<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg003.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Διαχώρημα δέ ἐστιν· ἄριστον τὸ μαλθακόν τε καὶ <lb/>ξυνεστηκὸς, καὶ τὴν
                        ὥρην ἥνπερ καὶ ὑγιαίνοντι ὑπεχώρεε, πλῆθος <lb/>δὲ πρὸς λόγον τῶν ἐσιόντων·
                        τοιαύτης γὰρ ἐούσης τῆς διεξόδου, <lb/>ἡ κάτω κοιλίη ὑγιαίνοι ἄν. Εἰ δὲ εἴη
                        ὑγρὸν τὸ διαχώρημα, ξυμφέρει <lb/>μήτε τρύζειν, μήτε πυκνόν τι εἶναι, καὶ
                        κατ᾿ ὀλίγον <pb n="136"/> ὑποχωρέειν· κοπιῶν γὰρ ὁ ἄνθρωπος ὑπὸ τῆς ξυνεχέος
                        ἐξαναστάσιος <lb/>ἀγρυπνοίη ἄν· εἰ δὲ ἀθρόον πολλάκις διαχωρέει,
                        <lb/>κίνδυνος λειποθυμῆσαι: Ἀλλὰ χρὴ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν ἐσιόντων <lb/>ἢ δὶς
                        ἢ τρὶς τῆς ἡμέρης ὑποχωρέειν, καὶ τῆς νυκτὸς ἅπαξ, <lb/>πλείονα δ᾿ ἐπὶ τὸ
                        πρωΐ, ὥσπερ ξύνηθές ἐστι τῷ ἀνθρώπῳ. <lb/>Παχύνεσθαι δὲ χρὴ τὸ διαχώρημα,
                        ἰούσης πρὸς κρίσιν τῆς νούσου. <lb/>Ὑπόπυῤῥον δὲ ἔστω καὶ μὴ λίην δυσῶδες.
                        Ἐπιτήδειον δὲ <lb/>καὶ ἕλμινθας στρογγύλας διεξιέναι μετὰ τοῦ διαχωρήματος,
                        πρὸς <lb/>κρίσιν ἰούσης τῆς νούσου. Δεῖ δὲ ἐν παντὶ τῷ νουσήματι λαπαρὴν
                        <lb/>τὴν κοιλίην εἶναι καὶ εὔογκον. Ὑδαρὲς δὲ κάρτα, ἢ λευκὸν, ἢ
                        <lb/>χλωρὸν, ἢ ἐρυθρὸν ἰσχυρῶς, ἢ ἀφρῶδες διαχωρέειν, πονηρὰ ταῦτα
                        <lb/>πάντα. Ἔτι δὲ πονηρὸν, καὶ σμικρόν τε ἐὸν, καὶ γλισχρὸν, καὶ <pb n="138"/> λευκὸν, καὶ ὑπόχλωρον, καὶ λεῖον. Τουτέων δὲ θανατωδέστερα ἂν
                        <lb/>εἴη τὰ μέλανα, ἢ λιπαρὰ, ἢ πελιὰ, ἢ ἰώδεα, ἢ κάκοδμα. Τὰ δὲ
                        <lb/>ποικίλα, χρονιώτερα μὲν τουτέων, ὀλέθρια δὲ οὐδὲν ἧσσον· ἔστι δὲ
                        <lb/>τὰ τοιαῦτα ξυσματώδεα, καὶ χολώδεα, καὶ πρασοειδέα, καὶ μέλανα,
                        <lb/>ποτὲ μὲν ὁμοῦ διεξερχόμενα ἀλλήλοισι, ποτὲ δὲ κατὰ <lb/>μέρος. Φῦσαν δὲ
                        ἄνευ ψόφου καὶ περδήσιος διεξιέναι ἄριστον· <lb/>κρέσσον δὲ καὶ ξὺν ψόφῳ
                        διελθεῖν ἢ αὐτοῦ ἀνειλέεσθαι· καὶ <lb/>οὕτω διελθοῦσα σημαίνει ἢ πονέειν τι
                        τὸν ἄνθρωπον, ἢ παραφρονέειν, <lb/>ἢν μὴ ἑκὼν ὁ ἄνθρωπος οὕτω τὴν ἄφεσιν τῆς
                        φύσης ποιήσηται. <lb/>Τοὺς δὲ ἐκ τῶν ὑποχονδρίων πόνους τε καὶ κυρτώματα,
                        <lb/>ἢν ᾖ νεαρὰ καὶ μὴ ξὺν φλεγμονῇ, λύει βορβορυγμὸς ἐγγενόμενος <lb/>ἐν τῷ
                        ὑποχονδρίῳ, καὶ μάλιστα μὲν διεξιὼν ξὺν κόπρῳ <lb/>τε καὶ οὔρῳ καὶ φύσῃ, ἢν
                        δὲ μὴ, καὶ αὐτὸς δὴ περαιωθεὶς <lb/>ὠφελέει· ὠφελέει δὲ καὶ ὑποκαταβὰς ἐς τὰ
                        κάτω χωρία. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Τὸ δὲ οὖρον ἄριστόν ἐστιν, ὅταν ᾖ λευκή τε ἡ ὑπόστασις, <lb/>καὶ λείη,
                        καὶ ὁμαλὴ παρὰ πάντα τὸν χρόνον, ἔστ᾿ ἂν κριθῇ ἡ <pb n="140"/> γοῦσος·
                        σημαίνει γὰρ ἀσφάλειάν τε καὶ νούσημα ὀλιγοχρόνιον <lb/>ἔσεσθαι. Εἰ δὲ
                        διαλείποι, καὶ ποτὲ μὲν καθαρὸν οὐρέοιτο, ποτὲ <lb/>δὲ ὑφίσταται τὸ λευκὸν
                        καὶ λεῖον, χρονιωτέρη γίγνεται ἡ νοῦσος <lb/>καὶ ἧσσον ἀσφαλής. Εἰ δὲ εἴη τό
                        τε οὖρον ὑπέρυθρον καὶ ἡ ὑπόστασις <lb/>αὐτέου ὁμοίη καὶ λείη,
                        πολυχρονιώτερον μὲν τοῦτο τοῦ πρώτου <lb/>γίγνεται, σωτήριον δὲ κάρτα.
                        Κριμνώδεες δὲ ἐν τοῖσιν οὔροισιν <lb/>αἱ ὑποστάσιες, πονηραί· τουτέων δέ
                        εἰσι κακίους αἱ πεταλώδεες· <lb/>αἱ λευκαὶ δὲ καὶ λεπταὶ, κάρτα φλαῦραι·
                        τουτέων δ᾿ <lb/>ἔτι κακίους εἰσὶν αἱ πιτυρώδεες. Νεφέλαι δὲ ἐμφερόμεναι
                        τοῖσιν <lb/>οὔροισι, λευκαὶ μὲν ἀγαθαὶ, μέλαιναι δὲ φλαῦραι. Ἔστ᾿ ἂν δὲ
                        <lb/>πυῤῥόν τε εἴη τὸ οὖρον καὶ λεπτὸν, σημαίνει τὸ νούσημα ἄπεπτον
                        <lb/>εἶναι· ἢν δὲ καὶ πουλυχρόνιον εἴη τοἰοῦτον ἐὸν, κίνδυνος μὴ οὐ
                        <lb/>δυνήσεται ὁ ἄνθρωπος διαρκέσαι, ἔστ᾿ ἂν πεπανθῇ ἡ νοῦσος. <pb n="142"/>
                        Θανατωδέστερα δὲ τῶν οὔρων τά τε δυσώδεα καὶ ὑδατώδεα καὶ <lb/>μέλανα καὶ
                        παχέα· ἔστι δὲ τοῖσι μὲν ἀνδράσι καὶ τῇσι γυναιξὶ <lb/>τὰ μέλανα τῶν οὔρων
                        κάκιστα, τοῖσι δὲ παιδίοισι τὰ ὑδατώδεκ. <lb/>Ὁκόσοι δ᾿ ἂν οὖρα λεπτὰ καὶ
                        ὠμὰ οὐρέωσι πουλὺν χρόνον, ἢν <lb/>τἄλλα ὡς περιεσομένοισι σημεῖα ᾖ,
                        τουτέοισιν ἀπόστασιν δεῖ <lb/>προσδέχεσθαι ἐς τὰ κάτω τῶν φρενῶν χωρία. Καὶ
                        τὰς λιπαρότητας <lb/>δὲ τὰς ἄνω ἐφισταμένας ἀραχνοειδέας μέμφεσθαι·
                        ξυντήξιος γὰρ <lb/>σημεῖα. Σκοπέειν δὲ χρὴ τῶν οὔρων, ἐν οἷσιν αἱ νεφέλαι,
                        <lb/>ἤν τε ἂνω, ἤν τε κάτω ἔωσι, καὶ τὰ χρώματα ὁκοῖα ἴσχουσι, <lb/>καὶ τὰς
                        μὲν κάτω φερομένας ξὺν τοῖσι χρώμασιν, οἷσιν εἴρηται, <lb/>ἀγαθὰς εἶναι
                        νομίζειν καὶ ἐπαινέειν, τὰς δὲ ἄνω ξὺν τοῖσι χρώμασιν, <lb/>οἷσιν εἴρηται,
                        κακὰς εἶναι, καὶ μέμφεσθαι. Μὴ ἐξαπατάτω <lb/>δέ σε, ἤν γε ἡ κύστις τι
                        νούσημα ἔχουσα τῶν οὔρων τὰ τοιαῦτα <lb/>ἀποδιδῷ· οὐ γὰρ τοῦ ὅλου σώματος
                        σημεῖόν ἐστιν, ἀλλ᾿ αὐτῆς <lb/>καθ᾿ ἑωυτῆς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ἔμετος δὲ ὠφελιμώτατος ὁ φλέγματος καὶ χολῆς ξυμμεμιγμένων <pb n="144"/>
                        ὅτι μάλιστα· καὶ μὴ παχὺς κάρτα, μηδὲ πολὺς ἐμεέσθω· <lb/>οἱ γὰρ
                        ἀκρητέστεροι κακίους εἰσίν. Εἰ δὲ εἴη τὸ ἐμεύμενον <lb/>πρασοειδὲς, ἢ
                        πελιὸν, ἢ μέλαν, ὅ τι ἂν ᾖ τουτέων τῶν χρωμάτων, <lb/>νομίζειν χρὴ πονηρὸν
                        εἶναι· εἰ δὲ καὶ πάντα τὰ χρώματα δ ωὀτὸς <lb/>ἄνθρωπος ἐμέοι, κάρτα
                        ὀλέθριον τοῦτο γίγνεται· τάχιστον δὲ <lb/>θάνατον σημαίνει τὸ πελιὸν τῶν
                        ἐμεσμάτων, εἰ ὄζει δυσῶδες. <lb/>Πᾶσαι δὲ αἱ ὑπόσαπροι καὶ δυσώδεες ὀσμαὶ
                        κακαὶ ἐπὶ πᾶσι τοῖσιν ἐμεομένοισιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Πτύελον χρὴ ἐπὶ πᾶσι τοῖσιν ἀλγήμασι τοῖσι περὶ <lb/>τὸν πλεύμονα καὶ τὰς
                        πλευρὰς ταχέως τε ἀναπτύεσθαι καὶ <lb/>εὐπετέως, ξυμμεμιγμένον τε φαίνεσθαι
                        τὸ ξανθὸν ἰσχυρῶς τῷ <lb/>πτυέλῳ. Εἰ γὰρ πολλῷ ὕστερον μετὰ τὴν ἀρχὴν τῆς
                        ὀδύνης ἀναπτύοιτο, <lb/>ξανθὸν ἐὸν, ἢ πυῤῥὸν, ἢ πολλὴν βῆχα παρέχον, ἢ
                        <lb/>μὴ ἰσχυρῶς ξυμμεμιγμένον, κάκιον γίγνεται· τό τε γὰρ ξανθὸν <pb n="146"/> ἄκρητον ἐὸν κινδυνῶδες, τὸ δὲ λευκὸν καὶ γλίσχρον καὶ στρογγύλον
                        <lb/>ἀλυσιτελές. Κακὸν δὲ καὶ τὸ χλωρὸν ἐὸν κάρτα καὶ τὸ <lb/>ἀφρῶδες· εἰ δὲ
                        εἴη οὕτως ἄκρητον ὥστε καὶ μέλαν φαίνεσθαι, δεινότερόν <lb/>ἐστι τοῦτο
                        ἐκείνων· κακὸν δὲ καὶ ἢν μηδὲν ἀνακαθαίρηται, <lb/>μηδὲ προΐῃ ὁ πλεύμων,
                        ἀλλὰ πλήρης ἐὼν ζέῃ ἐν τῇ φάρυγγι. <lb/>Κορύζας δὲ καὶ πταρμοὺς ἐπὶ πᾶσι
                        τοῖσι περὶ τὸν <lb/>πλεύμονα νουσήμασι προγεγονέναι, ἢ ἐπιγενέσθαι, κακόν·
                        <lb/>ἀλλ᾿ ἐν τοῖσιν ἄλλοισι νουσήμασι τοῖσι θανατωδεστάτοισιν οἱ
                        <lb/>πταρμοὶ λυσιτελέουσιν. Αἵματι δὲ ξυμμεμιγμένον μὴ πολλῷ <lb/>πτύελον
                        ξανθὸν ἐν τοῖσι περιπλευμονικοῖσιν, ἐν ἀρχῇ μὲν <lb/>τῆς νούσου πτυόμενον,
                        περιεστικὸν καὶ κάρτα ὠφελεέι· <lb/>ἑβδομαίῳ δὲ ἐόντι καὶ παλαιοτέρῳ ἧσσον
                        ἀσφαλές. Πάντα <lb/>δὲ πτύελα πονηρά ἐστιν ὁκόσα ἂν τὴν ὀδύνην μὴ παύῃ.
                        <lb/>Κάκιστα δὲ τὰ μέλανα, ὡς διαγέγραπται. Τὰ δὲ παύοντα ὀδύνην,
                        <lb/>πάντων ἀμείνω ἀναπτυόμενα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ὁκόσα δὲ τῶν ἀλγημάτων ἐκ τουτέων τῶν χωρίων μὴ <pb n="148"/> παύηται,
                        μήτε πρὸς τὰς τῶν πτυέλων καθάρσιας, μήτε πρὸς τὴν <lb/>τῆς κοιλίης
                        ἐκκόπρωσιν, μήτε πρὸς τὰς φλεβοτομίας τε καὶ φαρμακείας <lb/>καὶ διαίτας,
                        εἰδέναι δεῖ ἐκπυήσοντα. Τῶν δὲ ἐκπυημάτων <lb/>ὁκόσα μὲν ἔτι χολώδεος ἐόντος
                        τοῦ πτυέλου ἐκπυΐσκεται, ὀλέθρια <lb/>κάρτα, ἤν τε ἐν μέρει τὸ χολῶδες τῷ
                        πύῳ ἀναπτύοιτο, ἤν <lb/>τε ὁμοῦ· μάλιστα δὲ, ἢν ἄρξηται χωρέειν τὸ ἐμπύημα
                        ἀπὸ τουτέου <lb/>τοῦ πτυέλου, ἑβδομαίου ἐόντος τοῦ νουσήματος. Ἐλπὶς δὲ
                        <lb/>τὸν τὰ τοιαῦτα πτύοντα ἀποθανεῖσθαι τεσσαρεσκαιδεκαταῖον, ἢν <lb/>μή τι
                        αὐτέῳ ἐπιγένηται ἀγαθόν. Ἔστι δὲ τὰ μὲν ἀγαθὰ τάδε· εὐπετέως <lb/>φέρειν τὸ
                        νούσημα, εὔπνοον εἶναι, τῆς ὀδύνης ἀπηλλάχθαι, <lb/>τό τε πτύελον ῥηϊδίως
                        ἀναβήσσειν, τό τε σῶμα ὁμαλῶς <lb/>φαίνεσθαι θερμόν τε εἶναι καὶ μαλθακὸν,
                        καὶ δίψαν μὴ ἔχειν, <lb/>οὖρά τε καὶ διαχωρήματα καὶ ὕπνους καὶ ἱδρῶτας, ὡς
                        διαγέγραπται <lb/>ἕκαστα εἶναι ἀγαθὰ, ἐπιγίγνεσθαι· οὕτω μὲν γὰρ ἁπάντων
                        <lb/>τουτέων ἐπιγιγνομένων, οὐκ ἂν ἀποθάνοι ὁ ἄνθρωπος· ἢν δὲ <lb/>τὰ μέν
                        τοι αὐτέων ἐπιγίγνοιτο, τὰ δὲ μὴ, οὐ πλείονα χρόνον <pb n="150"/> ζήσας, ἢ
                        τεσσαρεσκαίδεκα ἡμέρας, ἀπόλοιτ᾿ ἂν ὁ ἄνθρωπος, Κακὰ <lb/>δὲ τὰ ἐναντία
                        τουτέων, ἤγουν δυσπετέως φέρειν τὴν νοῦσον, πνεῦμα <lb/>μέγα καὶ πυκνὸν
                        εἶναι, τὴν ὀδύνην, μὴ παύεσθαι, τὸ πτύελον μόλις <lb/>ἀναβήσσειν, διψῇν
                        κάρτα, τό τε σῶμα ὑπὸ πυρὸς ἀνωμάλως <lb/>ἔχεσθαι, καὶ τὴν μὲν κοιλίην καὶ
                        τὰς πλευρὰς θερμὰς εἶναι <lb/>ἰσχυρῶς, τὸ δὲ μέτωπον καὶ τὰς χεῖρας καὶ τοὺς
                        πόδας ψυχροὺς, <lb/>οὖρα δὲ καὶ διαχωρήματα καὶ ὕπνους καὶ ἱδρῶτας, ὡς
                        διαγέγραπται <lb/>ἔκαστα εἶναι κακὰ, ἐπιγίγνεσθαι οὕτω γὰρ εἰ ἐπιγένοιτό τι
                        τῷ <lb/>πτυέλῳ τουτέῳ; ἀπόλοιτα ἂν ὁ ἄνθρωπος πρὶν ἢ ἐς τὰς
                        <lb/>τεσσαρεσκαίδεκα ἡμέρας ἀφικέσθαι, ἢ ἐναταῖος, ἢ ἑνδεκαταῖος. <lb/>Οὕτως
                        οὖν ξυμβάλλεσθαι χρὴ, ὡς τοῦ πτυέλου τουτέου θανατώδεος, <lb/>ἐόντος μάλα,
                        καὶ οὐ φθάνοντος ἐς τεσσαρεσκαίδεκα <lb/>ἡμέρας. Τὰ δὲ ἐπιγενόμενα κακά τε
                        καὶ ἀγαθὰ ξυλλογιζόμενον ἐκ <lb/>τουτέων χρὴ τὰς προῤῥήσιας προλέγειν οὕτω
                        γὰρ ἄν τις ᾶληθεύοι <lb/>μάλιστα. Αἱ δὲ ἄλλαι ἐκπυήσιες ῥήγνυνται αἱ
                        πλεῖσται, <lb/>αἱ μὲν εἰκοσταῖαι, αἱ δὲ τριηκοσταῖαι, αἱ δὲ
                        τεσσαρακονθήμεροι, <lb/>αἱ δὲ πρὸς τὰς ἑξήκοντα ἡμέρας ἀφικνέονται. </p></div></div></body></text></TEI>