<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg002.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Λιθιῶσι δὲ μάλιστα ἄνθρωποι, καὶ ὑπὸ νεφριτίδων καὶ στραγγουρίης
                        <lb/>ἁλίσκονται καὶ ἰσχιάδων, καὶ κῆλαι γίγνονται, ὅκου <lb/>ὕδατα πίνουσι
                        παντοδαπώτατα καὶ ἀπὸ ποταμῶν μεγάλων, ἐς οὓς <lb/>ποταμοὶ ἕτεροι
                        ἐμβάλλουσι, καὶ ἀπὸ λίμνης, ἐς ἣν ῥεύματα <lb/>πολλὰ καὶ παντοδαπὰ
                        ἀφικνεῦνται, καὶ ὁκόσοι ὕδασιν ἐπακτοῖσι <pb n="38"/> χρέονται διὰ μακροῦ
                        ἀγομένοισι, καὶ μὴ ἐκ βραχέος. Οὐ γὰρ οἷόν τε <lb/>ἕτερον ἑτέρῳ ἐοικέναι
                        ὕδωρ, ἀλλὰ τὰ μὲν γλυκέα εἶναι, τὰ δὲ ἁλυκά <lb/>τε καὶ στυπτηριώδεα, τὰ δὲ
                        ἀπὸ θερμῶν ῥέειν· ξυμμισγόμενα δὲ <lb/>ταῦτα ἐς ταὐτὸν ἀλλήλοισι στασιάζει,
                        καὶ κρατέει αἰεὶ τὸ ἰσχυρότατον· <lb/>ἰσχύει δὲ οὐκ αἰεὶ τὠυτὸ, ἀλλ᾿ ἄλλοτε
                        ἄλλο κατὰ τὰ <lb/>πνεύματα· τῷ μὲν γὰρ βορέης τὴν ἰσχὺν παρέχεται, τῷ δὲ ὁ
                        νότος, <lb/>καὶ τῶν λοιπῶν πέρι ὠυτὸς λόγος. Ὑφίστασθαι οὖν τοῖσι
                        τοιουτέοισιν <lb/>ἀνάγκη ἐν τοῖσιν ἀγγείοισιν ἰλὺν καὶ ψάμμον· καὶ ἀπὸ
                        τουτέων <lb/>πινευμένων τὰ νουσήματα γίγνεται τὰ προειρημένα· ὅτι δὲ οὐχ
                        <lb/>ἅπασιν, ἑξῆς φράσω. Ὁκόσων μὲν ἥ τε κοιλίη εὔροός τε καὶ ὑγιηρής
                        <lb/>ἐστι, καὶ ἡ κύστις μὴ πυρετώδης, μηδὲ ὁ στόμαχος τῆς κύστιος
                        <lb/>ξυμπέφρακται λίην, οὗτοι μὲν διουρεῦσι ῥηϊδίως, καὶ ἐν τῇ κύστει
                        <lb/>οὐδὲν ξυστρέφεται· ὁκόσων δὲ ἂν ἡ κοιλίη πυρετώδης ᾖ, ἀνάγκη <lb/>καὶ
                        τὴν κύστιν τὠυτὸ πάσχειν· ὁκόταν γὰρ θερμανθῇ μᾶλλον τῆς <lb/>φύσιος,
                        ἐφλέγμηνεν αὐτέης ὁ στόμαχος· ὁκόταν δὲ ταῦτα πάθῃ, <lb/>τὸ οὖρον οὐκ
                        ἀφίησιν, ἀλλ᾿ ἐν ἑωυτέῳ ξυνέψει καὶ ξυγκαίει. Καὶ <lb/>τὸ μὲν λεπτότατον
                        αὐτέου ἀποκρίνεται καὶ τὸ καθαρώτατον διιεῖ <lb/>καὶ ἐξουρέεται, τὸ δὲ
                        παχύτατον καὶ θολωδέστατον ξυστρέφεται καὶ <lb/>ξυμπήγνυται· τὸ μὲν πρῶτον
                        σμικρὸν, ἔπειτα μεῖζον γίγνεται· <lb/>κυλινδεύμενον γὰρ ὑπὸ τοῦ οὔρου, ὅ τι
                        ἂν ξυνίστηται παχὺ, ξυναρμόζει <lb/>πρὸς ἑωυτό· καὶ οὕτως αὔξεταί τε καὶ
                        πωροῦται. Καὶ ὁκόταν <lb/>οὐρέῃ, πρὸς τὸν στόμαχον τῆς κύστιος προσπίπτει
                        ὁπὸ τοῦ οὔρου <lb/>βιαζόμενον, καὶ κωλύει οὐρέειν, καὶ ὀδύνην παρέχει
                        ἰσχυρήν· ὥστε <lb/>τὰ αἰδοῖα τρίβουσι καὶ ἕλκουσι τὰ παιδία τὰ λιθιῶντα·
                        δοκέει γὰρ <lb/>αὐτέοισι τὸ αἴτιον ἐνταῦθα εἶναι τῆς οὐρήσιος. Τεκμήριον δὲ,
                        ὅτι <lb/>οὕτως ἔχει· τὸ γὰρ οὖρον λαμπρότατον οὐρέουσιν οἱ λιθιῶντες, ὅτι
                            <pb n="40"/> τὸ παχύτατον καὶ θολωδέστατον αὐτέου μένει καὶ ξυστρέφεται·
                        τὰ <lb/>μὲν πλεῖστα οὕτω λιθιᾷ. Γίγνεται δὲ παισὶ καὶ ἀπὸ τοῦ γάλακτος,
                        <lb/>ἢν μὴ ὑγιηρὸν ᾖ, ἀλλὰ θερμόν τε λίην καὶ χολῶδες· τὴν γὰρ <lb/>κοιλίην
                        διαθερμαίνει καὶ τὴν κύστιν, ὥστε τὸ οὖρον ξυγκαιόμενον <lb/>ταῦτα πάσχειν.
                        Καὶ φημὶ ἄμεινον εἶναι τοῖσι παιδίοισι τὸν οἶνον <lb/>ὡς ὑδαρέστατον
                        διδόναι· ἧσσον γὰρ τὰς φλέβας ξυγκαίει καὶ ξυναυαίνει. <lb/>Τοῖσι δὲ θήλεσι
                        λίθοι οὐ γίγνονται ὁμοίως· ὁ γὰρ οὐρητὴρ <pb n="42"/> βραχύς ἐστιν ὁ τῆς
                        κύστιος καὶ εὐρὺς, ὥστε βιάζεσθαι τὸ οὖρον <lb/>ῥηϊδίως· οὔτε γὰρ τῇ χειρὶ
                        τρίβει τὸ αἰδοῖον ὥσπερ τὸ ἄρσεν, <lb/>οὔτε ἅπτεται τοῦ οὐρητῆρος· ἐς γὰρ τὰ
                        αἰδοῖα ξυντέτρηνται <lb/>(οἱ δὲ ἄνδρες οὐκ εὐθὺ τέτρηνται, καὶ διότι οἱ
                        οὐρητῆρες εἰσιν οὐκ <lb/>εὐρέες)· καὶ πίνουσι πλεῖον ἢ οἱ παῖδες. Περὶ μὲν
                        οὖν τουτέων ὧδε <lb/>ἔχει, ἢ ὅτι τουτέων ἐγγύτατα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Περὶ δὲ ἐτέων ὧδε ἄν τις ἐνθυμεύμενος διαγιγνώσκοι ὁκοῖόν τι <lb/>μέλλει
                        ἔσεσθαι τὸ ἔτος, εἴτε νοσερὸν, εἴτε ὑγιηρόν. Ἢν μὲν γὰρ κατὰ λόγον
                        <lb/>γένηται τὰ σημεῖα· ἐπὶ τοῖσιν ἄστροισι δύνουσί τε καὶ ἐπιτέλλουσιν,
                        <lb/>ἔν τε τῷ μετοπώρῳ ὕδατα γένηται, καὶ ὁ χειμὼν μέτριος, καὶ <lb/>μήτε
                        λίην εὔδιος, μήτε ὑπερβάλλων τὸν καιρὸν τῷ ψύχει, ἔν τε τῷ ἦρι <lb/>ὕδατα
                        γένηται ὡραῖα, καὶ ἐν τῷ θέρει, οὕτω τὸ ἔτος ὑγιεινότατον εἰκὸς <lb/>εἶναι.
                        Ἢν δὲ ὁ μὲν χειμὼν αὐχμηρὸς καὶ βόρειος γένηται, τὸ δὲ ἦρ <lb/>ἔπομβρον καὶ
                        νότιον, ἀνάγκη τὸ θέρος πυρετῶδες γίγνεσθαι καὶ <lb/>ὀφθαλμίας καὶ
                        δυσεντερίας ἐμποιέειν. Ὁκόταν γὰρ τὸ πνῖγος ἐπιγένηται <lb/>ἐξαίφνης, τῆς τε
                        γῆς ὁγρῆς ἐούσης ὑπὸ τῶν ὄμβρων τῶν ἐαρινῶν <pb n="44"/> καὶ ὁπὸ τοῦ νότου,
                        ἀνάγκη διπλόον τὸ καῦμα εἶναι ὑπό τε τῆς <lb/>γῆς διαβρόχου ἐούσης καὶ
                        θερμῆς καὶ ὑπὸ τοῦ ἡλίου καίοντος, τῶν τε <lb/>κοιλιῶν μὴ ξυνεστηκυιῶν
                        τοῖσιν ἀνθρώποισι, μήτε τοῦ ἐγκεφάλου <lb/>ἀνεξηρασμένου· οὐ γὰρ οἷόν τε,
                        τοῦ ἦρος τοιουτέου ἐόντος, μὴ οὐ <lb/>πλαδᾷν τὸ σῶμα καὶ τὴν σάρκα· ὥστε
                        τοὺς πυρετοὺς ἐπιπίπτειν <lb/>ὀξυτάτους ἅπασι, μάλιστα δὲ τοῖσι
                        φλεγματίῃσιν. Καὶ δυσεντερίας <lb/>εἰκός ἐστι γίγνεσθαι καὶ τῇσι γυναιξὶ καὶ
                        τοῖσιν εἴδεσι <lb/>τοῖσιν ὑγροτάτοισιν. Καὶ ἢν μὲν ἐπὶ κυνὸς ἐπιτολῇ ὕδωρ
                        <lb/>ἐπιγένηται καὶ χειμὼν, καὶ οἱ ἐτησίαι πνεύσωσιν, ἐλπὶς παύσασθαι,
                        <lb/>καὶ τὸ μετόπωρον ὑγιηρὸν γενέσθαι ·ἢν δὲ μὴ, κίνδυνος θανάτους <lb/>τε
                        γενέσθαι τοῖσι παιδίοισι καὶ τῇσι γυναιξὶ, τοῖσι δὲ πρεσβύτῃσιν <lb/>ἥκιστα,
                        τούς τε περιγενομένους ἐς τεταρταίους ἀποτελευτᾷν, <lb/>καὶ ἐκ τῶν
                        τεταρταίων ἐς ὕδρωπας· ἢν δ᾿ ὁ χειμὼν νότιος <lb/>γένηται καὶ ἔπομβρος καὶ
                        εὔδιος, τὸ δὲ ἦρ βόρειόν τε καὶ αὐχμηρὸν <lb/>καὶ χειμέριον, πρῶτον μὲν τὰς
                        γυναῖκας, ὁκόσαι ἂν τύχωσιν <lb/>ἐν γαστρὶ ἔχουσαι, καὶ ὁ τόκος αὐτέῃσιν ᾖ
                        πρὸς τῷ ἦρι, ἐκτιτρώσκεσθαι· <pb n="46"/> ὁκόσαι δ᾿ ἂν καὶ τέκωσιν, ἀκρατέα
                        τὰ παιδία τίκτειν καὶ νοσώδεα, <lb/>ὥστε ἢ αὐτίκα ἀπόλλυσθαι, ἢ ζῶσι λεπτά
                        τε ἐόντα καὶ ἀσθενέα <lb/>καὶ νοσώδεα. Ταῦτα μὲν τῇσι γυναιξίν. Τοῖσι δὲ
                        λοιποῖσι δυσεντερίας, <lb/>καὶ ὀφθαλμίας ξηράς· καὶ ἐνίοισι κατάῤῥους ἀπὸ
                        τῆς κεφαλῆς <lb/>ἐπὶ τὸν πλεύμονα. Τοῖσι μὲν οὖν φλεγματίῃσι τὰς δυσεντερίας
                        <lb/>εἰκὸς γίγνεσθαι, καὶ τῇσι γυναιξὶ, φλέγματος ἐπικαταῤῥυέντος <lb/>ἀπὸ
                        τοῦ ἐγκεφάλου, διὰ τὴν ὑγρότητα τῆς φύσιος· τοῖσι δὲ χολώδεσιν
                        <lb/>ὀφθαλμίας ξηρὰς, διὰ τὴν θερμότητα καὶ ξηρότητα τῆς σαρκός· <lb/>τοῖσι
                        δὲ πρεσβύτῃσι κατάῤῥους, διὰ τὴν ἀραιότητα καὶ τὴν ἔκτηξιν <lb/>τῶν φλεβῶν,
                        ὥστε ἐξαίφνης τοὺς μὲν ἀπόλλυσθαι, τοὺς δὲ <lb/>παραπλήκτους γίγνεσθαι τὰ
                        δεξιὰ ἢ τὰ ἀριστερά. Ὁκόταν γὰρ, τοῦ <lb/>χειμῶνος ἐόντος νοτίου, καὶ θερμοῦ
                        τοῦ σώματος, μὴ ξυνίστηται <lb/>αἷμα μηδὲ φλέβες, τοῦ ἦρος ἐπιγενομένου
                        βορείου καὶ αὐχμηροῦ <lb/>καὶ ψυχροῦ, ὁ ἐγκέφαλος, ὁπηνίκα αὐτὸν ἔδει ἅμα
                        καὶ τῷ <lb/>ἦρι διαλύεσθαι καὶ καθαίρεσθαι ὑπό τε κορύζης καὶ βράγχων,
                        τηνικαῦτα <pb n="48"/> πήγνυταί τε καὶ ξυνίσταται, ὥστε ἐξαίφνης τοῦ θέρεος
                        <lb/>ἐπιγενομένου καὶ τοῦ καύματος, καὶ τῆς μεταβολῆς ἐπιγενομένης,
                        <lb/>ταῦτα τὰ νοσεύματα ἐπιπίπτειν. Καὶ ὁκόσαι μὲν τῶν πόλιων <lb/>κέονταί
                        γε καλῶς τοῦ ἡλίου καὶ τῶν πνευμάτων, ὕδασί τε χρέονται <lb/>ἀγαθοῑσιν,
                        αὗται μὲν ἧσσον αἰσθάνονται τῶν τοιουτέων μεταβολέων· <lb/>ὁκόσαι δὲ ὕδασί
                        τε ἑλείοισι χρέονται καὶ λιμνώδεσι, κέονταί τε μὴ <lb/>καλῶς τῶν πνευμάτων
                        καὶ τοῦ ἡλίου, αὗται δὲ μᾶλλον. Κἢν μὲν τὸ <lb/>θέρος αὐχμηρὸν γένηται,
                        θᾶσσον παύονται αἱ νοῦσοι· ἢν δὲ ἔπομβρον, <lb/>πολυχρόνιοι γίγνονται· καὶ
                        φαγεδαίνας κίνδυνος ἐγγίγνεσθαι <lb/>ἀπὸ πάσης προφάσιος, ἢν ἕλκος
                        ἐγγένηται· καὶ λειεντερίαι καὶ <lb/>ὕδρωπες τελευτῶσι τοῖσι νοσεύμασιν
                        ἐπιγίγνονται· οὐ γὰρ ἀποξηραίνονται <lb/>αἱ κοιλίαι ῥηϊδίως. Ἢν δὲ τὸ θέρος
                        ἔπομβρον γένηται <lb/>καὶ νότιον καὶ τὸ μετόπωρον, χειμῶνα ἀνάγκη νοσερὸν
                        εἶναι, καὶ <pb n="50"/> τοῖσι φλεγματίῃσι καὶ τοῖσι γεραιτέροισι
                        τεσσαράκοντα ἐτέων <lb/>καύσους γίγνεσθαι εἰκὸς, τοῖσι δὲ χολώδεσι
                        πλευρίτιδας καὶ περιπλευμονίας. <lb/>Ἢν δὲ τὸ θέρος αὐχμηρὸν γένηται καὶ
                        βόρειον, τὸ <lb/>δὲ μετόπωρον ἔπομβρον καὶ νότιον, κεφαλαλγίας ἐς τὸν
                        χειμῶνα καὶ <lb/>σφακέλους τοῦ ἐγκεφάλου εἰκὸς γίγνεσθαι, καὶ προσέτι
                        βράγχους <lb/>καὶ κορύζας καὶ βῆχας, ἐνίοισι δὲ καὶ φθίσιας. Ἢν δὲ βόρειόν
                        τε <lb/>ᾖ καὶ ἄνυδρον, καὶ μήτε ὑπὸ κύνα ἔπομβρον, μήτε ἐπὶ τῷ ἀρκτούρῳ,
                        <lb/>τοῖσι μὲν φλεγματίῃσι φύσει ξυμφέρει μάλιστα, καὶ τοῖσιν ὑγροῖσι
                        <lb/>τὰς φύσιας, καὶ τῇσι γυναιξίν· τοῖσι δὲ χολώδεσι τοῦτο πολεμιώτατον
                        <lb/>γίγνεται· λίην γὰρ ἀναξηραίνονται, καὶ ὀφθαλμίαι αὐτέοισιν
                        <lb/>ἐπιγίγνονται ξηραὶ, καὶ πυρετοὶ ὀξέες καὶ πολυχρόνιοι, ἐνίοισι <lb/>δὲ
                        καὶ μελαγχολίαι. Τῆς γὰρ χολῆς τὸ μὲν ὑγρότατον καὶ ὑδαρέστατον
                        <lb/>ἀναλοῦται, τὸ δὲ παχύτατον καὶ δριμύτατον λείπεται, καὶ τοῦ αἵματος
                        <lb/>κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον, ἀφ᾿ ὧν ταῦτα τὰ νοσεύματα αὐτέοισι γίγνεται.
                        <lb/>Τοῖσι δὲ φλεγματίῃσι πάντα ταῦτα ἀρωγά ἐστιν· ἀποξηραίνονται γὰρ,
                        <lb/>καὶ ἐς τὸν χειμῶνα ἀφικνεόνται, οὐ πλαδῶντες, ἀλλὰ ἀνεξηρασμένοι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Κατὰ ταῦτά τις ἐννοεύμενος καὶ σκοπεύμενος προειδείη ἂν <lb/>τὰ πλεῖστα
                        τῶν μελλόντων ἔσεσθαι ἀπὸ τῶν μεταβολέων. Φυλάσσεσθαι <lb/>δὲ χρὴ μάλιστα
                        τὰς μεταβολὰς τῶν ὡρέων τὰς μεγίστας, καὶ <lb/>μήτε φάρμακον διδόναι ἑκόντα,
                        μήτε καίειν ὅ τι ἐς κοιλίην, μήτε <pb n="52"/> τάμνειν, πρὶν παρέλθωσιν
                        ἡμέραι δέκα ἢ καὶ πλείονες· μέγισται <lb/>δέ εἰσιν αἵδε καὶ ἐπικινδυνόταται,
                        ἡλίου τροπαὶ ἀμφότεραι <lb/>καὶ μᾶλλον αἱ θεριναί· καὶ ἰσημερίαι νομιζόμεναι
                        εἶναι ἀμφότεραι, <lb/>μᾶλλον δὲ αἱ μετοπωριναί. Δεῖ δὲ καὶ τῶν ἄστρων τὰς
                        ἐπιτολὰς <lb/>φυλάσσεσθαι, καὶ μάλιστα τοῦ κυνὸς, ἔπειτα ἀρκτούρου, καὶ ἔτι
                        <lb/>πληϊάδων δύσιν· τά τε γὰρ νοσεύματα μάλιστα ἐν ταύτῃσι τῇσιν
                        <lb/>ἡμέρῃσι κρίνεται· καὶ τὰ μὲν ἀποφθίνει, τὰ δὲ λήγει, τὰ δὲ <lb/>ἄλλα
                        πάντα μεθίσταται ἐς ἕτερον εἶδος καὶ ἑτέρην κατάστασιν. <lb/>Περὶ μὲν
                        τουτέων οὕτως ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Βούλομαι δὲ περὶ τῆς Ἀσίης· καὶ τῆς Εὐρώπης δεῖξαι ὁκόσον
                        <lb/>διαφέρουσιν ἀλλήλων ἐς τὰ πάντα, καὶ περὶ τῶν ἐθνέων τῆς μορφῆς,
                        <lb/>ὅτι διαλλάσσει καὶ μηδὲν ἔοικεν ἀλλήλοισιν. Περὶ μὲν <lb/>οὖν ἁπάντων
                        πολὺς ἂν εἴη λόγος, περὶ δὲ τῶν μεγίστων καὶ πλεῖστον <lb/>διαφερόντων ἐρέω
                        ὥς μοι δοκέει ἔχειν. Τὴν Ἀσίην πλεῖστον <lb/>διαφέρειν φημὶ τῆς Εὐρώπης ἐς
                        τὰς φύσιας τῶν ξυμπάντων, τῶν τε <lb/>ἐκ τῆς γῆς φυομένων καὶ τῶν ἀνθρώπων·
                        πολὺ γὰρ καλλίονα καὶ μείζονα <lb/>πάντα γίγνεται ἐν τῇ Ἀσίῃ· ἥ τε χώρη τῆς
                        χώρης ἡμερωτέρη, <lb/>καὶ τὰ ἤθεα τῶν ἀνθρώπων ἠπιώτερακαὶ εὐοργητότερα. Τὸ
                        δὲ <lb/>αἴτιον τουτέων ἡ κρῆσις τῶν ὡρέων, ὅτι τοῦ ἡλίου ἐν μέσῳ τῶν <pb n="54"/> ἀνατολέων κέεται πρὸς τὴν ἠῶ, τοῦ τε ψυχροῦ ποῤῥωτέρω· τὴν
                        <lb/>δὲ αὔξησιν καὶ ἡμερότητα παρέχει πλεῖστον ἁπάντων, ὁκόταν μηδὲν ᾖ
                        <lb/>ἐπικρατέον βιαίως, ἀλλὰ παντὸς ἰσομοιρίη δυναστεύῃ. Ἔχει δὲ κατὰ
                        <lb/>τὴν Ἀσίην οὐ πανταχῆ ὁμοίως, ἀλλ᾿ ὅση μὲν τῆς χώρης ἐν μέσῳ <lb/>κέεται
                        τοῦ θερμοῦ καὶ τοῦ ψυχροῦ, αὕτη μὲν εὐκαρποτάτη <lb/>ἐστὶ καὶ εὐδενδροτάτη
                        καὶ εὐδιεστάτη, καὶ ὕδασι καλλίστοισι <lb/>κέχρηται τοῖσί τε οὐρανίοισι καὶ
                        τοῖσιν ἐκ τῆς γῆς. Οὔτε γὰρ ὑπὸ <lb/>τοῦ θερμοῦ ἐκκέκαυται λίην, οὔτε ὑπὸ
                        αὐχμῶν καὶ ἀνυδρίης ἀναξηραίνεται, <lb/>οὔτε ὑπὸ ψύχεος βεβιασμένη· ἐπεὶ δὲ
                        καὶ διάβροχός <lb/>ἐστιν ὑπό τε ὄμβρων πολλῶν καὶ χιόνος, τά τε ὡραῖα αὐτόθι
                        <lb/>πολλὰ ἐοικὸς γίγνεσθαι, ὁκόσα τε ἀπὸ σπερμάτων, καὶ ὁκόσα αὐτὴ ἡ
                        <lb/>γῆ ἀναδιδοῖ φυτά· ὧν τοῖσι καρποῖσι χρέονται ἄνθρωποι, ἡμεροῦντες
                        <lb/>ἐξ ἀγρίων, καὶ ἐς ἐπιτήδειον μεταφυτέοντες· τά τε ἐντρεφόμενα
                        <lb/>κτήνεα εὐθηνέειν εἰκὸς, καὶ μάλιστα τίκτειν τε πυκνότατα καὶ
                        <lb/>ἐκτρέφειν κάλλιστα· τούς τε ἀνθρώπους εὐτραφέας εἶναι, καὶ τὰ
                        <lb/>εἴδεα καλλίστους, καὶ μεγέθεα μεγίστους, καὶ ἥκιστα διαφόρους ἐς
                        <lb/>τά τε εἴδεα αὐτέων καὶ τὰ μεγέθεα· εἰκός τε τὴν χώρην ταύτην <lb/>τοῦ
                        ἦρος ἐγγύτατα εἶναι κατὰ τὴν φύσιν καὶ τὴν μετριότητα <pb n="56"/> τῶν
                        ὡρέων. Τὸ δὲ ἀνδρεῖον καὶ τὸ ταλαίπωρον καὶ τὸ ἔμπονον καὶ <lb/>τὸ θυμοειδὲς
                        οὐκ ἂν δύναιτο ἐν τοιαύτῃ φύσει ἐγγίγνεσθαι οὔτε ὁμοφύλου <lb/>οὔτε
                        ἀλλοφύλου, ἀλλὰ τὴν ἡδονὴν ἀνάγκη κρατέειν... Διότι <lb/>πολύμορφα γίγνεται
                        τὰ ἐν τοῖσι θηρίοισιν. Περὶ μὲν οὖν Αἰγυπτίων <lb/>καὶ Λιβύων οὕτως ἔχειν
                        μοι δοκέει. </p></div></div></body></text></TEI>