<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg003.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ἐπισκέπτεσθαι δὲ χρὴ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐμπυήματος ἔσεσθαι <pb n="152"/>
                        λογιζόμενον ἀπὸ τῆς ἡμέρης ἧς τὸ πρῶτον ὁ ἄνθρωπος <lb/>ἐπύρεξεν, ἢ εἴ ποτε
                        αὐτὸν ῥῖγος ἔλαβε, καὶ εἰ φαίη <lb/>ἀντὶ τῆς ὀδύνης αὐτέῳ βάρος γεγενῆσθαι
                        ἐν τῷ τόπῳ ἐν ᾧ <lb/>ἤλγεεν· ταῦτα γὰρ ἐν ἀρχῇσι γίγνεται τῶν ἐμπυημάτων.
                        <lb/>Ἐξ οὖν τουτέων τῶν χρόνων τὴν ῥῆξιν χρὴ προσδέχεσθαι τῶν
                        <lb/>ἐμπυημάτων ἔσεσθαι ἐς τοὺς χρόνους τοὺς προειρημένους. Εἰ δὲ εἴη
                        <lb/>τὸ ἐμπύημα ἐπὶ θάτερα μοῦνον, στρέφειν τε καὶ καταμανθάνειν <lb/>χρὴ
                        ἐπὶ τουτέοισι, μή τι ἔχῃ ἄλγημα ἐν τῷ ἑτέρῳ πλευρῷ· καὶ <lb/>ἢν θερμότερον ᾖ
                        τὸ ἕτερον τοῦ ἑτέρου, κατακλινομένου ἐπὶ <lb/>τὸ ὑγιαῖνον πλευρὸν, ἐρωτᾷν εἴ
                        τι αὐτέῳ δοκέει βαρὺ ἀποκρέμασθαι <lb/>ἐκ τοῦ ἄνωθεν. Εἰ γὰρ εἴη τοῦτο, ἐπὶ
                        θάτερόν <lb/>ἐστι τὸ ἐμπύημα, ἐπὶ ὁκοῖον ἂν πλευρὸν τὸ βάρος γίγνηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Τοὺς δὲ ξύμπαντας ἐμπύους γιγνώσκειν χρὴ τοισίδε <lb/>τοῖσι σημείοισι.
                        Πρῶτον μὲν, ὁ πυρετὸς οὐκ ἀφίησιν, ἀλλὰ τὴν <lb/>μὲν ἡμέρην λεπτὸς ἴσχει,
                        τὴν δὲ νύκτα πλείων, καὶ ἱδρῶτες <pb n="154"/> πολλοὶ ἐπιγίγνονται, βῆξαί τε
                        θυμὸς ἐγγίγνεται αὐτέοισιν, καὶ <lb/>ἀποπτύουσιν οὐδὲν ἄξιον λόγου, καὶ οἱ
                        μὲν ὀφθαλμοὶ ἔγκοιλοι γίγνονται, <lb/>αἱ δὲ γνάθοι ἐρυθήματα ἴσχουσι, καὶ οἱ
                        μὲν ὄνυχες τῶν χειρῶν <lb/>γρυποῦνται, οἱ δὲ δάκτυλοι θερμαίνονται, καὶ
                        μάλιστα οἱ ἄκροι, <lb/>καὶ ἐν τοῖσι ποσὶν οἰδήματα γίγνεται, καὶ σιτίων οὐκ
                        ἐπιθυμέουσι, <lb/>καὶ φλύκταιναι γίγνονται ἀνὰ τὸ σῶμα. Ὁκόσα μὲν οὖν
                        ἐγχρονίζει <lb/>τῶν ἐμπυημάτων, ἔχει τὰ σημεῖα ταῦτα, καὶ πιστεύειν αὐτέοισι
                        <lb/>χρὴ κάρτα· ὁκόσα δὲ ὀλιγοχρόνιά ἐστι, τουτέοισιν ἐπισημαίνεται, <lb/>ἤν
                        τι ἐπιφαίνηται, οἷα καὶ τοῖσιν ἐν ἀρχῇσι γιγνομένοισιν, ἅμα δὲ <lb/>καὶ ἤν
                        τι δυσπνούστερος ᾖ ὁ ἄνθρωπος. Τὰ δὲ ταχύτερον αὐτέων <lb/>καὶ βραδύτερον
                        ῥηγνύμενα τοισίδε γιγνώσκειν χρή· ἢν μὲν ὁ <lb/>πόνος ἐν ἀρχῇσι γίγνηται,
                        καὶ ἡ δύσπνοια καὶ ἡ βὴξ καὶ ὁ <lb/>πτυαλισμὸς διατείνῃ, ἐς τὰς εἴκοσιν
                        ἡμέρας προσδέχεσθαι <lb/>τὴν ῥῆξιν, ἢ καὶ ἔτι πρόσθεν· ἢν δὲ ἡσυχαίτερος ὁ
                        πόνος ᾖ, <lb/>καὶ τἄλλα πάντα κατὰ λόγον, τουτέοισι προσδέχεσθαι τὴν <pb n="156"/> ῥῆξιν ἐς ὕστερον· γίγνεσθαι δὲ ἀνάγκη καὶ πόνον καὶ δύσπνοιαν
                        <lb/>καὶ πτυαλισμὸν πρὸ τῆς τοῦ πύου ῥήξιος. Περιγίγνονται δὲ τουτέων
                        <lb/>μάλιστα μὲν οὕς ἂν ἀφῇ ὁ πυρετὸς αὐθημερὸν μετὰ τὴν ῥῆξιν, <lb/>καὶ
                        σιτίων ταχέως ἐπιθυμέωσι, καὶ δίψης ἀπηλλαγμένοι <lb/>ἔωσι, καὶ ἡ γαστὴρ
                        σμικρά τε καὶ ξυνεστηκότα ὑποχωρέῃ, καὶ τὸ <lb/>πῦον λευκόν τε καὶ λεῖον καὶ
                        ὁμόχροον ᾖ καὶ φλέγματος ἀπηλλαγμένον, <lb/>καὶ ἄτερ πόνου τε καὶ βηχὸς
                        ἰσχυρῆς ἀνακαθαίρηται. <lb/>Ἄριστα μὲν οὕτω καὶ τάχιστα ἀπαλλάσσουσιν· ἢν δὲ
                        μὴ, <lb/>οἷσιν ἂν ἐγγυτάτω τουτέων γίγνηται. Ἀπόλλυνται δὲ οὓς ἂν <lb/>ὅ τε
                        πυρετὸς μὴ ἀφῇ, ἢ δοκέων αὐτέους ἀφιέναι, αὖθις φαίνηται
                        <lb/>ἀναθερμαινόμενος, καὶ δίψαν μὲν ἔχωσι, σιτίων δὲ μὴ ἐπιθυμέωσι,
                        <lb/>καὶ ἡ κοιλίη ὑγρὴ ᾖ, καὶ τὸ πῦον χλωρὸν ἢ πελιὸν πτύῃ, <lb/>ἢ
                        φλεγματῶδες καὶ ἀφρῶδες· ἢν ταῦτα πάντα γίγνηται, <lb/>ἀπόλλυνται· ὁκόσοισι
                        δ᾿ ἂν τουτέων τὰ μὲν ἐπιγένηται, τὰ <lb/>δὲ μὴ, οἱ μὲν αὐτέων ἀπόλλυνται, οἱ
                        δὲ ἐν πολλῷ χρόνῳ περιγίγνονται. <pb n="158"/> Ἀλλ᾿ ἐκ πάντων τῶν τεκμηρίων
                        τῶν ἐόντων ἐν τουτέοισι <lb/>σημαίνεσθαι, καὶ τοῖσιν ἄλλοισι πᾶσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Ὁκόσοισι δὲ ἀποστάσιες γίγνονται ἐκ τῶν περιπλευμονικῶν <lb/>νουσημάτων
                        παρὰ τὰ ὦτα, καὶ ἐκπυέουσιν, ἢ ἐς τὰ κάτω χωρία, <lb/>καὶ συριγγοῦνται,
                        οὗτοι περιγίγνονται. Ἐπισκέπτεσθαι δὲ <lb/>χρὴ τὰ τοιαῦτα ὧδε· ἢν ὅ τε
                        πυρετὸς ἔχῃ, καὶ ἡ ὀδύνη μὴ παύηται, <lb/>καὶ τὸ πτύελον μὴ ἐκχωρέῃ κατὰ
                        λόγον, μηδὲ χολώδεες <lb/>αἱ τῆς κοιλίης διαχωρήσιες, μηδὲ εὔλυτοί τε καὶ
                        ἄκρητοι <lb/>γίγνοιντο, καὶ μηδὲ τὸ οὖρον πουλύ τε κάρτα καὶ πολλὴν <pb n="160"/> ὑπόστασιν ἔχον, ὑπηρετέηται δὲ πεοιεστικῶς ὑπὸ τῶν λοιπῶν
                        <lb/>πάντων τῶν περιεστικῶν σημείων, τουτέοισι χρὴ τὰς τοιαύτας
                        <lb/>ἀποστάσιας ἐλπίζειν ἔσεσθαι. Γίγνονται δὲ αἱ μὲν ἐς τὰ κάτω χωρία,
                        <lb/>οἷσιν ἂν περὶ τὰ ὑποχόνδρια τοῦ φλέγματός τι ἐγγένηται· <lb/>αἱ δὲ ἄνω,
                        οἷσι τὸ ὑποχόνδριον λαπαρόν τε καὶ ἀνώδυνον διατελέῃ, <lb/>δύσπνοος δέ τινα
                        χρόνον γενόμενος παύσηται, ἄτερ φανερῆς <lb/>προφάσιος ἄλλης. Αἱ δὲ
                        ἀποστάσιες αἱ ἐς τὰ σκέλεα ἐν τῇσι <lb/>περιπλευμονίῃσι τῇσιν ἰσχυρῇσί τε
                        καὶ ἐπικινδύνοισι λυσιτελέες μὲν <lb/>πᾶσαι, ἄρισται δὲ αἱ τοῦ πτυέλου ἐν
                        μεταβολῇ ἐόντος γιγνόμεναι· <lb/>εἰ γὰρ τὸ οἴδημα καὶ ἡ ὀδύνη γίγνοιτο, τοῦ
                        πτυέλου ἀντὶ ξανθοῦ <lb/>πυώδεος γενομένου καὶ ἐκχωρέοντος ἔξω, οὕτως ἂν
                        ἀσφαλέστατα <lb/>ὅ τε ἄνθρωπος περιγίγνοιτο, καὶ ἡ ἀπόστασις ἀνώδυνος
                        τάχιστα <lb/>παύσαιτο· εἰ δὲ τὸ πτύελον μὴ ἐκχωρέοι καλῶς, μηδὲ τὸ
                        <lb/>οὖρον ὑπόστασιν ἀγαθὴν ἔχον φαίνοιτο, κίνδυνος χωλὸν γενέσθαι τὸ <pb n="162"/> ἄρθρον ἢ πολλὰ πρήγματα παρασχεῖν. Ἢν δὲ ἀφανίζωνται καὶ
                        <lb/>παλινδρομέωσιν αἱ ἀποστάσιες, τοῦ πτυέλου μὴ ἐκχωρέοντος, καὶ <lb/>τοῦ
                        πυρετοῦ ἔχοντος, δεινόν· κίνδυνος γὰρ μὴ παραφρονήσῃ καὶ <lb/>ἀποθάνῃ ὁ
                        ἄνθρωπος. Τῶν δὲ ἐμπύων τῶν ἐκ τῶν <lb/>περιπλευμονικῶν οἱ γεραίτεροι μᾶλλον
                        ἀπόλλυνται· ἐκ δὲ τῶν ἄλλων <lb/>ἐμπυημάτων οἱ νεώτεροι μᾶλλον
                        ἀποθνήσκουσιν. Ὁκόσοι δὲ τῶν <pb n="164"/> ἐμπύων καίονται ἢ τέμνονται,
                        οἷσιν ἂν καθαρὸν μὲν τὸ <lb/>πῦον ᾖ καὶ λευκὸν καὶ μὴ δυσῶδες, σώζονται·
                        οἷσι δὲ ὕφαιμόν <lb/>τε καὶ βορβορῶδες, ἀπόλλυνται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Αἱ δὲ ξὺν πυρετῷ γιγνόμεναι ὀδύναι περὶ τὴν ὀσφῦν <lb/>τε καὶ τὰ κάτω
                        χωρία, ἢν τῶν φρενῶν ἅπτωνται, τὰ κάτω <lb/>ἐκλείπουσαι, ὀλέθριαι κάρτα.
                        Προσέχειν οὖν δεῖ τὸν νόον <lb/>τοῖσιν ἄλλοισι σημείοισιν, ὡς ἤν τι καὶ τῶν
                        ἄλλων σημείων <lb/>ἐπιφαίνηται πονηρὸν, ἀνέλπιστος ὁ ἄνθρωπος ἢν δὲ,
                        ἀναΐσσοντος <lb/>τοῦ νουσήματος ὡς πρὸς τὰς φρένας, τἄλλα σημεῖα <lb/>μὴ
                        πονηρὰ ἐπιγίγνηται, ἔμπυον ἔσεσθαι τοῦτον πολλαὶ ἐλπίδες. <pb n="166"/>
                        Κύστιες δὲ σκληραί τε καὶ ἐπώδυνοι δειναὶ μὲν παντελῶς <lb/>καὶ ὀλέθριαι·
                        ὀλεθριώτεραι δὲ ὁκόσαι ξὺν πυρετῷ ξυνεχεῖ <lb/>γίγνονται· καὶ γὰρ οἱ ἀπ᾿
                        αὐτέων τῶν κύστιων πόνοι ἱκανοὶ <lb/>ἀποκτεῖναι· καὶ αἱ κοιλίαι οὐ
                        διαχωρέουσιν ἐν τουτέῳ τῷ χρόνῳ, <lb/>εἰ μὴ σκληρά τε καὶ πρὸς ἀνάγκην· λύει
                        δέ οὖρον πυῶδες <lb/>οὐρηθὲν, λευκὴν καὶ λείην ἔχον τὴν ὑπόστασιν. Ἢν δὲ
                        μήτε <pb n="168"/> τὸ οὖρον μηδὲν ἐνδιδοίη, μήτε ἡ κύστις μαλάσσοιτο, ὅ τε
                        πυρετὸς <lb/>ξυνεχὴς ᾖ, ἐν τῇσι πρώτῃσι περιόδοισι τοῦ νουσήματος ἐλπὶς τὸν
                        <lb/>ἀλγέοντα ἀπολέσθαι. Ὁ δὲ τρόπος οὗτος ἅπτεται τῶν παιδίων <lb/>μάλιστα
                        τῶν ἑπταετέων, ἕως ἂν ἐς τὰ πεντεκαίδεκα ἔτεα γένωνται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Οἱ δὲ πυρετοὶ κρίνονται ἐν τῇσιν αὐτέῃσιν ἡμέρῃσι τὸν <lb/>ἀριθμὸν, ἐξ ὧν
                        τε περιγίγνονται οἱ ἄνθρωποι καὶ ἐξ ὧν ἀπόλλυνται. <lb/>Οἵ τε γὰρ
                        εὐηθέστατοι τῶν πυρετῶν καὶ ἐπὶ σημείων ἀσφαλεστάτων <lb/>βεβῶτες τεταρταῖοι
                        παύονται, ἢ πρόσθεν· οἵ τε κακοηθέστατοι <lb/>καὶ ἐπὶ σημείων δεινοτάτων
                        γιγνόμενοι τεταρταῖοι κτείνουσιν, <lb/>ἢ πρόσθεν. Ἡ μὲν οὖν πρώτη ἔφοδος
                        αὐτέων οὕτω τελευτᾷ· ἡ δὲ <lb/>δευτέρη ἐς τὴν ἑβδόμην περιάγεται· ἡ δὲ τρίτη
                        ἐς τὴν ἑνδεκάτην· <lb/>ἡ δὲ τετάρτη ἐς τὴν τεσσαρεσκαιδεκάτην· ἡ δὲ πέμπτη
                        ἐς τὴν <lb/>ἑπτακαιδεκάτην· ἡ δὲ ἕκτη ἐς τὴν εἰκοστήν. Αὗται μὲν οὖν ἐκ τῶν
                        <lb/>ὀξυτάτων νουσημάτων διὰ τεσσάρων ἐς τὰς εἴκοσιν ἐκ προσθέσιος
                        <lb/>τελευτῶσιν. Οὐ δύναται δὲ ὅλῃσιν ἡμέρῃσιν οὐδὲν τουτέων <pb n="170"/>
                        ἀριθμέεσθαι ἀτρεκέως· οὐδὲ γὰρ ό ἐνιαυτός τε καὶ οἱ μῆνες ὅλῃσιν
                        <lb/>ἡμέρῃσι πεφύκασιν ἀριθμέεσθαι. Μετὰ δὲ ταῦτα ἐν τῷ αὐτέῳ <lb/>τρόπῳ
                        κατὰ τὴν αὐτέην πρόσθεσιν ἡ πρώτη περίοδος τεσσάρων καὶ <lb/>τριήκονθ᾿
                        ἡμερέων, ἡ δὲ δευτέρη τεσσαράκοντα ἡμερέων, ἡ δὲ <lb/>τρίτη ἑξήκονθ᾿
                        ἡμερέων. Τουτέων δ᾿ ἐν ἀρχῇσίν ἐστι χαλεπώτατον <lb/>διαγιγνώσκειν τὰ
                        μέλλοντα ἐν πλείστῳ χρόνῳ κρίνεσθαι· <lb/>ὁμοιόταται γὰρ αἱ ἀρχαί εἰσιν
                        αὐτέων· ἀλλὰ χρὴ ἀπὸ τῆς πρώτης <lb/>ἡμέρης ἐνθυμέεσθαι, καὶ καθ᾿ ἑκάστην
                        τετράδα προστιθεμένην <lb/>σκέπτεσθαι· καὶ οὐ λήσεται ὅπη τρέψεται τὸ
                        νούσημα. <lb/>Γίγνεται δὲ ἡ τῶν τεταρταίων κατάστασις ἐκ τοῦ τοιούτου
                        <lb/>κόσμου. Τὰ δὲ ἐν ἐλαχίστῳ χρόνῳ μέλλοντα κρίνεσθαι, εὐπετέστερα
                        <lb/>γιγνώσκεσθαι· μέγιστα γὰρ τὰ διαφέροντα ἀπ᾿ ἀρχῆς αὐτέων <lb/>ἐστίν· οἱ
                        μὲν γὰρ περιεσόμενοι εὔπνοοί τε καὶ ἀνώδυνοί εἰσι, <lb/>καὶκοιμῶνται τὰς
                        νύκτας, τά τε ἄλλα σημεῖα ἔχουσιν ἀσφαλέστατα· <lb/>οἱ δὲ ἀπολούμενοι
                        δύσπνοοι γίγνονται, ἀλλοφάσσοντες, ἀγρυπνέοντες, <lb/>τά τε ἄλλα σημεῖα
                        κάκιστα ἔχοντες. Ὡς οὖν τουτέων οὕτω <pb n="172"/> γιγνομένων ξυμβάλλεσθαι
                        χρὴ, κατά τε τὸν χρόνον, κατά τε τὴν <lb/>πρόσθεσιν ἑκάστην ἐπὶ τὴν κρίσιν
                        ἰόντων τῶν νουσημάτων. Κατὰ <lb/>δὲ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ τῇσι γυναιξὶν αἱ
                        κρίσιες ἐκ τῶν τόκων <lb/>γίγνονται. </p></div></div></body></text></TEI>