<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg004.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣ ΟΞΕΩΝ</head><p>1. Οἱ ξυγγράψαντες τὰς Κνιδίας καλεομένας γνώμας, ὁκοῖα <lb/>μὲν πάσχουσιν οἱ
                        κάμνοντες ἐν ἑκάστοισι τῶν νουσημάτων ὀρθῶς <lb/>ἔγραψαν, καὶ ὁκοίως ἔνια
                        ἀπέβαινεν αὐτέων· καὶ ἄχρι μὲν τουτέου <lb/>καὶ μὴ ἰητρὸς δύναιτο τις ἂν
                        ὀρθῶς ξυγγράψαι, εἰ εὖ παρὰ <lb/>τῶν καμνόντων ἕκαστον πύθοιτο ὁκοῖα
                        πάσχουσιν. Ὁκόσα δὲ <lb/>προκαταμαθεῖν χρὴ τὸν ἰητρὸν, μὴ λέγοντος τοῦ
                        κάμνοντος, <lb/>τουτέων τὰ πολλὰ παρεῖται, ἄλλα ἐν ἄλλοισι, καὶ ἐπικαιρα
                        <lb/>ἔνια ἐόντα ἐς τέκμαρσιν. Ὁκόταν δὲ ἐς τέκμαρσιν λέγγηται <lb/>ὡς χρὴ
                        ἕκαστα ἰητρεύειν, ἐν τουτέοισι πολλὰ ἑτεροίως <pb n="226"/> γιγνώσκω ἢ ὡς
                        ἐκεῖνοι ἐπεξῄεσαν· καὶ οὐ μοῦνον διὰ τοῦτο οὐκ <lb/>ἐπαινέω, ἀλλ᾿ ὅτι καὶ
                        ὀλίγοισι τὸν ἀριθμὸν τοῖσιν ἀκέεσιν <lb/>ἐχρέοντο· τὰ γὰρ πλεῖστα αὐτέοισιν
                        εἰρέαται πλὴν τῶν ὀξειῶν <lb/>νούσων, φάρμακα ἐλατήρια διδόναι καὶ ὀῤῥὸν καὶ
                        γάλα ἐς <lb/>τὴν ὥρην πιπίσκειν. Εἰ μὲν οὖν ταῦτα ἀγαθὰ ἦν καὶ ἁρμόζοντα
                        <lb/>τοῖσι νουσήμασιν, ἐφ᾿ οἷσι παρῄνεον διδόναι, ἔτι <lb/>ἂν ἀξιώτερα
                        ἐπαίνου ἦν, ὅτι, ὀλίγα ἐόντα, αὐτάρκεά ἐστιν· νῦν <lb/>δὲ οὐχ οὕτως ἔχει. Οἱ
                        μέν τοι ὕστερον ἐπιδιασκευάσαντες, ἰητρικώτερον <lb/>δή τι ἐπῆλθον περὶ τῶν
                        προσοιστέων ἑκάστοισιν· ἀτὰρ <lb/>οὐδὲ περὶ διαίτης οἱ ἀρχαῖοι ξυνέγραψαν
                        οὐδὲν ἄξιον λόγου, <lb/>καίτοι μέγα τοῦτο παρῆκαν. Τὰς μέντοι πολυτροπίας
                        τὰς ἐν <lb/>ἑκάστῃ τῶν νούσων καὶ τὴν πολυσχιδίην αὐτέων οὐκ ἠγνόεον <pb n="228"/> ἔνιοι· τοὺς δὲ ἀριθμοὺς ἑκάστου τῶν νουσημάτων <lb/>σάρα
                        φράζειν ἐθέλοντες, οὐκ ὀρθῶς ἔγραψαν· μὴ γὰρ οὐκ <lb/>εὐαρίθμητον εἴη, εἰ
                        τουτέῳ τις σημανεῖται τὴν τῶν <lb/>καμνόντων νοῦσον, τῷ ἕτερον ἑτέρου
                        διαφέρειν τι, καὶ, ἢν <lb/>μὴ τωὐτὸ νούσημα δοκέῃ εἶναι, μὴ τωὐτὸ οὔνομα
                        <lb/>ἔχειν. </p></div><pb n="230"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Ἐμοὶ δ᾿ ἁνδάνει μὲν ἐν πάσῃ τῇ τέχνῃ προσέχειν τὸν <lb/>νόον· καὶ γὰρ
                        ὁκόσα ἔργα καλῶς ἔχει ἢ ὀρθῶς, καλῶς ἕκαστα <lb/>χρὴ ποιέειν καὶ ὀρθῶς, καὶ
                        ὁκόσα ταχέως ἔργα, ταχέως, καὶ <lb/>ὁκόσα καθαρίως, καθαρίως, καὶ ὁκόσα
                        ἀνωδύνως διαχειρίζεσθαι, <pb n="232"/> ὡς ἀνωδυνώτατα ποιέειν, καὶ τἄλλα
                        πάντα τὰ τοιουτότροπα <lb/>διαφερόντως τῶν πέλας ἐπὶ τὸ βέλτιον ποιέειν χρή.
                        <lb/>Μάλιστα δ᾿ ἂν ἐπαινέσαιμι ἰητρὸν, ὅστις ἐν τοῖσιν ὀξέσι νουσήμασιν,
                        <lb/>ἃ τοὺς πλείστους τῶν ἀνθρώπων κτείνει, ἐν τουτέοισι <lb/>διαφέρων τι
                        τῶν ἄλλων εἴη ἐπὶ τὸ βέλτιον. Ἔστι δὲ ταῦτα <lb/>ὀξέα, ὁκοῖα ὠνόμασαν οἱ
                        ἀρχαῖοι πλευρῖτιν, καὶ περιπλευμονίην, <lb/>καὶ φρενῖτιν, καὶ λήθαργον, καὶ
                        καῦσον, καὶ τἄλλα νουσήματα <lb/>ὁκόσα τουτέων ἐχόμενά ἐστιν, ὧν οἱ πυρετοὶ
                        τὸ ἐπίπαν <lb/>ξυνεχέες. Ὅταν γὰρ μὴ λοιμώδεος νούσου τρόπος τις κοινὸς
                        <lb/>ἐπιδημήσῃ, ἀλλὰ σποράδεες ἔωσιν αἱ νοῦσοι καὶ παραπλήσιοι, <pb n="234"/> ὑπὸ τουτέων τῶν νουσημάτων ἀποθνήσκουσι μᾶλλον ἢ ὑπὸ τῶν <lb/>ἄλλων τῶν
                        ξυμπάντων. Οἱ μὲν οὖν ἰδιῶται οὐ κάρτα γιγνώσκουσι <lb/>τοὺς ἐς ταῦτα
                        διαφέροντας τῶν πέλας, ἑτεροίων τε <pb n="236"/> μᾶλλον ἰημάτων ἐπαινέται
                        καὶ ψέκται εἰσίν. Ἔπειτα μέγα <lb/>σημεῖον τόδε, ὅτι οἱ δημόται ἀξυνετώτατοι
                        αὐτοὶ ἑωυτῶν <lb/>περὶ τουτέων τῶν νουσημάτων εἰσὶν ὥς μελετητέα <lb/>εἶναι·
                        οἱ γὰρ μὴ ἰητροὶ ἰητροὶ δοκέουσιν εἶναι μάλιστα διὰ <pb n="238"/> ταύτας τὰς
                        νούσους· ῥηΐδιον γὰρ τὰ ὀνόματα ἐκμανθάνειν, <lb/>ὁκοῖα νενόμισται
                        προσφέρεσθαι πρὸς τοὺς τὰ τοιαῦτα κάμνοντας. <lb/>Ἢν γὰρ ὀνομάσῃ τις
                        πτισάνης τε χυλὸν καὶ οἶνον τοῖον ἢ <lb/>τοῖον καὶ μελίκρητον, ἅπαντα τοῖσι
                        δημότῃσι δοκέουσιν <lb/>οἱ ἰητροὶ ταῦτα λέγειν, οἵ τε βελτίους καὶ οἱ
                        χείρους· τὰ δὲ οὐχ <lb/>οὕτως ἔχει, ἀλλ᾿ ἐν τουτέοισι δὴ καὶ πάνυ μέγα
                        διαφέρουσιν <lb/>ἕτεροι ἑτέρων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Δοκέει δέ μοι ἄξια γραφῆς εἶναι ταῦτα μάλιστα, ὁκόσα τε <lb/>ἀκαταμάθητά
                        ἐστι τοῖσιν ἰητροῖσιν, ἐπίκαιρα ἐόντα εἰδέναι, <lb/>καὶ ὁκόσα μεγάλας
                        ὠφελείας φέρει ἢ μεγάλας βλάβας. Ἀκαταμάθητα <lb/>μὲν οὖν τάδε ἐστί· διὰ τί
                        ἄρα ἐν τῇσιν <lb/>ὀξείῃσι νούσοισιν οἱ μὲν τῶν ἰητρῶν ἅπαντα τὸν αἰῶνα
                        <lb/>διατελεῦσι πτισάνας διδόντες ἀδιηθήτους, καὶ νομίζουσιν <pb n="240"/>
                        ὀρθῶς ἰητρεύειν, οἱ δέ τινες περὶ παντὸς ποιέονται ὅκως <lb/>κριθὴν μηδεμίην
                        καταπίῃ ὁ κάμνων (μεγάλην γὰρ βλάβην <lb/>ἡγεῦνται εἶναι), ἀλλὰ δι᾿ ὀθονίου
                        διηθεῦντες τὸν χυλὸν <lb/>διδόασιν· οἱ δ᾿ αὖ τινες αὐτέων οὔτ᾿ ἂν πτισάνην
                        παχείην <lb/>δοῖεν, οὔτε χυλόν· οἱ μὲν μέχρις ἂν ἑβδομαῖος γένηται ὁ
                        <lb/>κάμνων, οἱ δὲ καὶ διὰ τέλεος ἄχρις ἂν κριθῇ ἡ νοῦσος. Μάλα <lb/>μὲν οὖν
                        οὐδὲ προβάλλεσθαι τὰ τοιαῦτα ζητήματα εἰθισμένοι <lb/>εἰσὶν οἱ ἰητροί· ἴσως
                        δὲ οὐδὲ προβαλλόμενα εὑρίσκεται· καίτοι <lb/>διαβολήν γε ἔχει ὅλη ἡ τέχνη
                        πρὸς τῶν δημοτέων μεγάλην, <lb/>ὡς μηδὲ δοκέειν ὅλως ἰητρικὴν εἶναι· ἔν γε
                        τοῖσιν <pb n="242"/> ὀξέσι τῶν νουσημάτων τοσόνδε διοίσουσιν ἀλλήλων οἱ
                        χειρωνάκται, <lb/>ὥστε ἃ ὁ ἕτερος προσφέρει ἡγεύμενος ἄριστα εἶναι, ταῦτα
                        <lb/>νομίζειν ἤδη τὸν ἕτερον κακὰ εἶναι· καὶ σχεδὸν ἂν κατά <lb/>γε τὸ
                        τοιόνδε τὴν τέχνην φαῖεν ὡμοιῶσθαι τῇ μαντικῇ, ὅτι <lb/>οἱ μάντιες τὸν αὐτὸν
                        ὄρνιθα, εἰ μὲν ἀριστερὸς εἴη, ἀγαθὸν νομίζουσιν <lb/>εἶναι, εἰ δὲ δεξιὸς,
                        κακόν· καὶ ἐν ἱεροσκοπίῃ τὰ τοιάδε <lb/>εὕροι τις ἂν ἄλλα ἐπ᾿ ἄλλοισιν· ἀλλ᾿
                        ἔνιοι τῶν μάντιων <pb n="244"/> τἀναντία τουτέων. Φημὶ δὴ πάγκαλον εἶναι
                        τοῦτο τὸ <lb/>σκέμμα καὶ ἠδελφισμένον τοῖσι πλείστοισι τῶν ἐν τῇ τέχνῃ καὶ
                        <lb/>ἐπικαιροτάτοισιν· καὶ γὰρ τοῖσι νοσέουσι πᾶσιν ἐς ὑγείην μέγα <lb/>τι
                        δύνασθαι, καὶ τοῖσιν ὑγιαίνουσιν ἐς ἀσφαλείην, καὶ <lb/>τοῖσιν ἀσκέουσιν ἐς
                        εὐεξίην, καὶ ἐς ὅ τι ἂν ἕκαστος <lb/>ἐθέλῃ. </p></div></div></body></text></TEI>