<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg004.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ὁ δὴ οὖν πλεῖστός μοι λόγος γέγονε περὶ τῆς μεταβολῆς <lb/>τῆς ἐπὶ τὰ καὶ
                        ἐπὶ τά· ἐς πάντα μὲν οὖν εὔχρηστον <pb n="330"/> ταῦτα εἰδέναι· ἀτὰρ καὶ
                        περὶ οὗ ὁ λόγος ἦν, ὅτι ἐν <lb/>τῇσιν ὀξείῃσι νούσοισιν ἐς τὰ ῥοφήματα
                        μεταβάλλουσιν ἐκ <lb/>τῆς κενεαγγείης· μεταβλητέον γὰρ ὡς ἐγὼ κελεύω· ἔπειτα
                        οὐ <lb/>χρηστέον ῥοφήμασι πρὶν ἡ νοῦσος πεπανθῇ, ἢ ἄλλο τι σημεῖον
                        <lb/>φανῇ, ἢ κατ᾿ ἔντερον κενεαγγικὸν, ἢ ἐρεθιστικὸν, ἢ <lb/>κατὰ τὰ
                        ὑποχόνδρια, ὁκοῖα γεγράψεται. Ἀγρυπνίη ἰσχυρὴ <lb/>πόμα καὶ σιτίον
                        ἀπεπτότερα ποιέει, καὶ ἡ ἐπὶ τὰ <pb n="332"/> ἕτερα αὖ μεταβολὴ διαλύει
                        σῶμα, καὶ ἑφθότητα καὶ καρηβαρίην <lb/>ἐμποιέει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Γλυκὺν δὲ οἶνον καὶ οἰνώδεα καὶ λευκὸν καὶ μέλανα, <lb/>καὶ μελίκρητον,
                        καὶ ὕδωρ, καὶ ὀξύμελι, τοισίδε σημαινόμενον <lb/>χρὴ διορίζειν ἐν τῇσιν
                        ὀξείῃσι νούσοισιν. Ὁ μὲν <lb/>γλυκὺς ἧσσόν ἐστι καρηβαρικὸς τοῦ οἰνώδεος,
                        καὶ ἧσσον φρενῶν <lb/>ἁπτόμενος, καὶ διαχωρητικώτερος δή τι τοῦ ἑτέρου κατ᾿
                        <lb/>ἔντερον, μεγαλόσπλαγχνος δὲ σπληνὸς καὶ ἥπατος· οὐκ ἐπιτήδειος <lb/>δὲ
                        οὐδὲ τοῖσι πικροχόλοισι· καὶ γὰρ οὖν διψώδης <lb/>τοῖσί γε τοιουτέοισίν
                        ἐστιν· ἀτὰρ καὶ φυσώδης τοῦ ἐντέρου τοῦ <lb/>ἄνω· οὐ μὴν πολέμιός γε τῷ
                        ἐντέρῳ τῷ κάτω, ὡς κατὰ λόγον <lb/>τῆς φύσης· καίτοι γε οὐ πάνυ πορίμη ἐστὶν
                        ἡ ἀπὸ τοῦ γλυκέος <lb/>οἴνου φῦσα, ἀλλ᾿ ἐγχρονίζει περὶ ὑποχόνδρια. Καὶ γὰρ
                        οὖν <pb n="334"/> οὗτος ἧσσον διουρητικὸς γίγνεται τὸ ἐπίπαν τοῦ οἰνώδεος
                        <lb/>λευκοῦ· πτυάλου δὲ μᾶλλον ἀναγωγός ἐστι τοῦ ἑτέρου <lb/>ὁ γλυκύς. Καὶ
                        οἷσι μὲν διψώδης ἐστὶ πινόμενος, ἧσσον ἂν <lb/>τούτοισιν ἀνάγοι ἢ ὁ ἕτερος
                        οἶνος, οἷσι δὲ μὴ διψώδης, μᾶλλον <lb/>ἀνάγοι ἂν τοῦ ἑτέρου. Ὁ δὲ λευκὸς
                        οἰνώδης οἶνος ἐπῄνηται μὲν <lb/>καὶ ἔψεκται τὰ πλεῖστα καὶ τὰ μέγιστα ἤδη ἐν
                        τῇ τοῦ <lb/>γλυκέος οἴνου διηγήσει· ἐς δὲ κύστιν μᾶλλον πόριμος ἐὼν τοῦ
                        <lb/>ἑτέρου καὶ διουρητικὸς καὶ καταῤῥηκτικὸς, αἰεὶ πολλὰ <lb/>προσωφελέοι
                        ἂν ἐν ταύτῃσι τῇσι νούσοισι· καὶ γὰρ εἰ πρὸς <lb/>ἄλλα ἀνεπιτηδειότερος τοῦ
                        ἑτέρου πέφυκεν, ἀλλ᾿ ὅμως ἡ κατὰ <lb/>κύστιν κάθαρσις ὑπ᾿ αὐτέου γιγνομένη
                        ῥύεται, ἢν προτρέπηται <lb/>ὁκοῖον δεῖ. Καλὰ δὲ ταῦτα τεκμήριά ἐστι τὰ περὶ
                        <lb/>οἴνου ὠφελίης καὶ βλάβης, ὁκόσα ἀκαταμάθητα ἦν τοῖσιν <lb/>ἐμεῦ
                        γεραιτέροισιν. Κιῤῥῷ δὲ οἴνῳ καὶ μέλανι αὐστηρῷ ἐν <lb/>ταύτῃσι τῇσι
                        νούσοισιν ἐς τάδε ἂν χρήσαιο· εἰ καρηβαρίη <pb n="336"/> μὲν μὴ ἐνείη, μηδὲ
                        φρενῶν ἅψις, μηδὲ τὸ πτύελον <lb/>κωλύοιτο τῆς ἀνόδου, μηδὲ τὸ οὖρον
                        ἴσχοιτο, τὰ διαχωρήματα <lb/>δὲ πλαδαρώτερα καὶ ξυσματωδέστερα εἴη, ἐν δὴ
                        τοῖσι <lb/>τοιουτέοισι πρέποι ἂν μάλιστα μεταβάλλειν ἐκ τοῦ λευκοῦ, καὶ
                        ὁκόσα <lb/>τουτέοισιν ἐμφερέα. Προσξυνιέναι δὲ δεῖ, ὅτι τὰ μὲν ἄνω
                        <lb/>πάντα καὶ τὰ κατὰ κύστιν ἧσσον βλάψει, ἢν ὑδαρέστερος ᾖ, τὰ δὲ
                        <lb/>κατ᾿ ἔντερον μᾶλλον ὀνήσει, ἢν ἀκρητέστερος ᾖ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Μελίκρητον δὲ πινόμενον διὰ πάσης τῆς νούσου ἐν τῇσιν <lb/>ὀξείῃσι
                        νούσοισι τὸ ἐπίπαν μὲν τοῖσι πικροχόλοισι καὶ <lb/>μεγαλοσπλάγχνοισιν ἧσσον
                        ἐπιτήδειον ἢ τοῖσι μὴ τοιούτοισίν <lb/>ἐστιν· διψῶδές γε μὴν ἧσσον τοῦ
                        γλυκέος οἴνου· <lb/>πλεύμονός τε γὰρ μαλθακτικόν ἐστι, καὶ πτυέλου ἀναγωγὸν
                        <lb/>μετρίως, καὶ βηχὸς παρηγορικόν· ἔχει γὰρ σμηγματῶδές <pb n="338"/> τι,
                        ὃ μᾶλλον τοῦ μετρίου καταγλισχραίνει τὸ πτύελον. <pb n="340"/> Ἔστι δὲ καὶ
                        οὐρητικὸν μελίκρητον ἱκανῶς, ἢν μή τι τῶν <lb/>ἀπὸ σπλάγχνων κωλύῃ. Καὶ
                        διαχωρητικώτερον δὲ κάτω <lb/>χολωδέων, ἔστι μὲν ὅτε καλῶν, ἔστι δ᾿ ὅτε
                        κατακορεστέρων <pb n="342"/> μᾶλλον τοῦ καιροῦ, καὶ ἀφρωδεστέρων· μᾶλλον δὲ
                        <lb/>τὸ τοιοῦτο τοῖσι χολώδεσί τε καὶ μεγαλοσπλάγχνοισι γίγνεται.
                        <lb/>Πτυάλου μὲν οὖν ἀναγωγὴν καὶ πλεύμονος μάλθαξιν τὸ <lb/>ὑδαρέστερον
                        μελίκρητον ποιέει μᾶλλον· τὰ μέντοι ἀφρώδεα <lb/>διαχωρήματα καὶ μᾶλλον τοῦ
                        καιροῦ κατακορέως χολώδεα, καὶ <lb/>μᾶλλον θερμὰ, τὸ ἄκρητον μᾶλλον τοῦ
                        ὑδαρέος ἄγει· τὸ δὲ <lb/>τοιόνδε διαχώρημα ἔχει μὲν καὶ ἄλλα σίνεα μεγάλα·
                        <lb/>οὔτε γὰρ ἐξ ὑποχονδρίων καῦμα σβεννύει, ἀλλὰ ὁρμᾷ, <lb/>δυσφορίην τε
                        καὶ ῥιπτασμὸν τῶν μελέων ποιέει, ἑλκῶδές <lb/>τέ ἐστι καὶ ἐντέρου καὶ ἕδρης·
                        ἀλεξητήρια δὲ τουτέων <lb/>γεγράψεται. Ἄνευ μὲν οὖν ῥοφημάτων μελικρήτῳ
                        χρεόμενος <lb/>ἀντ᾿ ἄλλου ποτοῦ ἐν ταύτῃσι τῇσι νούσοισι πολλὰ ἂν εὐτυχοίης,
                        <lb/>καὶ οὐκ ἂν πολλὰ ἀτυχοίης· οἷσι δὲ δοτέον, καὶ οἷσιν <lb/>οὐ δοτέον, τὰ
                        μέγιστα εἴρηται, καὶ δι᾿ ἃ οὐ δοτέον. Κατέγνωσται <pb n="344"/> δὲ
                        μελίκρητον ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, ὡς καταγυιοῖ <lb/>τοὺς πίνοντας, καὶ διὰ τοῦτο
                        ταχυθάνατον εἶναι νενόμισται· <lb/>ἐκλήθη δὲ τοῦτο διὰ τοὺς ἀποκαρτερέοντας·
                        ἔνιοι γὰρ μελικρήτῳ <lb/>μούνῳ χρέονται ποτῷ, ὡς τοιούτῳ δῆθεν ἐόντι·
                        <lb/>τὸ δὲ οὐ παντάπασιν ὧδε ἔχει· ἀλλ᾿ ὕδατος μὲν πολλῷ <lb/>ἰσχυρότερόν
                        ἐστι πινόμενον μοῦνον, εἰ μὴ ταράσσοι <lb/>τὴν κοιλίην· ἀτὰρ καὶ οἴνου
                        λεπτοῦ καὶ <lb/>ὀλιγοφόρου καὶ ἀνόσμου ᾗ μὲν ἰσχυρότερον, ᾗ δὲ ἀσθενέστερον.
                            <pb n="346"/> Μέγα μὴν διαφέρει καὶ οἴνου καὶ μέλιτος ἀκρητότης· <lb/>ἐς
                        ἰσχὺν ἀμφοτέρων δ᾿ ὅμως τούτων, εἰ διπλάσιον μέτρον οἴνου <lb/>ἀκρήτου πίνοι
                        τις ἢ ὁκόσον μέλι ἐκλείχοι, πολλῷ ἂν δήπου <lb/>ἰσχυρότερος εἴη ὑπὸ τοῦ
                        μέλιτος, εἰ μοῦνον μὴ ταράσσοι <lb/>τὴν κοιλίην· πολλαπλάσιον γὰρ καὶ τὸ
                        κόπριον διεξίοι <lb/>ἂν αὐτέῳ. Εἰ μέντοι ῥοφήματι χρέοιτο πτισάνῃ, ἐπιπίνοι
                        <lb/>δὲ μελίκρητον, ἄγαν πλησμονῶδες ἂν εἴη καὶ φυσῶδες, <lb/>καὶ τοῖσι κατὰ
                        τὰ ὑποχόνδρια σπλάγχνοισιν ἀξύμφορον· <lb/>προπινόμενον μέντοι πρὸ ῥοφήματος
                        μελίκρητον οὐ βλάπτει <lb/>ὡς μεταπινόμενον, ἀλλά τι καὶ ὠφελέει. Ἑφθὸν δὲ
                        <lb/>μελίκρητον ἐσιδεῖν μὲν πολλῷ κάλλιον τοῦ ὠμοῦ· λαμπρὸν <lb/>γὰρ καὶ
                        λεπτὸν καὶ λευκὸν καὶ διαφανὲς γίγνεται· ἀρετὴν <lb/>δὲ ἥντινα αὐτέῳ προσθέω
                        διαφέρουσάν τι τοῦ ὠμοῦ <lb/>οὐκ ἔχω· οὐδὲ γὰρ ἥδιόν ἐστι τοῦ ὠμοῦ, ἢν
                        τυγχάνῃ <pb n="348"/> γε τὸ μέλι καλὸν ἐόν· ἀσθενέστερον μέντοι γε τοῦ ὠμοῦ
                        <lb/>καὶ ἀκοπρωδέστερόν ἐστιν· ὡν οὐδετέρης τιμωρίης προσδέεται
                        <lb/>μελίκρητον. Ἄγχιστα δὲ χρηστέον αὐτέῳ τοιῷδε ἐόντι. <lb/>εἰ τὸ μέλι
                        τυγχάνοι πονηρὸν ἐὸν καὶ ἀκάθαρτον καὶ μέλαν καὶ <lb/>μὴ εὐῶδες· ἀφέλοιτο
                        γὰρ ἂν ἡ ἕψησις τῶν κακοτήτων αὐτέου <lb/>τὰ πλείονα τοῦ αἴσχεος. </p></div></div></body></text></TEI>