<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg003.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΟΝ</head><p>1. Τὸν ἰητρὸν δοκέει μοι ἄριστον εἶναι πρόνοιαν ἐπιτηδεύειν·
                        <lb/>προγιγνώσκων γὰρ καὶ προλέγων παρὰ τοῖσι νοσέουσι τά τε παρεόντα
                        <lb/>καὶ τὰ προγεγονότα καὶ τὰ μέλλοντα ἔσεσθαι, ὁκόσα τε παραλείπουσιν
                        <lb/>οἱ ἀσθενέοντες ἐκδιηγεύμενος, πιστεύοιτ᾿ ἂν μᾶλλον <lb/>γιγνώσκειν τὰ
                        τῶν νοσεόντων πρήγματα, ὥστε τολμᾷν ἐπιτρέπειν <lb/>τοὺς ἀνθρώπους σφέας
                        ἑωυτοὺς τῷ ἰητρῷ. Τὴν δὲ θεραπείην <lb/>ἄριστα ἂν ποιέοιτο, προειδὼς τὰ
                        ἐσόμενα ἐκ τῶν παρεόντων <lb/>παθημάτων. Ὑγιέας μὲν γὰρ ποιέειν ἅπαντας τοὺς
                        ἀσθενέοντας <lb/>ἀδύνατον· τοῦτο γὰρ τοῦ προγιγνώσκειν τὰ μέλλοντα
                        ἀποβήσεσθαι <lb/>κρέσσον ἂν ἦν· ἐπειδὴ δὲ οἱ ἄνθρωποι ἀποθνήσκουσιν, οἱ μὲν
                        <lb/>πρὶν ἢ καλέσαι τὸν ἰητρὸν, ὑπὸ τῆς ἰσχύος τῆς νούσου, οἱ δὲ <pb n="112"/> καὶ ἐσκαλεσάμενοι παραχρῆμα ἐτελεύτησαν, οἱ μὲν ἡμέρην <lb/>μίην
                        ζήσαντες, οἱ δὲ ὀλίγῳ πλέονα χρόνον, πρὶν ἢ τὸν ἰητρὸν <lb/>τῇ τέχνῃ πρὸς
                        ἕκαστον νούσημα ἀνταγωνίσασθαι· γνῶναι <lb/>οὖν χρὴ τῶν παθέων τῶν τοιουτέων
                        τὰς φύσιας, ὁκόσον ὑπὲρ τὴν <lb/>δύναμίν εἰσι τῶν σωμάτων, ἅμα δὲ καὶ εἴ τι
                        θεῖον ἔνεστιν ἐν τῇσι <lb/>νούσοισι, καὶ τουτέου τὴν πρόνοιαν ἐκμανθάνειν.
                        Οὕτω γὰρ ἂν <lb/>θαυμάζοιτό τε δικαίως, καὶ ἰητρὸς ἀγαθὸς ἂν εἴη· καὶ γὰρ
                        οῦς <lb/>οἷόν τε περιγίγνεσθαι, τοὐτους ἔτι μᾶλλον δύναιτ᾿ ἂν ὀρθῶς
                        <lb/>διαφυλάσσειν, ἐκ πλείονος χρόνου προβουλευόμενος πρὸς ἕκαστα, <lb/>καὶ
                        τοὺς ἀποθανουμένους τε καὶ σωθησομένους προγιγνώσκων <lb/>καὶ προαγορεύων
                        ἀναίτιος ἂν εἴη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Σκέπτεσθαι δὲ χρὴ ὧδε ἐν τοῖσιν ὀξέσι νουσήμασι· <lb/>πρῶτον μὲν τὸ
                        πρόσωπον τοῦ νοσέοντος, εἰ ὅμοιόν ἐστι τοῖσι τῶν <lb/>ὑγιαινόντων, μάλιστα
                        δὲ, εἰ αὐτὸ ἑωυτέῳ. Οὕτω γὰρ ἂν εἴη <pb n="114"/> ἄριστον, τὸ δ᾿
                        ἐναντιώτατον τοῦ ὁμοίου, δεινότατον. Εἴη δ᾿ ἂν <lb/>τὸ τοιόνδε· ῥὶς ὀξεῖα,
                        ὀφθαλμοὶ κοῖλοι, κρόταφοι ξυμπεπτωκότες, <lb/>ὦτα ψυχρὰ καὶ ξυνεσταλμένα,
                        καὶ οἱ λοβοὶ τῶν ὤτων ἀπεστραμμένοι, <lb/>καὶ τὸ δέρμα τὸ περὶ τὸ μέτωπον
                        σκληρόν τε καὶ περιτεταμένον <lb/>καὶ καρφαλέον ἐόν. Καὶ τὸ χρῶμα τοῦ
                        ξύμπαντος προσώπου <lb/>χλωρόν τε ἢ καὶ μέλαν ἐὸν, καὶ πελιὸν, ἢ μολιβδῶδες.
                        Ἢν <lb/>μὲν οὖν ἐν ἀρχῇ τῆς νούσου τὸ πρόσωπον τοιοῦτον ᾖ, καὶ μήπω οἷόν
                        <lb/>τε ᾖ τοῖσιν ἄλλοισι σημείοισι ξυντεκμαίρεσθαι, ἐπανερέσθαι χρὴ, <lb/>μὴ
                        ἠγρύπνησεν ὁ νοσέων, ἢ τὰ τῆς κοιλίης ἐξυγρασμένα <lb/>ᾖ ἰσχυρῶς, ἢ λιμῶδές
                        τι ἔχῃ αὐτόν· κἢν μέν τι τουτέων ὁμολογέῃ, <lb/>ἧσσον νομίζειν δεινὸν εἶναι·
                        κρίνεται δὲ τὰ τοιαῦτα ἐν <lb/>ἡμέρῃ τε καὶ νυκτὶ, ἢν διὰ ταύτας τὰς
                        προφάσιας τὸ πρόσωπον <lb/>τοιοῦτον ᾖ. Ἢν δὲ μηδὲν τουτέων φῇ εἶναι, μηδὲ ἐν
                        τῷ <lb/>χρόνῳ τῷ προειρημένῳ καταστῇ, εἰδέναι χρὴ ἐγγὺς ἐόντα τοῦ
                        <lb/>θανάτου. Ἢν δὲ καὶ παλαιοτέρου ἐόντος τοῦ νουσήματος, ἢ τριταίου <pb n="116"/> ἢ τεταρταίου, τὸ πρόσωπον τοιοῦτον ᾖ, περὶ τουτέων ἐπανε
                        <lb/>ρέσθαι, περὶ ὧν καὶ πρότερον ἐκέλευσα, καὶ τἄλλα σημεῖα
                        <lb/>σκέπτεσθαι, τά τε ἐν τῷ ξύμπαντι προσώπῳ, τά τε ἐν τῷ σώματι, <lb/>καὶ
                        τὰ ἐν τοῖσιν ὀφθαλμοῖσιν. Ἢν γὰρ τὴν αὐγὴν φεύγωσιν, ἢ <lb/>δακρύωσιν
                        ἀπροαιρέτως, ἢ διαστρέφωνται, ἢ ὁ ἕτερος τοῦ ἑτέρου <lb/>ἐλάσσων γίγνηται, ἢ
                        τὰ λευκὰ ἐρυθρὰ ἴσχωσιν, ἢ πελιὰ, ἢ φλέβια <lb/>μέλανα ἐν ἑωυτέοισιν ἔχωσιν,
                        ἢ λῆμαι φαίνωνται περὶ τὰς ὄψιας, <lb/>ἢ καὶ ἐναιωρεύμενοι, ἢ ἐξίσχοντες, ἢ
                        ἔγκοιλοι ἰσχυρῶς γιγνόμενοι, <lb/>ἢ αἱ ὄψιες αὐχμῶσαι καὶ ἀλαμπέες, ἢ τὸ
                        χρῶμα τοῦ ξύμπαντος <lb/>προσώπου ἠλλοιωμένον ᾖ, ταῦτα πάντα κακὰ νομίζειν
                        καὶ ὀλέθρια <lb/>εἶναι. Σκοπέειν δὲ χρὴ καὶ τὰς ὁποφάσιας τῶν ὀφθαλμῶν ἐν
                        <lb/>τοῖσιν ὕπνοισιν· ἢν γάρ τι ὑποφαίνηται τοῦ λευκοῦ, τῶν βλεφάρων <pb n="118"/> μὴ ξυμβαλλομένων, μὴ ἐκ διαῤῥοίης ἢ φαρμακοποσίης ἐόντι,
                        <lb/>ἢ μὴ εἰθισμένῳ οὕτω καθεύδειν, φλαῦρον τὸ σημεῖον καὶ θανατῶδες
                        <lb/>λίην. Ἢν δὲ καμπύλον γένηται, ἢ πελιὸν, ἢ ὠχρὸν βλέφαρον, <lb/>ἢ
                        χεῖλος, ἢ ῥὶς, μετά τινος τῶν ἄλλων σημείων, εἰδέναι χρὴ <lb/>ἐγγὺς ἐόντα
                        θανάτου· θανατῶδες δὲ καὶ χείλεα ἀπολυόμενα, <lb/>καὶ κρεμάμενα, καὶ ψυχρὰ,
                        καὶ ἔκλευκα γιγνόμενα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Κεκλιμένον δὲ χρὴ καταλαμβάνεσθαι τὸν νοσέοντα ὑπὸ τοῦ <lb/>ἰητροῦ ἐπὶ τὸ
                        πλευρὸν τὸ δεξιὸν, ἢ τὸ ἀριστερὸν, καὶ τὰς χεῖρας <lb/>καὶ τὸν τράχηλον καὶ
                        τὰ σκέλεα ὀλίγον ἐπικεκαμμένα ἔχοντα, <lb/>καὶ τὸ ξύμπαν σῶμα ὑγρὸν
                        κείμενον· οὕτω γὰρ καὶ οἱ πλεῖστοι <lb/>τῶν ὁγιαινόντων κατακλίνονται·
                        ἄρισται δέ εἰσι τῶν κατακλίσιων <lb/>αἱ ὅμοιαι τῇσι τῶν ὁγιαινόντων. Ὕπτιον
                        δὲ κέεσθαι καὶ τὰς <lb/>χεῖρας καὶ τὸν τράχηλον καὶ τὰ σκέλεα ἐκτεταμένα
                        ἔχοντα, ἧσσον <lb/>ἀγαθόν. Εἰ δὲ καὶ προπετὴς γένοιτο, καὶ καταῤῥέοι ἐπὶ τῆς
                        κλίνης <lb/>ἐπὶ τοὺς πόδας, δεινότερόν ἐστιν. Εἰ δὲ καὶ γυμνοὺς τοὺς πόδας
                        <lb/>εὁρίσκοιτο ἔχων, μὴ θερμοὺς κάρτα ἐόντας, καὶ τὰς χεῖρας, καὶ <pb n="120"/> τὸν τράχηλον, καὶ τὰ σκέλεα ἀνωμάλως διεῤῥιμμένα καὶ γυμνὰ,
                        <lb/>κακόν· ἀλυσμὸν γὰρ σημαίνει. Θανατῶδες δὲ καὶ τὸ κεχηνότα
                        <lb/>καθεύδειν αἰεὶ, καὶ τὰ σκέλεα ὑπτίου κειμένου ξυγκεκαμμένα <lb/>εἶναι
                        ἰσχυρῶς, καὶ διαπεπλεγμένα. Ἐπὶ γαστέρα δὲ κέεσθαι <lb/>ᾧ μὴ ξύνηθές ἐστι
                        καὶ ὑγιαίνοντι οὕτω κοιμᾶσθαι, παραφροσύνην <lb/>τινὰ σημαίνει, ἢ ὀδύνην τῶν
                        ἀμφὶ τὴν κοιλίην τόπων. <lb/>Ἀνακαθίζειν δὲ βούλεσθαι τὸν νοσέοντα, τῆς
                        νούσου ἀκμαζούσης, <lb/>πονηρὸν μὲν ἐν πᾶσι τοῖσιν ὀξέσι νουσήμασι, κάκιστον
                        δὲ ἐν τοῖσι <lb/>περιπλευμονικοῖσιν. Ὀδόντας δὲ πρίειν ἐν πυρετοῖσιν,
                        ὁκόσοισι <lb/>μὴ ξύνηθές ἐστιν ἀπὸ παίδων, μανικὸν καὶ θανατῶδες, ἀλλὰ
                        προλέγειν <lb/>ἀπ᾿ ἀμφοῖν κίνδυνον ἐσόμενον· ἢν δὲ καὶ παραφρονέων <pb n="122"/> τοῦτο ποιέῃ, ὀλέθριον γίγεται κάρτα ἤδη. Ἕλκος δὲ ἥν τε
                        <lb/>καὶ προγεγονὸς τύχῃ ἔχων, ἤν τε καὶ ἐν τῇ νούσῳ γένηται, καταμανθάνειν
                        <lb/>δεῖ· ἢν γὰρ μέλλῃ ἀπόλλυσθαι ὁ ἄνθρωπος, πρὸ τοῦ <lb/>θανάτου πελιδνόν
                        τε καὶ ξηρὸν ἔσται, ἢ ὠχρόν τε καὶ ξηρόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Περὶ δὲ χειρῶν φορῆς τάδε γιγνώσκω· ὁκόσοισιν ἐν πυρετοῖσιν <lb/>ὀξέσιν, ἢ
                        ἐν περιπλευμονίῃσιν, ἢ ἐν φρενίτισιν, ἢ ἐν <lb/>κεφαλαλγίῃσι, πρὸ τοῦ
                        προσώπου φερομένας καὶ θηρευούσας <lb/>διὰ κενῆς, καὶ ἀποκαρφολογεούσας, καὶ
                        κροκίδας ἀπὸ τῶν ἱματίων <lb/>ἀποτιλλούσας, καὶ ἀπὸ τοῦ τοίχου ἄχυρα
                        ἀποσπώσας, πάσας <lb/>εἶναι κακὰς καὶ θανατώδεας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Πνεῦμα δὲ πυκνὸν μὲν ἐὸν πόνον σημαίνει ἢ φλεγμονὴν <lb/>ἐν τοῖσιν ὑπὲρ
                        τῶν φρενῶν χωρίοισι· μέγα δὲ ἀναπνεόμενον καὶ <lb/>διὰ πολλοῦ χρόνου
                        παραφροσύνην δηλοῖ· ψυχρὸν δὲ ἐκπνεόμενον ἐκ <lb/>τῶν ῥινῶν καὶ τοῦ στόματος
                        ὀλέθριον κάρτα ἤδη γίγνεται. Εὔπνοιαν <lb/>δὲ χρὴ νομίζειν κάρτα μεγάλην
                        δύναμιν ἔχειν ἐς σωτηρίην <lb/>ἐν ἅπασι τοῖσιν ὀξέσι νουσήμασιν, ὅσα ξὺν
                        πυρετοῖσίν ἐστι καὶ ἐν <lb/>τεσσαράκοντα ἡμέρῃσι κρίνεται. </p></div></div></body></text></TEI>