<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg002.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Περὶ δὲ τῆς ἀθυμίης τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς ἀνανδρείης, <lb/>ὅτι
                        ἀπολεμώτεροί εἰσι τῶν Εὐρωπαίων οἱ Ἀσιηνοὶ, καὶ ἡμερώτεροι <lb/>τὰ ἤθεα, αἱ
                        ὧραι αἴτιαι μάλιστα, οὐ μεγάλας τὰς μεταβολὰς ποιεύμεναι, <lb/>οὔτε ἐπὶ τὸ
                        θερμὸν, οὔτε ἐπὶ τὸ ψυχρὸν, ἀλλὰ παραπλησίως. <lb/>Οὐ γὰρ γίγνονται
                        ἐκπλήξιες τῆς γνώμης, οὔτε μετάστασις ἰσχυρὴ <pb n="64"/> τοῦ σώματος, ἀφ᾿
                        ὕτων εἰκὸς τὴν ὀργὴν ἀγριοῦσθαί τε, καὶ τοῦ <lb/>ἀγνώμονος καὶ θυμοειδέος
                        μετέχειν μᾶλλον ἢ ἐν τῷ αὐτέῳ <lb/>αἰεὶ ἐόντα. Αἱ γὰρ μεταβολαί εἰσι τῶν
                        πάντων, αἵ τε ἐγείρουσαι <lb/>τὴν γνώμην τῶν ἀνθρώπων, καὶ οὐκ ἐῶσαι
                        ἀτρεμίζειν. <lb/>Διὰ ταύτας ἐμοὶ δοκέει τὰς προφάσιας ἄναλκες εἰναι τὸ γένος
                        τὸ <lb/>Ἀσιηνόν· καὶ προσέτι διὰ τοὺς νόμους. Τῆς γὰρ Ἀσίης τὰ πολλὰ
                        βασιλεύεται. <lb/>Ὅκου δὲ μὴ αὐτοὶ ἑωυτέων εἰσὶ καρτεροὶ ἄνθρωποι μηδὲ
                        <lb/>αὐτόνομοι, ἀλλὰ δεσπόζονται, οὐ περὶ τουτέου αὐτέοισιν ὁ λόγος ἐστὶν,
                        <lb/>ὅκως τὰ πολέμια ἀσκήσωσιν, ἀλλ᾿ ὅκως μὴ δόξωσι μάχιμοι εἶναι. <lb/>Οἱ
                        γὰρ κίνδυνοι οὐχ ὅμοιοι εἰσίν· τοὺς μὲν γὰρ στρατεύεσθαι εἰκὸς <lb/>καὶ
                        ταλαιπωρέειν καὶ ἀποθνήσκειν ἐξ ἀνάγκης ὑπὲρ τῶν δεσποτέων, <lb/>ἀπό τε
                        παιδίων καὶ γυναικὸς ἐόντας καὶ τῶν λοιπῶν φίλων· καὶ <lb/>ὁκόσα μὲν ἂν
                        χρηστὰ καὶ ἀνδρεῖα ἐργάσωνται, οἱ δεσπόται ἀπ᾿ αὐτέων <lb/>αὔξονταί τε καὶ
                        ἐκφύονται· τοὺς δὲ κινδύνους καὶ θανάτους αὐτοὶ <lb/>καρποῦνται· ἔτι δὲ πρὸς
                        τούτοισι τῶν τοιούτων ἀνθρώπων ἀνάγκη <lb/>ἐρημοῦσθαι τὴν γῆν ὑπό τε
                        πολεμίων καὶ ἀργίης· ὥστε, καὶ εἴ τις <lb/>φύσει πέφυκεν ἀνδρεῖος καὶ
                        εὔψυχος, ἀποτρέπεσθαι τὴν γνώμην <lb/>ἀπὸ τῶν νόμων. Μίγα δὲ τεκμήριον
                        τουτέων· ὁκόσοι γὰρ ἐν τῇ <lb/>Ἀσίῃ Ἕλληνες ἢ βάρβαροι μὴ δεσπόζονται, ἀλλ᾿
                        αὐτόνομοί εἰσι καὶ <lb/>ἑωυτέοισι ταλαιπωρεῦσιν, οὗτοι μαχιμώτατοί εἰσι
                        πάντων· τοὺς <lb/>γὰρ κινδύνους ἑωυτέων πέρι κινδυνεύουσιν, καὶ τῆς ἀνδρείης
                        αὐτέοι <lb/>τὰ ἆθλα φέρονται, καὶ τῆς δειλίης τὴν ζημίην ὡσαύτως. Εὑρήσεις
                        δὲ <lb/>καὶ τοὺς Ἀσιηνοὺς διαφέροντας αὐτοὺς ἑωυτέων, τοὺς μὲν βελτίονας,
                            <pb n="66"/> τοὺς δὲ φαυλοτέρους ἐόντας· τουτέων δὲ αἱ μεταβολαὶ αἴτιαι
                        <lb/>τῶν ὡρέων, ὥσπερ μοι εἴρηται ἐν τοῖσι προτέροισιν. Καὶ περὶ μὲν
                        <lb/>τῶν ἐν τῇ Ἀσίῃ οὕτως ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ἐν δὲ τῇ Εὐρώπῃ ἐστὶν ἔθνος Σκυθικὸν, ὃ περὶ τὴν λίμνην <lb/>οἰκέει τὴν
                        Μαιῶτιν, διαφέρον τῶν ἐθνέων τῶν ἄλλων, Σαυρομάται <lb/>καλεῦνται. Τουτέων
                        αἱ γυναῖκες ἱππάζονταί τε καὶ τοξεύουσι, <lb/>καὶ ἀκοντίζουσιν ἀπὸ τῶν
                        ἵππων, καὶ μάχονται τοῖσι πολεμίοισιν, <lb/>ἕως ἂν παρθένοι ἔωσιν. Οὐκ
                        ἀποπαρθενεύονται δὲ μέχρις ἂν τῶν <lb/>πολεμίων τρεῖς ἀποκτείνωσι, καὶ οὐ
                        πρότερον ξυνοικέουσιν ἤπερ <lb/>τὰ ἱερὰ θύουσαι τὰ ἐν νόμῳ. Ἣ δ᾿ἂν ἄνδρα
                        ἑωυτῇ ἄρηται, παύεται <lb/>ἱππαζομένη, ἕως ἂν μὴ ἀνάγκη καταλάβῃ παγκοίνου
                        στρατείης. <lb/>Τὸν δεξιὸν δὲ μαζὸν οὐκ ἔχουσιν. Παιδίοισι γὰρ ἐοῦσιν ἔτι
                        <lb/>νηπίοισιν αἱ μητέρες χαλκεῖον τετεχνημένον ἐπ᾿ αὐτέῳ τουτέῳ
                        <lb/>διάπυρον ποιέουσαι, πρὸς τὸν μαζὸν τιθέασι τὸν δεξιὸν, καὶ ἐπικαίεται,
                            <pb n="68"/> ὥστε τὴν αὔξησιν φθείρεσθαι, ἐς δὲ τὸν δεξιὸν ὦμον καὶ
                        βραχίονα <lb/>πᾶσαν τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ πλῆθος ἐκδιδόναι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Περὶ δὲ τῶν λοιπῶν Σκυθέων τῆς μορφῆς, ὅτι αὐτοὶ ἑωυτοῖσιν <lb/>ἐοίκασι,
                        καὶ οὐδαμῶς ἄλλοισιν, ὠυτὸς λόγος καὶ περὶ τῶν <lb/>Αἰγυπτίων, πλὴν, ὅτι οἱ
                        μὲν ὑπὸ τοῦ θερμοῦ εἰσι βεβιασμένοι, οἱ <lb/>δ᾿ ὑπὸ τοῦ ψυχροῦ. Ἡ δὲ Σκυθέων
                        ἐρημίη καλευμένη πεδιάς ἐστι καὶ <lb/>λειμακώδης καὶ ὑψηλὴ, καὶ ἔνυδρος
                        μετρίως· ποταμοὶ γάρ εἰσι μεγάλοι <lb/>οἳ ἐξοχετεύουσι τὸ ὕδωρ ἐκ τῶν
                        πεδίων. Ἐνταῦθα καὶ οἱ <lb/>Σκύθαι διαιτεῦνται, Νομάδες δὲ καλεῦνται, ὅτι
                        οὐκ ἔστιν οἰκήματα, <lb/>ἀλλ᾿ ἐν ἁμάξῃσιν οἰκεῦσιν. Αἱ δὲ ἅμαξαί εἰσιν, αἱ
                        μὲν ἐλάχισται, <lb/>τετράκυκλοι, αἱ δὲ ἑξάκυκλοι· αὗται δὲ πίλοισι
                        περιπεφραγμέναι· <lb/>εἰσὶ δὲ καὶ τετεχνασμέναι ὥσπερ οἰκήματα, τὰ μὲν
                        <lb/>ἁπλᾶ, τὰ δὲ τριπλᾶ· ταῦτα δὲ καὶ στεγνὰ πρὸς ὕδωρ, καὶ πρὸς χιόνα,
                        <lb/>καὶ πρὸς τὰ πνεύματα. Τὰς δὲ ἅμαξας ἕλκουσι ζεύγεα, τὰς μὲν δύο,
                        <lb/>τὰς δὲ τρία βοῶν, κέρως ἄτερ· οὐ γὰρ ἔχουσι κέρατα ὑπὸ ψύχεος. <lb/>Ἐν
                        ταύτῃσι μὲν οὖν τῇσιν ἁμάξῃσιν αἱ γυναῖκες διαιτεῦνται· αὐτοὶ <lb/>δ᾿ἐφ᾿
                        ἵππων ὀχεῦνται οἱ ἄνδρες· ἕπονται δὲ αὐτέοισι καὶ τὰ πρόβατα <lb/>ἐόντα καὶ
                        αἱ βόες καὶ οἱ ἵπποι· μένουσι δ᾿ ἐν τῷ αὐτέῳ τοσοῦτον <lb/>χρόνον, ὅσον ἂν
                        ἀπόχρη ωὐτέοισι τοῖσι κτήνεσιν ὁ χόρτος· ὁκόταν δὲ <lb/>μηκέτι, ἐς ἑτέρην
                        χώρην μετέρχονται. Αὐτοὶ δ᾿ ἐσθίουσι κρέα ἑφθὰ, <lb/>καὶ πίνουσι γάλα ἵππων,
                        καὶ ἱππάκην τρώγουσιν· τοῦτο δ᾿ ἐστὶ <pb n="70"/> τυρὸς ἵππων. Τὰ μὲν ἐς τὴν
                        δίαιταν αῤτέων οὕτως ἔχει καὶ τοὺς <lb/>νόμους. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Περὶ δὲ τῶν ὡρέων καὶ τῆς μορφῆς, ὅτι πολὺ ἀπήλλακται <lb/>τῶν λοιπῶν
                        ἀνθρώπων τὸ Σκυθικὸν γένος, καὶ ἔοικεν αὐτὸ <lb/>ἑωυτέῳ, ὥσπερ τὸ Αἰγύπτιον,
                        καὶ ἥκιστα πολύγονόν ἐστιν· καὶ ἡ <lb/>χώρη ἐλάχιστα θηρία τρέφει κατὰ
                        μέγεθος καὶ πλῆθος. Κέεται γὰρ <lb/>ὑπ᾿ αὐτῇσι τῇσιν ἄρκτοισι καὶ τοῖσιν
                        ὄρεσι τοῖσι Ῥιπαίοισιν, ὅθεν ὁ <lb/>βορίης πνέει· ὅ τε ἥλιος τελευτῶν
                        ἐγγύτατα γίγνεται, ὁκόταν ἐπὶ τὰς <lb/>θερινὰς ἔλθῃ περιόδους, καὶ τότε
                        ὀλίγον χρόνον θερμαίνει, καὶ <lb/>οὐ σφόδρα· τὰ δὲ πνεύματα τὰ ἀπὸ τῶν
                        θερμῶν πνέοντα οὐκ ἀφικνέεται, <lb/>ἢν μὴ ὀλιγάκις καὶ ἀσθενέα, ἀλλ᾿ ἀπὸ τῶν
                        ἄρκτων αἰεὶ <lb/>πνέουσι πνεύματα ψυχρὰ ἀπό τε χιόνος καὶ κρυστάλλων καὶ
                        ὑδάτων <lb/>πολλῶν· οὐδέποτε δὲ τὰ ὄρεα ἐκλείπει· ἀπὸ τουτέων δὲ δυσοίκητά
                        <lb/>ἐστιν. Ἠήρ τε κατέχει πουλὺς τῆς ἡμέρης τὰ πεδία, καὶ ἐν αὐτέοισι <pb n="72"/> τέοισι διαιτεῦνται· ὥστε τὸν μὲν χειμῶνα αἰεὶ εἶναι, τὸ δὲ
                        θάρος <lb/>ὀλίγας ἡμέρας, καὶ ταύτας μὴ λίην. Μετέωρα γὰρ τὰ πεδία καὶ ψιλὰ,
                        <lb/>καὶ οὐκ ἐστεφάνωνται ὄρεσιν, ἀλλ᾿ ἀνάντεα ὑπὸ τῶν ἄρκτων. <lb/>Αὐτόθι
                        καὶ τὰ θηρία οὐ γίγνεται μεγάλα, ἀλλ᾿ οἷά τέ ἐστιν ὑπὸ γῆν <lb/>σκεπάξεσθαι
                        ὁ γὰρ χειμὼν κωλύει καὶ τῆς γῆς ἡ ψιλότης, καὶ ὅτι <lb/>οὐκ ἔστιν ἀλέη οὐδὲ
                        σκέπη. Αἱ γὰρ μεταβολαὶ τῶν ὡρέων οὐκ εἰσὶ <lb/>μεγάλαι οὐδὲ ἰσχυραὶ, ἀλλ᾿
                        ὅμοιαι καὶ ὀλίγον μεταβάλλουσαι· <lb/>διότι καὶ τὰ εἴδεα ὅμοια αὐτὰ
                        ἑωυτέοισίν εἰσιν· σίτῳ τε χρέονται <lb/>αἰεὶ ὁμοίως, ἐσθῆτί τε αὐτέῃ καὶ
                        θέρεος καὶ χειμῶνος, τόν τε ἠέρα <lb/>ὑδατεινὸν ἕλκοντες καὶ παχὺν, τά τε
                        ὕδατα πίνοντες ἀπὸ χιόνος καὶ <lb/>παγετῶν, τοῦ τε ταλαιπώρου ἀπεόντος· οὐ
                        γὰρ οἷόν τε τὸ σῶμα ταλαιπωρέεσθαι, <lb/>οὐδὲ τὴν ψυχὴν, ὅκου μεταβολαὶ μὴ
                        γίγνονται ἰσχυραί. <lb/>Διὰ ταύτας τὰς ἀνάγκας τὰ εἴδεα αὐτέων παχέα ἐστὶ
                        καὶ σαρκώδεα, <lb/>καὶ ἄναρθρα καὶ ὑγρὰ καὶ ἄτονα· αἵ τε κοιλίαι ὑγρόταται,
                        πασέων <lb/>κοιλιῶν αἱ κάτω· οὐ γὰρ οἷόν τε νηδὺν ἀναξηραίνεσθαι ἐν
                        <lb/>τοιαύτῃ χώρῃ καὶ φύσει καὶ ὥρης καταστάσει· ἀλλὰ διὰ πιμελήν <lb/>τε
                        καὶ ψιλὴν τὴν σάρκα, τά τε εἴδεα ἔοικεν ἀλλήλοισι, τά τε ἄρσενα <lb/>τοῖσιν
                        ἄρσεσι, καὶ τὰ θήλεα τοῖσι θήλεσιν. Τῶν γὰρ ὡρέων <lb/>παραπλησίων ἐουσέων,
                        φθοραὶ οὐκ ἐγγίγνονται οὐδὲ κακώσιες <lb/>ἐν τῇ τοῦ γόνου ξυμπήξει, ἢν μή
                        τινος ἀνάγκης βιαίου τύχῃ ἢ <lb/>νούσου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Μέγα δὲ τεκμήριον ἐς τὴν ὑγρότητα παρέξομαι. Σκυθέων <pb n="74"/> γὰρ
                        τοὺς πολλοὺς, ἅπαντας ὅσοι Νομάδες, εὑρήσεις κεκαυμένους <lb/>τούς τε ὤμους
                        καὶ τοὸς βραχίονας καὶ τοὺς καρποὺς τῶν <lb/>χειρέων, καὶ τὰ στήθεα, καὶ τὰ
                        ἰσχία καὶ τὴν ὀσφὺν, δι᾿ ἄλλ᾿ οὐδὲν <lb/>ἢ διὰ τὴν ὑγρότητα τῆς φύσιος καὶ
                        τὴν μαλακίην· οὐ γὰρ δύνανται <lb/>οὔτε τοῖσι τόξοισι ξυντείνειν, οὔτε τῷ
                        ἀκοντίῳ ἐμπίπτειν τῷ ὤμῳ <lb/>ὑπὸ ὑγρότητος καὶ ἀτονίης· ὁκόταν δὲ καυθῶσιν,
                        ἀναξηραίνεται ἐκ <lb/>τῶν ἄρθρων τὸ πολὺ τοῦ ὑγροῦ, καὶ ἐντονώτερα μᾶλλον
                        γίγνεται, <lb/>καὶ τροφιμώτερα, καὶ ἠρθρωμένα τὰ σώματα μᾶλλον. Ῥοϊκὰ δὲ
                        <lb/>γίγνεται καὶ πλατέα· πρῶτον μὲν ὅτι οὐ σπαργανοῦνται ὥσπερ ἐν
                        <lb/>Αἰγύπτῳ, οὐδὲ νομίζουσι διὰ τὴν ἱππασίην, ὅκως ἂν εὔεδροι <lb/>ἔωσιν·
                        ἔπειτα δὲ διὰ τὴν ἕδρην· τά τε γὰρ ἄρσενα, ἕως ἂν οὐχ οἷά <lb/>τε ἐφ᾿ ἵππου
                        ὀχέεσθαι, τὸ πολὸ τοῦ χρόνου κάθηται ἐν τῇ ἁμάξῃ, <lb/>καὶ βραχὺ τῇ βαδίσει
                        χρέονται, διὰ τὰς μεταναστάσιας καὶ περιελάσιας· <lb/>τὰ δὲ θήλεα θαυμαστὸν
                        οἷον ῥοϊκὰ καὶ βραδέα εἶναι τὰ <lb/>εἴδεα. Πυῤῥὸν δὲ τὸ γένος ἐστὶ τὸ
                        Σκυθικὸν διὰ τὸ ψύχος, οὐκ <lb/>ἐπιγιγνομένου ὀξέως τοῦ ἡλίου· ὑπὸ δὲ τοῦ
                        ψύχεος ἡ λευκότης <lb/>ἐπικαίεται καὶ γίγνεται πυῤῥή. </p></div></div></body></text></TEI>