<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg003.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Οἱ δὲ ἱδρῶτες ἄριστοι μέν εἰσιν ἐν πᾶσι τοῖσιν ὀξέσι νουσήμασιν, <pb n="124"/> ὁκόσοι ἐν ἡμέρῃσί τε κρισίμοισι γίγνονται καὶ τελείως τὸν
                        <lb/>πυρετὸν ἀπαλλάσσουσιν. Ἀγαθοὶ δὲ καὶ ὁκόσοι διὰ παντὸς τοῦ <lb/>σώματος
                        γιγνόμενοι ἀπέδειξαν τὸν ἄνθρωπον εὐπετέστερον φέροντα <lb/>τὸ νούσημα. Οἳ
                        δ᾿ ἂν μὴ τοιοῦτόν τι ἐξεργάσωνται, οὐ λυσιτελέες. <lb/>Κάκιστοι δὲ οἱ ψυχροί
                        τε καὶ μοῦνον περὶ τὴν κεφαλήν <lb/>τε καὶ τὸ πρόσωπον γιγνόμενοι καὶ τὸν
                        αὐχένα· οὗτοι γὰρ ξὺν <lb/>μὲν ὀξεῖ πυρετῷ θάνατον προσημαίνουσι, ξὺν δὲ
                        πρηϋτέρῳ, <lb/>μῆκος νούσου. Καὶ οἱ κατὰ πᾶν τὸ σῶμα ὡσαύτως γιγνόμενοι
                        <lb/>τοῖσι περὶ τὴν κεφαλήν· οἱ δὲ κεγχροειδέες καὶ μοῦνον περὶ τὸν
                        <lb/>τράχηλον γιγνόμενοι πονηροί. Οἱ δὲ μετὰ σταλαγμῶν καὶ ἀτμίζοντες,
                        <lb/>ἀγαθοί. Κατανοέειν δὲ χρὴ τὸ ξύνολον τῶν ἱδρώτων. Γίγνονται <lb/>γὰρ οἱ
                        μὲν δι᾿ ἔκλυσιν σωμάτων, οἱ δὲ διὰ ξυντονίην φλεγμονῆς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ὑποχόνδριον δὲ ἄριστον μὲν ἀνώδυνόν τε ἐὸν καὶ μαλθακὸν <pb n="126"/> καὶ
                        ὁμαλὸν, καὶ ἐπὶ δεξιὰ καὶ ἐπ᾿ ἀριστερά. Φλεγμαῖνον δὲ, ἢ <lb/>ὀδύνην
                        παρέχον, ἢ ἐντεταμένον, ἢ ἀνωμάλως διακείμενα τὰ <lb/>δεξιὰ πρὸς τὰ
                        ἀριστερὰ, ταῦτα πάντα φυλάσσεσθαι χρή. Εἰ δὲ <lb/>καὶ σφυγμὸς ἐνείη ἐν τῷ
                        ὑποχονδρίῳ, θόρυβον σημαίνει, ἢ παραφροσύνην· <lb/>ἀλλὰ τοὺς ὀφθαλμοὺς
                        ἐπικατιδεῖν τῶν τοιουτέων· <lb/>ἢν γὰρ αἱ ὄψιες πυκνὰ κινέωνται, μανῆναι
                        τούτους ἐλπίς. <lb/>Οἴδημα δὲ ἐν τῷ ὑποχονδρίῳ σκληρόν τε ἐὸν καὶ ἐπώδυνον,
                        κάκιστον <lb/>μὲν, εἰ παρ᾿ ἅπαν εἴη τὸ ὑποχόνδριον· εἰ δὲ καὶ εἴη ἐν τῷ
                        <lb/>ἑτέρῳ μέρει, ἀκινδυνότερόν ἐστιν ἐν τῷ ἐπ᾿ ἀριστερά. Σημαίνει <lb/>δὲ
                        τὰ τοιαῦτα οἰδήματα ἐν ἀρχῇ μὲν θάνατον ὀλιγοχρόνιον ἔσεσθαι· <lb/>ἢν δὲ
                        ὑπερβάλλη εἴκοσιν ἡμέρας ὅ τε πυρετὸς ἔχων καὶ τὸ οἴδημα <lb/>μὴ
                        καθιστάμενον, ἐς διαπύησιν τρέπεται. Γίγνεται δὲ τουτέοισιν <lb/>ἐν τῇ πρώτῃ
                        περιόδῳ καὶ αἵματος ῥῆξις ἐκ τῶν ῥινῶν, καὶ <pb n="128"/> κάρτα ὠφελέει·
                        ἀλλ᾿ ἔπανερωτᾷν χρὴ, εἰ τὴν κεφαλὴν ἀλγέουσιν, <lb/>ἢ ἀμβλυωπέουσιν· ἢν γάρ
                        τι τοιοῦτον εἴη, ἐνταῦθα ἂν ῥέποι. <lb/>Μᾶλλον δὲ τοῖσι νεωτέροισι πέντε καὶ
                        τριήκοντα ἐτέων, τὴν τοῦ <lb/>αἵματος ῥῆξιν προσδέχεσθαι χρή. Τὰ δὲ μαλθακὰ
                        τῶν οἰδημάτων <lb/>καὶ ἀνώδυνα καὶ τῷ δακτύλῳ ὑπείκοντα χρονιωτέρας τὰς
                        <lb/>κρίσιας ποιέεται, καὶ ἧσσον ἐκείνων δεινότερά ἐστιν. Εἰ δὲ ὑπερβάλλοι
                        <lb/>ἑξήκοντα ἡμέρας ὅ τε πυρετὸς ἔχων καὶ τὸ οἴδημα μὴ <lb/>καθιστάμενον,
                        ἔμπυον ἔσεσθαι σημαίνει· καὶ τοῦτο, καὶ τὸ ἐν τῇ <lb/>ἄλλῃ κοιλίῃ κατὰ
                        τωὐτό. Ὁκόσα μὲν οὖν ἐπώδυνά τέ ἐστι καὶ <lb/>σκληρὰ καὶ μεγάλα, σημαίνει
                        κίνδυνον θανάτου ὀλιγοχρονίου· <lb/>ὁκόσα δὲ μαλθακά τε καὶ ἀνώδυνα καὶ τῷ
                        δακτύλῳ πιεζόμενα <lb/>ὑπείκει, χρονιώτερα ἐκείνων. Τὰς δὲ ἀποστάσιας ἧσσον
                        τὰ ἐν <lb/>τῇ γαστρὶ οἰδήματα ποιέεται τῶν ἐν τοῖσιν ὑποχονδρίοισιν, ἥκιστα
                        δὲ <lb/>τὰ ὑποκάτω τοῦ ὀμφαλοῦ ἐς ἐπιπύησιν τρέπεται· αἵματος δὲ <pb n="130"/>
                        <lb/>ῥῆξιν ἐκ τῶν ἄνω τόπων μάλιστα προσδέχεσθαι. Ἁπάντοιν δὲ χρὴ <lb/>τῶν
                        οἰδημάτων χρονιζόντων περὶ ταῦτα· τὰ χωρία ὑποσκέπτεσθαι <lb/>τὰς ἐκπυήσιας.
                        Τὰ δὲ διαπυήματα ὧδε δεῖ σκέπτεσθαι τὰ ἐντεῦθεν· <lb/>ὁκόσα μὲν ἔξω
                        τρέπεται, ἄριστά ἐστι, μικρά τε ἐόντα, καὶ <lb/>ὡς μάλιστα ἐκκλίνοντα ἔξω,
                        καὶ ἐς ὀξὺ ἀποκυρτούμενα· τὰ <lb/>δὲ μεγάλα τε ἐόντα καὶ πλατέα, καὶ ἥκιστα
                        ἐς ὀξὺ ἀποκορυφούμενα, <lb/>κάκιστα· δσα δὲ ἔσω ῥήγνυται, ἄριστά ἐστιν, ἃ
                        μηδὲν <lb/>τῷ ἔξω. χωρίῳ ἐπικοινωνέει, ἀλλ᾿ ἔστι προσεσταλμένα. τε καὶ
                        ἀνώδυνα <lb/>καὶ πᾶν τὸ ἔξω χωρίον ὁμόχροον φαίνεται. Τὸ δὲ πῦον
                        <lb/>ἄριστον λευκόν τε εἶναι καὶ ὁμαλὸν καὶ λεῖον καὶ ὡς ἥκιστα
                        <lb/>δυσῶδες· τὸ δὲ ἐναντίον τουτέου κάκιστον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Οἱ δὲ ὕδρωπες οἱ ἐκ τῶν ὀξέων νουσημάτων πάντες <lb/>κακοί· οὔτε γὰρ τοῦ
                        πυρὸς ἀπαλλάσσουσιν; ἐπώδυνοί τέ εἰσι κάρτα <lb/>καὶ θανατώδεες. Ἄρχονται δὲ
                        οἱ πλεῖστοι μὲν ἀπὸ τῶν κενεώνων <lb/>καὶ τῆς ὀσφύος, οἱ δὲ ἀπὸ τοῦ ἥπατος·
                        οἷσι μὲν οὖν ἀπὸ τῶν <lb/>κενεώνων καὶ τῆς ὀσφύος αἱ ἀρχαὶ γίγνονται, οἵ τε
                        πόδες οἰδέουσι, <lb/>καὶ διάῤῥοιαι πολυχρόνιοι ἔχουσιν, οὔτε τὰς ὀδύνας
                        λύουσαι τὰς <lb/>ἐκ τῶν κενεώνων καὶ τῆς ὀσφύος, οὔτε τὴν γαστέρα
                        λαπάσσουσαι· <pb n="132"/> ὁκόσοισι δὲ ἀπὸ τοῦ ἥπατος ὕδρωπες γίγνονται,
                        βῆξαί τε <lb/>θυμὸς τούτοισιν ἐγγίγνεται, καὶ οὐδέν τι ἀποπτύουσιν ἄξιον
                        λόγου, <lb/>καὶ οἱ πόδες οἰδέουσι, καὶ ἡ γαστὴρ οὐ διαχωρέει, εἰ μὴ σκληρά
                        <lb/>τε καὶ πρὸς ἀνάγκην, καὶ περὶ τὴν κοιλίην γίγνεται οἰδήματα, τὰ
                        <lb/>μὲν ἐπὶ δεξιὰ, τὰ δ᾿ ἐπ᾿ ἀριστερὰ, ἱστάμενά τε καὶ καταπαυόμενα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Κεφαλὴ δὲ καὶ χεῖρες καὶ πόδες ψυχρὰ ἐόντα κακὸν, τῆς τε <lb/>κοιλίης καὶ
                        τῶν πλευρῶν θερμῶν ἐόντων. Ἄριστον δὲ καὶ ὅλον τὸ <lb/>σῶμα θερμόν τε ἐὸν
                        καὶ μαλθακὸν ὁμαλῶς. Στρέφεσθαι δὲ χρὴ <lb/>ῥηϊδίως τὸν ἀλγεῦντα, καὶ ἐν
                        τοῖσι μετεωρισμοῖσιν ἐλαφρὸν εἶναι· <lb/>εἰ δὲ βαρὺς ἐὼν φαίνοιτο καὶ τὸ
                        ἄλλο σῶμα καὶ τὰς χεῖρας καὶ <lb/>τοὺς πόδας, ἐπικινδυνότερον. Εἰ δὲ πρὸς τῷ
                        βάρει καὶ οἱ <lb/>ὄνυχες καὶ οἱ δάκτυλοι πελιδνοὶ γίγνονται, προσδόκιμος ὁ
                        θάνατος <lb/>παραυτίκα· μελαινόμενοι δὲ παντελῶς οἱ δάκτυλοι καὶ οἱ πόδες
                        <lb/>ἧσσον ὀλέθριοι τῶν πελιδνῶν εἰσιν᾿ ἀλλὰ καὶ τἄλλα σημεῖα
                        <lb/>σκέπτεσθαι χρή· ἢν γὰρ εὐπετέως φέρων φαίνηται τὸ κακὸν, <lb/>καὶ ἄλλο
                        τι τῶν περιεστικῶν πρὸς τουτέοισι τοῖσι σημείοισιν <pb n="134"/> ὑποδεικνύῃ,
                        τὸ νούσημα ἐς ἀπόστασιν τραπῆναι ἐλπὶς, ὥστε <lb/>τὸν μὲν ἄνθρωπον
                        περιγενέσθαι, τὰ δὲ μελανθέντα τοῦ σώματος <lb/>ἀποπεσεῖν. Ὄρχιες δὲ καὶ
                        αἰδοῖα ἀνεσπασμένα πόνους ἰσχυροὺς <lb/>σημαίνει καὶ κίνδυνον θανατώδεα.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Περὶ δὲ ὕπνων, ὥσπερ κατὰ φύσιν ξύνηθες ἡμῖν ἐστι, <lb/>τὴν μὲν ἡμέρην
                        ἐγρηγορέναι χρὴ, τὴν δὲ νύκτα καθεύδειν. Ἢν δὲ <lb/>εἴη τοῦτο
                        μεταβεβλημένον, κάκιον· ἥκιστα. δ᾿ ἂν λυπέοιτο, <lb/>εἰ κοιμῷτο τὸ πρωΐ ἐς
                        τὸ τρίτον μέρος τῆς ἡμέρης· οἱ δὲ <lb/>ἀπὸ τουτέου| τοῦ χρόνου ὕπνοι
                        πονηρότεροί εἰσι· κάκιστον δὲ μὴ <lb/>κοιμᾶσθαι, μήτε τῆς νυκτὸς, μήτε τῆς
                        ἡμέρης· ἢ γὰρ ὑπὸ <lb/>ὀδύνης τε καὶ πόνων ἀγρυπνέειν ἢ παραφρονήσειν ἕπεται
                        ἀπὸ τουτέου <lb/>τοῦ σημείου. </p></div></div></body></text></TEI>