<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg004.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Πολλὰ δ᾿ ἄν τις ἠδελφισμένα τουτέοισι τῶν ἐς <lb/>κοιλίην καὶ ἄλλα εἴποι,
                        ὡς εὐφόρως μὲν φέρουσι τὰ <lb/>βρώματα, ἃ εἰθισμένοι εἰσὶν, ἢν καὶ μὴ ἀγαθὰ
                        ᾖ φύσει, <lb/>ὡσαύτως δὲ καὶ τὰ ποτά· δυσφόρως δὲ φέρουσι τὰ βρωματα, <lb/>ἃ
                        μὴ εἰθισμένοι εἰσὶν, κἢν μὴ κακὰ ᾖ, ὡσαύτως δὲ καὶ <lb/>τὰ ποτά. Καὶ ὁκόσα
                        μὲν κρεηφαγίη πολλὴ παρὰ τὸ ἔθος <lb/>βρωθεῖσα ποιέει, ἢ σκόροδα, ἢ σίλφιον
                        ἢ ὀπὸς ἢ καυλὸς, ἢ <lb/>ἄλλα ὁκόσα τοιουτότροπα μεγάλας δυνάμιας ἔχοντα
                        ἰδίας. <lb/>ἧσσον ἄν τις θαυμάσειεν, εἰ τὰ τοιαῦτα πόνους ἐμποιέει <lb/>τῇσι
                        κοιλίῃσι μᾶλλον τῶν ἄλλων· ἀλλ᾿ εἰ καταμάθοις <lb/>ὁκόσον μᾶζα ὄχλον καὶ
                        ὄγκον καὶ φῦσαν καὶ στρόφον τῇ <pb n="300"/> κοιλίῃ παρέχει παρὰ τὸ ἔθος
                        βρωθεῖσα τῷ μὴ μαζοφαγέειν <lb/>εἰθισμένῳ, ἢ ὁκοῖον ἄρτος βάρος καὶ τάσιν
                        κοιλίης τῷ μαζοφαγέειν <lb/>εἰθισμένῳ· ἢ αὐτός τε ὁ ἄρτος θερμὸς βρωθεὶς
                        οἵην δίψαν <lb/>παρέχει, καὶ ἐξαπιναίην πληθώρην διὰ τὸ ξηραντικόν τε καὶ
                        <lb/>βραδύπορον· καὶ οἱ ἄγαν καθαροί τε καὶ ξυγκομιστοὶ παρὰ τὸ <lb/>ἔθος
                        βρωθέντες οἷα διαφέροντα ἀλλήλων ποιεῦσι· καὶ μᾶζά <lb/>τε ξηρὴ παρὰ τὸ
                        ἔθος, ἢ ὑγρὴ, ἢ γλίσχρη· καὶ τὰ ἄλφιτα οἷόν τι <lb/>ποιέει τὰ ποταίνια τοῖσι
                        μὴ εἰωθόσι, καὶ τὰ ἑτεροῖα τοῖσι τὰ <lb/>ποταίνια εἰωθόσι· καὶ οἰνοποσίη καὶ
                        ὑδροποσίη παρὰ τὸ ἔθος <lb/>ἐς θάτερα μεταβληθέντα ἐξαπίνης, καὶ ὑδαρής τε
                        οἶνος καὶ <lb/>ἄκρητος παρὰ τὸ ἔθος ἐξαπίνης ποθείς· ὁ μὲν γὰρ πλάδον τε
                        <lb/>ἐν τῇ ἄνω κοιλίῃ ἐμποιήσει καὶ φῦσαν ἐν τῇ κάτω· ὁ δὲ παλμόν <pb n="302"/> τε φλεβῶν καὶ καρηβαρίην καὶ δίψαν· καὶ λευκός τε <lb/>καὶ
                        μέλας οἶνος παρὰ τὸ ἔθος μεταβάλλοντι, εἰ καὶ ἄμφω οἰνώδεες <lb/>εἶεν, ὅμως
                        πολλὰ ἂν ἑτεροιώσειαν κατὰ τὸ σῶμα, ὡς <lb/>δὴ γλυκύν τε καὶ οἰνώδεα οἶνον
                        ἧσσον ἄν τις φαίη θαυμαστὸν <lb/>εἶναι μὴ τωὐτὸ δύνασθαι ἐξαπίνης
                        μεταβληθέντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Τιμωρητέον δὲ τοιόνδε τι μέρος τῷ ἐναντίῳ λόγῳ· <lb/>μεταβολὴ τῆς διαίτης
                        τουτέοισιν ἐγένετο, οὐ μεταβάλλοντος <lb/>τοῦ σώματος οὔτε ἐπὶ τὴν ῥώμην,
                        ὥστε προσθέσθαι δεῖν <lb/>σιτία, οὔτε ἐπὶ τὴν ἀῤῥωστίην, ὥστε ἀφαιρεθῆναι·
                        <lb/>προστεκμαρτέα δὴ καὶ ἡ ἰσχὺς καὶ ὁ τρόπος τοῦ νουσήματος <pb n="304"/>
                        ἑκάστου, καὶ τῆς φύσιος τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τοῦ ἔθεος τῆς <lb/>διαίτης τοῦ
                        κάμνοντος, οὐ μοῦνον σιτίων, ἀλλὰ καὶ ποτῶν. <lb/>Πολλῷ δὲ ἧσσον ἐπὶ τὴν
                        πρόσθεσιν ἰτέον· ἐπεὶ τήν γε <lb/>ἀφαίρεσιν ὅλως ἀφελεῖν πολλαχοῦ
                        λυσιτελέει, ὅκου διαρκέειν <lb/>μέλλει ὁ κάμνων, μέχρις ἂν τῆς νούσου ἡ ἀκμὴ
                        πεπανθῇ· <lb/>ἐν ὁκοίοισι δὲ τὸ τοιόνδε ποιητέον γεγράψεται. Πολλὰ δ᾿ ἄν
                        <lb/>τις καὶ ἄλλα ἠδελφισμένα τοῖσιν εἰρημένοισι γράφοι· τὸ <lb/>δέ γε μὴν
                        κρέσσον μαρτύριον· οὐ γὰρ ἠδελφισμένον ἐστὶ <lb/>τῷ πρήγματι, περὶ οὗ μοι ὁ
                        πλεῖστος λόγος εἴρηται, ἀλλ᾿ <lb/>αὐτὸ τὸ πρῆγμα ἐπικαιρότατόν ἐστι
                        διδακτήριον· οἱ γὰρ ἀρχόμενοι <lb/>τῶν ὀξέων νουσημάτων ἔστιν ὅτε οἱ μὲν
                        σιτία ἔφαγον <pb n="306"/> αὐθημερὸν ἠργμένοι ἤδη, οἱ δὲ καὶ τῇ ὑστεραίῃ, οἱ
                        δὲ καὶ <lb/>ἐῤῥόφεον τὸ προστυχὸν, οἱ δὲ καὶ κυκεῶνα ἐῤῥόφεον· ἅπαντα
                        <lb/>δὲ ταῦτα κακίω μέν ἐστιν ἢ εἰ ἑτεροίως τις διαιτηθείη· <lb/>πολλῷ
                        μέντοι ἐλάσσω βλάβην φέρει ἐν τουτέῳ τῷ χρόνῳ <lb/>ἁμαρτηθέντα, ἢ εἴ τις τὰς
                        μὲν πρώτας ἡμέρας δύο ἢ <lb/>τρεῖς κενεαγγήσειε τελείως, τεταρταῖος δὲ ἐὼν
                        τοιάδε διαιτηθείη, <lb/>ἢ καὶ πεμπταῖος· ἔτι μέντοι κάκιον, εἰ ταύτας
                        <lb/>πάσας τὰς ἡμέρας προκενεαγγήσας, ἐν τῇσιν ὕστερον ἡμέρῃσιν <lb/>οὕτω
                        διαιτηθείη, πρὶν ἢ πέπειρον γενέσθαι τὴν νοῦσον· οὕτω <lb/>μὲν γὰρ θάνατον
                        φέρει φανερῶς τοῖσι πλείστοισιν, εἰ μὴ <lb/>παντάπασιν εὐήθης ἡ νοῦσος εἴη.
                        Αἱ δὲ κατ᾿ ἀρχὰς <lb/>ἁμαρτάδες οὐχ ὁμοίως ταύτῃσιν ἀνήκεστοί εἰσιν, ἀλλὰ
                        πολλῷ <lb/>εὐακεστότεραι. Τοῦτο οὖν ἡγεῦμαιμέγιστον διδακτήριον, ὅτι οὐ
                        <lb/>στερητέαι αἱ πρῶται ἡμέραι τοῦ ῥοφήματος ἢ τοίου ἢ τοίου <pb n="308"/>
                        τοῖσι μέλλουσιν ὀλίγον ὕστερον ῥοφήμασιν ἢ τοίοισιν ἢ τοίοισι χρέεσθαι.
                        <lb/>Πυθμενόθεν μὲν οὖν οὐκ ἴσασιν οὔθ᾿ οἱ τῇσι κριθώδεσι <lb/>πτισάνῃσι
                        χρεόμενοι, ὅτι αὐτέῃσι κακοῦνται, <lb/>ὁκόταν ῥοφέειν ἄρξωνται, ἢν
                        προκενεαγγήσωσι δύο <lb/>ἢ τρεῖς ἡμέρας ἢ πλείους, οὔτ᾿ αὖ οἱ τῷ χυλῷ
                        χρεόμενοι <lb/>γιγνώσκουσιν ὅτι αὐτέῃσι βλάπτονται ῥοφέοντες, ὅταν <lb/>μὴ
                        ὀρθῶς ἄρξωνται τοῦ ῥοφήματος. Τόδε γε μὴν καὶ φυλάσσουσι <lb/>καὶ
                        γιγνώσκουσιν, ὅτι μεγάλην τὴν βλάβην φέρει, ἢν, <lb/>πρὶν πέπειρον τὴν
                        νοῦσον γενέσθαι, κριθώδεα πτισάνην <lb/>ῥοφήσῃ ὁ κάμνων, εἰθισμένος χυλῷ
                        χρέεσθαι. Πάντα οὖν <lb/>ταῦτα μεγάλα μαρτύρια, ὅτι οὐκ ὀρθῶς ἄγουσιν ἐς τὰ
                        διαιτήματα <pb n="310"/> οἱ ἰητροὶ τοὺς κάμνοντας· ἀλλ᾿ ἐν ᾗσί τε νούσοισιν
                        <lb/>οὐ χρὴ κενεαγγέειν τοὺς μέλλοντας ῥοφήμασι διαιτἄσθαι,
                        <lb/>κενεαγγέουσιν· ἐν ᾗσί τε οὐ χρὴ μεταβάλλειν ἐκ κενεαγγείης <lb/>ἐς
                        ῥοφήματα, ἐν ταύτῃσι μεταβάλλουσι· καὶ ὡς ἐπιτοπολὺ <lb/>ἀκαρτὶ ἐν τοῖσι
                        τοιούτοισι καιροῖσι μεταβάλλουσιν ἐς <pb n="312"/> τὰ ῥοφήματα ἐκ τῆς
                        κενεαγγείης, ἐν οἶσι πολλάκις ἀρήγει <lb/>ἐκ τῶν ῥοφημάτων πλησιάζειν τῇ
                        κενεαγγείῃ, ἣν οὕτω <lb/>τύχῃ παροξυνομένη ἡ νοῦσος. Ἐνίοτε δὲ καὶ ὠμὰ
                        ἐπισπῶνται <lb/>ἀπὸ τῆς κεφαλῆς καὶ τοῦ περὶ τὸν θώρηκα τόπου χολώδεα·
                        <lb/>ἀγρυπνίαι τε ξυνεμπίπτουσιν αὐτέοισι, δι᾿ ἃς οὐ πέσσεται <lb/>ἡ νοῦσος,
                        περίλυποί τε καὶ πικροὶ γίγνονται, καὶ παραφρονέουσι, <lb/>καὶ μαρμαρυγώδεα
                        σφέων τὰ ὄμματα, καὶ αἱ ἀκοαὶ <pb n="314"/> ἤχου μεσταὶ, καὶ τὰ ἀκρωτήρια
                        κατεψυγμένα, καὶ οὖρα <lb/>ἄπεπτα, καὶ πτύσματα λεπτὰ καὶ ἁλυκὰ καὶ
                        κεχρωσμένα <lb/>ἀκρήτῳ χρώματι σμικρὰ, καὶ ἱδρῶτες περὶ τὸν τράχηλον,
                        <lb/>καὶ διαπορήματα, καὶ πνεῦμα προσπταῖον ἐν τῇ ἄνω φορῇ <lb/>πυκνὸν ἢ
                        μέγα λίην, ὀφρύες δεινώσιος μετέχουσαι, λειποψυχώδεα <lb/>πονηρὰ, καὶ τῶν
                        ἱματίων ἀποῤῥίψιες ἀπὸ τοῦ <lb/>στήθεος, καὶ χεῖρες τρομώδεες, ἐνίοτε δὲ καὶ
                        χεῖλος τὸ <lb/>κάτω σείεται. Ταῦτα δὲ ἐν ἀρχῇσιν ἐπιφαινόμενα παραφροσύνης
                        <lb/>δηλωτικά ἐστι σφοδρῆς, καὶ ὡς ἐπιτοπολὺ ἀποθνήσκουσιν· <lb/>οἱ δὲ
                        διαφεύγοντες, ἢ μετὰ ἀποστήματος, ἢ αἵματος <lb/>ῥύσιος ἐκ τῆς ῥινὸς, ἢ πῦον
                        παχὺ πτύσαντες διαφεύγουσιν, <lb/>ἄλλως δὲ οὔ. Οὐδὲ γὰρ τῶν τοιουτέων ὁρέω
                        ἐμπείρους <pb n="316"/> τοὺς ἰητροὺς, ὡς χρὴ διαγιγνώσκειν τὰς ἀσθενείας ἐν
                        <lb/>τῇσι νούσοισιν, αἵ τε διὰ κενεαγγείην ἀσθενεῦνται, <lb/>αἵ τε δι᾿ ἄλλον
                        τινὰ ἐρεθισμὸν, αἵ τε διὰ πόνον καὶ ὑπὸ <lb/>ὀξύτητος τῆς νούσου, ὁκόσα τε
                        ἡμέων ἡ φύσις καὶ ἡ ἕξις <lb/>ἑκάστοισιν ἐκτεκνοῖ πάθεα καὶ εἴδεα παντοῖα·
                        καίτοι σωτηρίην ἢ θάνατον <lb/>φέρει γιγνωσκόμενα ἢ ἀγνοούμενα τὰ τοιαῦτα.
                        Μέζον <lb/>μὲν γὰρ κακόν ἐστιν, ἢν διὰ τὸν πόνον καὶ τὴν ὀξύτητα τῆς
                        <lb/>νούσου ἀσθενέοντι προσφέρῃ τις ποτὸν ἢ ῥόφημα πλεῖον <lb/>ἢ σιτίον,
                        οἰόμενος διὰ κενεαγγείην ἀσθενέειν. Ἀεικὲς δὲ καὶ <lb/>διὰ κενεαγγείην
                        ἀσθενέοντα μὴ γνῶναι καὶ πιέζειν τῇ διαίτῃ· <lb/>φέρει μὲν γάρ τινα κίνδυνον
                        καὶ αὕτη ἡ ἁμαρτὰς, πολλῷ δὲ <lb/>ἥσσονα τῆς ἑτέρης· καταγελαστοτέρη δὲ
                        πολλῷ αὕτη μᾶλλον <lb/>ἡ ἁμαρτὰς τῆς ἑτέρης· εἰ γὰρ ἄλλος ἰητρὸς ἢ καὶ
                        ἰδιώτης <pb n="318"/> ἐσελθὼν, καὶ γνοὺς τὰ ξυμβεβηκότα, δῴη καὶ φαγεῖν καὶ
                        <lb/>πιεῖν, ἃ ὁ ἕτερος ἐκώλυεν, ἐπιδήλως ἂν δοκοίη ὠφεληκέναι. <lb/>Τὰ δὲ
                        τοιαῦτα μάλιστα καθυβρίζεται τῶν χειρωνακτέων <lb/>ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων· δοκέει
                        γὰρ αὐτέοισιν ὁ ἐσελθὼν ἰητρὸς ἢ <lb/>ἰδιώτης ὡσπερεὶ τεθνεῶτα ἀναστῆσαι.
                        Γεγράψεται οὖν καὶ <lb/>περὶ τουτέου σημήϊα οἷσι δεῖ ἕκαστα τουτέων
                        διαγιγνώσκειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Παραπλήσια μέντοι τοῖσι κατὰ κοιλίην ἐστὶ καὶ <lb/>ταῦτα· καὶ γὰρ ἢν ὅλον
                        τὸ σῶμα ἀναπαύσηται πουλὺ παρὰ τὸ <lb/>ἔθος, οὐκ αὐτίκα ἔῤῥωται μᾶλλον· ἢν
                        δὲ δὴ καὶ πλείω χρόνον <lb/>διελινύσαν ἐξαπίνης ἐς τοὺς πόνους ἔλθῃ, φλαῦρόν
                        τι <lb/>πρήξειεν ἐπιδήλως. Οὕτω δὲ καὶ ἓν ἕκαστον τοῦ σώματος· <lb/>καὶ γὰρ
                        οἱ πόδες τοιόνδε τι πρήξειαν, καὶ τὰ ἄλλα ἄρθρα <pb n="320"/> μὴ εἰθισμένα
                        πονέειν, ἢν διὰ χρόνου ἐξαπίνης πρὸς τὸ <lb/>πονέειν ἔλθῄ. Ταῦτα δ᾿ ἂν καὶ
                        οἱ ὀδόντες καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ <lb/>πάθοιεν, καὶ πᾶν ὁτιοῦν. Ἐπεὶ καὶ κοίτη παρὰ
                        τὸ ἔθος <lb/>μαλθακὴ πόνον ἐμποιέει, καὶ σκληρὴ παρὰ τὸ ἔθος, καὶ
                        <lb/>ὕπαιθρος εὐνὴ παρὰ τὸ ἔθος σκληρύνει τὸ σῶμα. Ἀτὰρ <lb/>καὶ τὰ τῶν
                        τοιῶνδε πάντων ἀρκέει παραδείγματα γράψαι. Εἰ <lb/>γάρ τις ἑλκος λαβὼν ἐν
                        κνήμῃ μήτε λίην ἐπίκαιρον μήτε <lb/>λίην εὔηθες, μήτε ἄγαν εὐελκὴς ἐὼν, μήτε
                        ἄγαν δυσελκὴς, <lb/>αὐτίκα ἀρξάμενος ἐκ πρώτης κατακείμενος ἰητρεύοιτο, καὶ
                            <pb n="322"/> μηδαμῆ μετεωρίζοι τὸ σκέλος, ἀφλέγμαντος μὲν ἂν <lb/>οὕτως
                        εἴη μᾶλλον, καὶ ὑγιὴς πολλῷ θᾶσσον ἂν γένοιτο, <lb/>ἢ εἰ πλανώμενος
                        ἰητρεύοιτο· εἰ μέντοι πεμπταῖος ἢ <lb/>ἑκταῖος ἐὼν ἢ καὶ ἔτι ἀνωτέρω,
                        ἀναστὰς ἐθέλοι προβαίνειν, <lb/>μᾶλλον ἂν πονέοι τότε ἢ εἰ αὐτίκα ἐξ ἀρχῆς
                        πλανώμενος <lb/>ἰητρεύοιτο· εἰ δὲ καὶ πολλὰ ταλαιπωρήσειεν ἐξαπίνης,
                        <lb/>πολλῷ ἂν μᾶλλον πονήσειεν ἢ εἰ ἐκείνως ἰητρευόμενος <pb n="324"/> τὰ
                        αὐτὰ ταῦτα ταλαιπωρήσειεν ἐν ταύτῃσι τῇσιν <lb/>ἡμέρῃσιν. Διὰ τέλεος οὖν
                        μαρτυρέει ταῦτα πάντα ἀλλήλοισιν, <lb/>ὅτι πάντα ἐξαπίνης μέζω πολλῷ τοῦ
                        μετρίου μεταβαλλόμενα <lb/>ἐπὶ τὰ, καὶ ἐπὶ τὰ, βλάπτει. Πολλαπλασίη μὲν οὖν
                        <lb/>κατὰ κοιλίην ἡ βλάβη ἐστὶν, ἢν ἐκ πολλῆς κενεαγγείης <lb/>ἐξαπίνης
                        πλέον τοῦ μετρίου προσαίρηται (ἀτὰρ καὶ κατὰ τὸ <pb n="326"/> ἄλλο σῶμα, ἢν
                        ἐκ πολλῆς ἡσυχίης ἐξαίφνης ἐς πλείω πόνον <lb/>ἔλθοι, πουλὺ πλείω βλαβείη),
                        ἢ εἰ ἐκ πολλῆς ἐδωδῆς ἐς <lb/>κενεαγγείην μεταβάλλοι· δεῖ μέντοι καὶ τὸ σῶμα
                        τουτέοισιν <pb n="328"/> ἐλινύειν· καὶ ἢν ἐκ πολλῆς ταλαιπωρίης ἐξαπίνης
                        <lb/>ἐς σχολήν τε καὶ ῥᾳθυμίην ἐμπέσῃ, δεῖ δὲ καὶ τουτέοισι <lb/>τὴν κοιλίην
                        ἐλινύειν ἐκ πλήθεος βρώμης· ἢν δὲ μὴ, πόνον <lb/>ἐν τῷ σώματι ἐμποιήσει καὶ
                        βάρος ὅλου τοῦ σώματος. </p></div></div></body></text></TEI>