<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg002.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Πολύγονον δὲ οὐχ οἷόν τε εἶναι φύσιν τοιαύτην· οὔτε γὰρ τῷ <lb/>ἀνδρὶ ἡ
                        ἐπιθυμίη τῆς μίξιος γίγνεται πολλὴ διὰ τὴν ὁγρότητα τῆς <lb/>φύσιος καὶ τῆς
                        κοιλίης τὴν μαλθακότητά τε καὶ τὴν ψυχρότητα, <lb/>ἀπὸ τῶν ἥκιστα εἰκὸς
                        εἶναι ἄνδρα οἷόν τε λαγνεύειν· καὶ ἔτι ὑπὸ <pb n="76"/> τῶν ἵππων αἰεὶ
                        κοπτόμενοι, ἀσθενέες γίγνονται ἐς τὴν μίξιν. Τοῖσι <lb/>μὲν ἀνδράσιν αὗται
                        αἱ προφάσιες γίγνονται· τῇσι δὲ γυναιξὶν ἥ τε <lb/>πιότης τῆς σαρκὸς καὶ
                        ὑγρότης· οὐ γὰρ δύνανται ἔτι ξυναρπάζειν αἱ <lb/>μῆτραι τὸν γόνον· οὔτε γὰρ
                        ἐπιμήνιος κάθαρσις αὐτέῃσι γίγνεται ὡς <lb/>χρεών ἐστιν, ἀλλ᾿ ὀλίγον καὶ διὰ
                        χρόνου· τό τε στόμα τῶν μητρέων <lb/>ὑπὸ πιμελῆς ξυγκλείεται, καὶ οὐχ
                        ὑποδέχεται τὸν γόνον· αὐταί τε <lb/>ἀταλαίπωροι καὶ πίεραι, καὶ αἱ κοιλίαι
                        ψυχραὶ καὶ μαλακαί. Καὶ ὑπὸ <lb/>τουτέων τῶν ἀναγκέων οὐ πολύγονόν ἐστι τὸ
                        γένος τὸ Σκυθικόν. <lb/>Μέγα δὲ τεκμήριον αἱ οἰκέτιδες ποιέουσιν· οὐ γὰρ
                        φθάνουσι παρὰ <lb/>ἄνδρα ἀφικνεύμεναι, καὶ ἐν γαστρὶ ἴσχουσι διὰ τὴν
                        ταλαιπωρίην <lb/>καὶ ἰσχνότητα τῆς σαρκός. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>22. Ἔτι τε πρὸς τουτέοισιν εὐνουχίαι γίγνονται οἱ πλεῖστοι <lb/>ἐν Σκύθῃσι,
                        καὶ γυναικεῖα ἐργάζονται, καὶ ὡς αἱ γυναῖκες διαλέγονται <lb/>ὁμοίως·
                        καλεῦνταί τε οἱ τοιοῦτοι ἀνανδριεῖς. Οἱ μὲν ἐπιχώριοι <lb/>τὴν αἰτίην
                        προστιθέασι θεῷ, καὶ σέβονται τουτέους τοὺς ἀνθρώπους <lb/>καὶ προσκυνέουσι,
                        δεδοικότες περὶ ἑωυτέων ἕκαστοι. Ἐμοὶ <lb/>δὲ καὶ αὐτέῳ δοκέει ταῦτα τὰ
                        πάθεα θεῖα εἶναι καὶ τἄλλα πάντα, <lb/>καὶ οὐδὲν ἕτερον ἑτέρου θειότερον
                        οὐδὲ ἀνθρωπινώτερον, ἀλλὰ πάντα <pb n="78"/> ὅμοια καὶ πάντα θεῖα· ἕκαστον
                        δὲ ἔχει φύσιν τῶν τοιουτέων, <lb/>καὶ οὐδὲν ἄνευ φύσιος γίγνεται. Καὶ τοῦτο
                        τὸ πάθος, ὥς μοι δοκέει γίγνεσθαι, <lb/>φράσω· ὑπὸ τῆς ἱππασίης αὐτέους
                        κέδματα λαμβάνει, ἅτε <lb/>αἰεὶ κρεμαμένων ἀπὸ τῶν ἵππων τοῖσι ποσίν· ἔπειτα
                        ἀποχωλοῦνται <lb/>καὶ ἕλκονται τὰ ἰσχία οἳ ἂν σφόδρα νοσήσωσιν. Ἰῶνται δὲ
                        σφᾶς <lb/>αὐτέους τρόπῳ τοιῷδε· ὁκόταν ἄρχηται ἡ νοῦσος, ὄπισθεν τοῦ ὠτὸς
                        <lb/>ἑκατέρην φλέβα τάμνουσιν· ὅταν δὲ ἀποῤῥυῇ τὸ αἷμα, ὕπνος
                        <lb/>ὑπολαμβάνει ὑπὸ ἀσθενείης, καὶ καθεύδουσιν· ἔπειτα ἀνεγείρονται,
                        <lb/>οἱ μέν τινες ὑγιέες ἐόντες, οἱ δ᾿ οὔ. Ἐμοὶ μὲν οὖν δοκέει ἐν <lb/>ταύτῃ
                        τῇ ἰήσει διαφθείρεσθαι ὁ γόνος· εἰσὶ γὰρ παρὰ τὰ ὦτα <lb/>φλέβες, ἃς ἐάν τις
                        ἐπιτάμῃ, ἄγονοι γίγνονται οἱ ἐπιτμηθέντες· <lb/>ταύτας τοίνυν μοι δοκέουσι
                        τὰς φλέβας ἐπιτάμνειν. Οἱ δὲ μετὰ <lb/>ταῦτα, ἐπειδὰν ἀφίκωνται παρὰ
                        γυναῖκας, καὶ μὴ οἷοί τε ἔωσι <lb/>χρέεσθαι σφίσιν, τὸ πρῶτον οὐκ
                        ἐνθυμεῦνται, ἀλλ᾿ ἡσυχίην ἔχουσιν· <lb/>ὁκόταν δὲ δὶς καὶ τρὶς καὶ πλεονάκις
                        αὐτέοισι πειρωμένοισι <lb/>μηδὲν ἀλλοιότερον ἀποβαίνῃ, νομίσαντές τι
                        ἡμαρτηκέναι τῷ θεῷ· <lb/>ὃν ἐπαιτιῶνται, ἐνδύονται στολὴν γυναικείην,
                        καταγνόντες ἑωυτέων <lb/>ἀνανδρείην· γυναικίζουσί τε καὶ ἐργάζονται μετὰ τῶν
                        γυναικῶν ἃ καὶ <lb/>ἐκεῖναι. Τοῦτο δὲ πάσχουσι Σκυθέων οἱ πλούσιοι, οὐχ οἱ
                        κάκιστοι, <pb n="80"/> ἀλλ᾿ οἱ εὐγενέστατοι καὶ ἰσχὺν πλείστην κεκτημένοι,
                        διὰ τὴν <lb/>ἱππασίην· οἱ δὲ πένητες ἧσσον· οὐ γὰρ ἱππάζονται. Καίτοι ἐχρῆν,
                        <lb/>ἐπεὶ θειότερον τοῦτο τὸ νόσευμα τῶν λοιπῶν ἐστιν, οὐ τοῖσι
                        γενναιοτάτοισι <lb/>τῶν Σκυθέων καὶ τοῖσι πλουσιωτάτοισι προσπίπτειν
                        <lb/>μούνοισι, ἀλλὰ τοῖσιν ἅπασιν ὁμοίως, καὶ μᾶλλον τοῖσιν ὀλίγα
                        κεκτημένοισιν, <lb/>οὐ τιμωμένοισιν ἤδη, εἰ χαίρουσιν οἱ θεοὶ καὶ
                        θαυμαζόμενοι <lb/>ὑπ᾿ ἀνθρώπων, καὶ ἀντὶ τουτέων χάριτας ἀποδιδόασιν. Εἰκὸς
                        <lb/>γὰρ τοὺς μὲν πλουσίους θύειν πολλὰ τοῖσι θεοῖσι, καὶ ἀνατιθέναι
                        <lb/>ἀναθήματα, ἐόντων χρημάτων, καὶ τιμᾷν, τοὺς δὲ πένητας ἧσσον, <lb/>διὰ
                        τὸ μὴ ἔχειν, ἔπειτα καὶ ἐπιμεμφομένους ὅτι οὐ διδόασι χρήματα
                        <lb/>αὐτέοισιν· ὥστε τῶν τοιουτέων ἁμαρτιῶν τὰς ζημίας τοὺς <lb/>ὀλίγα
                        κεκτημένους φέρειν μᾶλλον ἢ τοὺς πλουσίους. Ἀλλὰ γὰρ, <lb/>ὥσπερ καὶ
                        πρότερον ἔλεξα, θεῖα μὲν καὶ ταῦτά ἐστιν ὁμοίως <lb/>τοῖσιν ἄλλοισιν·
                        γίγνεται δὲ κατὰ φύσιν ἕκαστα· καὶ ἡ τοιαύτη <lb/>νοῦσος ἀπὸ τοιαύτης
                        προφάσιος τοῖσι Σκύθῃσι γίγνεται οἵην <lb/>εἴρηκα. Ἔχει δὲ καὶ κατὰ τοὺς
                        λοιποὺς ἀνθρώπους ὁμοίως. Ὅκου <lb/>γὰρ ἱππάζονται μάλιστα καὶ πυκνότατα,
                        ἐκεῖ πλεῖστοι ὑπὸ κεδμάτων <lb/>καὶ ἰσχιάδων καὶ ποδαγριῶν ἁλίσκονται, καὶ
                        λαγνεύειν <lb/>κάκιστοί εἰσιν. Ταῦτα δὲ τοῖσί τε Σκύθῃσι πρόσεστι, καὶ
                        εὐνουχοειδέστατοί <lb/>εἰσιν ἀνθρώπων διὰ τὰς προειρημένας προφάσιας, καὶ
                            <pb n="82"/> ὅτι ἀναξυρίδας ἔχουσιν αἰεὶ, καὶ εἰσὶν ἐπὶ τῶν ἵππων τὸ
                        πλεῖστον τοῦ <lb/>χρόνου, ὥστε μήτε χειρὶ ἅπτεσθαι τοῦ αἰδοίου, ὑπό τε τοῦ
                        ψύχεος <lb/>καὶ τοῦ κόπου ἐπιλαθέσθαι τοῦ ἱμέρου καὶ τῆς μίξιος, καὶ μηδὲν
                        <lb/>παρακινέειν πρότερον ἢ ἀνανδρωθῆναι. Περὶ μὲν οὖν τῶν Σκυθέων
                        <lb/>οὕτως ἔχει τοῦ γένεος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Τὸ δὲ λοιπὸν γένος τὸ ἐν τῇ Εὐρώπῃ διάφορον αὐτὸ ἑωυτέῳ <lb/>ἐστι, καὶ
                        κατὰ τὸ μέγεθος καὶ κατὰ τὰς μορφὰς, διὰ τὰς μεταλλαγὰς <lb/>τῶν ὡρέων, ὅτι
                        μεγάλαι γίγνονται καὶ πυκναὶ, καὶ θάλπεά τε <lb/>ἰσχυρὰ καὶ χειμῶνες
                        καρτεροὶ, καὶ ὄμβροι πολλοὶ, καὶ αὖθις αὐχμοὶ <lb/>πολυχρόνιοι, καὶ
                        πνεύματα, ἐξ ὧν μεταβολαὶ πολλαὶ καὶ παντοδαπαί. <pb n="84"/> Ἀπὸ τουτέων
                        εἰκὸς αἰσθάνεσθαι καὶ τὴν γένεσιν ἐν τῇ ξυμπήξει <lb/>τοῦ γόνου ἄλλην καὶ μὴ
                        τῷ αὐτέῳ τὴν αὐτέην γίγνεσθαι, <lb/>ἔν τε τῷ θέρει καὶ τῷ χειμῶνι, μηδὲ ἐν
                        ἐπομβρίῃ καὶ αὐχμῷ· <lb/>διότι τὰ εἴδεα διηλλάχθαι νομίζω τῶν Εὐρωπαίων
                        μᾶλλον ἢ τῶν <lb/>Ασιηνῶν· καὶ τὰ μεγέθεα διαφορώτατα αὐτὰ ἑωυτοῖσιν εἶναι
                        <lb/>κατὰ πόλιν ἑκάστην· αἱ γὰρ φθοραὶ πλείονες ἐγγίγνονται τοῦ <lb/>γόνου
                        ἐν τῇ ξυμπήξει ἐν τῇσι μεταλλαγῇσι τῶν ὡρέων πυκνῇσιν <lb/>ἐούσῃσιν ἢ ἐν
                        τῇσι παραπλησίῃσι καὶ ὁμοίῃσιν. Περί τε τῶν <lb/>ἠθέων ὁ αὐτὸς λόγος· τό τε
                        ἄγριον καὶ τὸ ἄμικτον καὶ τὸ θυμοειδὲς <lb/>ἐν τῇ τοιαύτῃ φύσει ἐγγίγνεται·
                        αἱ γὰρ ἐκπλήξιες πυκναὶ <lb/>γιγνόμεναι τῆς γνώμης τὴν ἀγριότητα ἐντιθέασιν·
                        τὸ δὲ ἥμερόν τε <lb/>καὶ ἤπιον ἀμαυροῦσιν· διότι εὐψυχοτέρους νομίζω τοὺς
                        τὴν <lb/>Εὐρώπην οἰκέοντας εἶναι ἢ τοὺς τὴν Ἀσίην· ἐν μὲν γὰρ τῷ αἰεὶ
                        <lb/>παραπλησίῳ αἱ ῥᾳθυμίαι ἔνεισιν, ἐν δὲ τῷ μεταβαλλομένῳ αἱ
                        <lb/>ταλαιπωρίαι τῷ σώματι καὶ τῇ ψυχῇ· καὶ ἀπὸ μὲν ἡσυχίης καὶ
                        <lb/>ῥᾳθυμίης ἡ δειλίη αὔξεται, ἀπὸ δὲ τῆς ταλαιπωρίης καὶ τῶν πόνων <lb/>αἱ
                        ἀνδρεῖαι. Διὰ τοῦτό εἰσι μαχιμώτεροι οἱ τὴν Εὐρώπην οἰκέοντες, <lb/>καὶ διὰ
                        τοὺς νόμους, ὅτι οὐ βασιλεύονται ὥσπερ οἱ Ἀσιηνοί· <lb/>ὅκου γὰρ
                        βασιλεύονται, ἐκεῖ ἀνάγκη δειλοτάτους εἶναι· εἴρηται δέ <lb/>μοι καὶ
                        πρότερον. Αἱ γὰρ ψυχαὶ δεδούλωνται καὶ, οὐ βούλονται παρακινδυνεύειν <pb n="86"/> ἑκόντες εἰκῆ ὑπὲρ ἀλλοτρίης δυνάμιος. Ὅσοι δὲ αὐτόνομοι,
                        <lb/>ὑπὲρ ἑωυτέων γὰρ τοὺς κινδύνους αἱρεῦνται καὶ οὐκ ἄλλων,
                        <lb/>προθυμεῦνται ἑκόντες καὶ ἐς τὸ δεινὸν ἔρχονται· τὰ γὰρ ἀριστεῖα
                        <lb/>τῆς νίκης αὐτοὶ φέρονται· οὕτως οἱ νόμοι οὐχ ἥκιστα τὴν εὐψυχίην
                        <lb/>ἐργάζονται. Τὸ μὲν οὖν ὅλον καὶ τὸ ἅπαν οὕτως ἔχει περί τε τῆς
                        <lb/>Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀσίης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. Ἔνεισι δὲ καὶ ἐν τῇ Εὐρώπῃ φῦλα διάφορα ἕτερα ἑτέροισι <lb/>καὶ τὰ
                        μεγέθεα καὶ τὰς μορφὰς καὶ τὰς ἀνδρείας· τὰ δὲ διαλλάσσοντα <lb/>ταῦτά
                        ἐστιν, ἃ καὶ ἐπὶ τῶν πρότερον εἴρηται· ἔτι δὲ σαφέστερον <lb/>φράσω. Ὁκόσοι
                        μὲν χώρην ὀρεινήν τε οἰκέουσι καὶ τρηχείην <lb/>καὶ ὑψηλὴν καὶ ἔνυδρον, καὶ
                        αἱ μεταβολαὶ αὐτέοισι γίγνονται <lb/>τῶν ὡρέων μέγα διάφοροι, ἐνταῦθα εἰκὸς
                        εἴδεα μεγάλα εἶναι, καὶ <lb/>πρὸς τὸ ταλαίπωρον καὶ τὸ ἀνδρεῖον εὖ πεφυκότα·
                        καὶ τό τε <lb/>ἄγριον καὶ τὸ θηριῶδες αἱ τοιαῦται φύσιες οὐχ ἥκιστα ἔχουσιν·
                        <lb/>δκόσοι δὲ κοῖλα χωρία καὶ λειμακώδεα καὶ πνιγηρὰ, καὶ τῶν <lb/>θερμῶν
                        πνευμάτων πλέον μέρος μετέχουσιν ἢ τῶν ψυχρῶν, <pb n="88"/> ὕδασί τε
                        χρέονται θερμοῖσιν, οὗτοι μεγάλοι μὲν οὐκ ἂν εἴησαν <lb/>οὐδὲ κανονίαι· ἐς
                        εὖρος δὲ πεφυκότες καὶ σαρκώδεες καὶ μελανότριχες· <lb/>καὶ αὐτοὶ μέλανες
                        μᾶλλον ἢ λευκότεροι, φλεγματίαι τε <lb/>ἧσσον ἢ χολώδεες· τὸ δὲ ἀνδρεῖον καὶ
                        τὸ ταλαίπωρον ἐν τῇ ψυχῇ, <lb/>φύσει μὲν οὐκ ἂν ὁμοίως ἐνείη, νόμος δὲ
                        προσγενόμενος ἀπεργάσοιτ᾿ <lb/>ἄν. Καὶ εἰ μὲν ποταμοὶ ἐνείησαν ἐν τῇ χώρῃ,
                        οἵτινες ἐκ τῆς <lb/>χώρης ἐξοχετεύουσι τό τε στάσιμον καὶ τὸ ὄμβριον, οὗτοι
                        ἄν <lb/>ὑγιηροί τε εἴησαν καὶ λαμπροί· εἰ μέντοι ποταμοὶ μὲν μὴ εἴησαν,
                        <lb/>τὰ δὲ ὕδατα κρηναῖά τε καὶ στάσιμα πίνοιεν καὶ ἑλώδεα, <lb/>ἀνάγκη τὰ
                        τοιαῦτα εἴδεα προγαστρότερα εἶναι καὶ σπληνώδεα. <pb n="90"/> Ὁκόσοι δὲ
                        ὑψηλὴν οἰκέουσι χώρην καὶ λείην καὶ ἀνεμώδεα <lb/>καὶ ἔνυδρον, εἶεν ἂν εἴδεα
                        μεγάλοι καὶ ἑωυτέοισι παραπλήσιοι· <lb/>ἀνανδρότεραι δὲ καὶ ἡμερώτεραι
                        τουτέων αἱ γνῶμαι· ὁκόσοι δὲ <lb/>λεπτά τε καὶ ἄνυδρα καὶ ψιλὰ, τῇσι δὲ
                        μεταβολῇσι τῶν ὡρέων <lb/>οὐκ εὔκρητα, ἐν ταύτῃ τῇ χώρῃ τὰ εἴδεα εἰκὸς
                        σκληρά <lb/>τε εἶναι καὶ ἔντονα, καὶ ξανθότερα ἢ μελάντερα, καὶ τὰ ἤθεα
                        <lb/>καὶ τὰς ὀργὰς αὐθάδεάς τε καὶ ἰδιογνώμονας. Ὅκου γὰρ μεταβολαί
                        <lb/>εἰσι πυκνόταται τῶν ὡρέων καὶ πλεῖστον διάφοροι αὐταὶ <lb/>ἑωυτέῃσιν,
                        ἐκεῖ καὶ τὰ εἴδεα καὶ τὰ ἤθεα καὶ τὰς φύσιας εὑρήσεις <lb/>πλεῖστον
                        διαφερούσας. Μέγισται μὲν οὖν εἰσιν αὗται τῆς φύσιος <lb/>αἱ διαλλαγαί·
                        ἔπειτα δὲ καὶ ἡ χώρη ἐν ᾗ ἄν τις τρέφηται, καὶ τὰ <lb/>ὕδατα· εὁρήσεις γὰρ
                        ἐπὶ τὸ πλῆθος τῆς χώρης τῇ φύσει ἀκολουθέοντα <lb/>καὶ τὰ εἴδεα τῶν ἀνθρώπων
                        καὶ τοὺς τρόπους. Ὅκου μὲν <lb/>γὰρ ἡ γῆ πίειρα καὶ μαλθακὴ καὶ ἔνυδρος, καὶ
                        τὰ ὕδατα κάρτα <lb/>μετέωρα ἔχουσα, ὡστε θερμὰ εἶναι τοῦ θέρεος, καὶ τοῦ
                        χειμῶνος <lb/>ψυχρὰ, καὶ τῶν ὡρέων καλῶς κέεται, ἐνταῦθα καὶ οἱ ἄνθρωποι
                        σαρκώδεές <lb/>εἰσι καὶ ἄναρθροι καὶ ὑγροὶ, καὶ ἀταλαίπωροι, καὶ τὴν ψυχὴν
                        κωκοὶ <pb n="92"/> ὡς ἐπὶ τὸ πουλύ· τό τε ῥᾴθυμον καὶ τὸ ὑπνηρόν ἐστιν ἐν
                        <lb/>αὐτέοισιν ἰδεῖν· ἔς τε τὰς τέχνας παχέες καὶ οὐ λεπτοὶ οὐδ᾿ ὀξέες.
                        <lb/>Ὅκου δ᾿ ἐστὶν ἡ χώρη ψιλή τε καὶ ἀνώχυρος καὶ τρηχείη, καὶ ὑπὸ <lb/>τοῦ
                        χειμῶνος πιεζομένη, καὶ ὑπὸ τοῦ ἡλίου κεκαυμένη, ἐνταῦθα <lb/>δὲ σκληρούς τε
                        καὶ ἰσχνοὺς καὶ διηρθρωμένους καὶ ἐντόνους <lb/>καὶ δασέας ἂν ἴδοις· τό τε
                        ἐργατικὸν ὀξὺ ἐνεὸν ἐν τῇ <lb/>φύσει τῇ τοιαύτῃ καὶ τὸ ἄγρυπνον, τά τε ἤθεα
                        καὶ τὰς ὀργὰς <lb/>αὐθάδεας καὶ ἰδιογνώμονας, τοῦ τε ἀγρίου μᾶλλον
                        μετέχοντας <lb/>ἢ τοῦ ἡμέρου, ἔς τε τὰς τέχνας ὀξυτέρους τε καὶ ξυνετωτέρους
                        καὶ <lb/>τὰ πολέμια ἀμείνους εὑρήσεις· καὶ τἄλλα τὰ ἐν τῇ γῇ φυόμενα
                        <lb/>πάντα ἀκόλουθα ἐόντα τῇ γῇ. Αἱ μὲν ἐναντιώταται φύσιές τε <lb/>καὶ
                        ἰδέαι ἔχουσιν οὕτως· ἀπὸ δὲ τουτέων τεκμαιρόμενος τὸ λοιπὰ <lb/>ἐνθυμέεσθαι,
                        καὶ οὐχ ἁμαρτήσῃ. </p></div></div></body></text></TEI>