή. Οἷσι
                        μὲν γὰρ προσδέεταί <pb n="374"/> τινος κάρτα τουτέων, ὁκόσα λουτρὸν ἀγαθὰ
                        ποιέει, καὶ πρόσεστιν <lb/>αὐτέοισιν ὅσα ἂν λουτρῷ ὠφελέηται, δεῖ λούειν·
                        οἷσι δὲ τουτέων <pb n="376"/> μηδενὸς προσδεῖ, καὶ πρόσεστιν αὐτέοισι τῶν
                        σημείων ἐφ᾿ οἷσι λούεσθαι <lb/>οὐ ξυμφέρει, οὐ δεῖ λούειν. </p></div></div></body></text></TEI>