<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg002.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Κατὰ ταῦτά τις ἐννοεύμενος καὶ σκοπεύμενος προειδείη ἂν <lb/>τὰ πλεῖστα
                        τῶν μελλόντων ἔσεσθαι ἀπὸ τῶν μεταβολέων. Φυλάσσεσθαι <lb/>δὲ χρὴ μάλιστα
                        τὰς μεταβολὰς τῶν ὡρέων τὰς μεγίστας, καὶ <lb/>μήτε φάρμακον διδόναι ἑκόντα,
                        μήτε καίειν ὅ τι ἐς κοιλίην, μήτε <pb n="52"/> τάμνειν, πρὶν παρέλθωσιν
                        ἡμέραι δέκα ἢ καὶ πλείονες· μέγισται <lb/>δέ εἰσιν αἵδε καὶ ἐπικινδυνόταται,
                        ἡλίου τροπαὶ ἀμφότεραι <lb/>καὶ μᾶλλον αἱ θεριναί· καὶ ἰσημερίαι νομιζόμεναι
                        εἶναι ἀμφότεραι, <lb/>μᾶλλον δὲ αἱ μετοπωριναί. Δεῖ δὲ καὶ τῶν ἄστρων τὰς
                        ἐπιτολὰς <lb/>φυλάσσεσθαι, καὶ μάλιστα τοῦ κυνὸς, ἔπειτα ἀρκτούρου, καὶ ἔτι
                        <lb/>πληϊάδων δύσιν· τά τε γὰρ νοσεύματα μάλιστα ἐν ταύτῃσι τῇσιν
                        <lb/>ἡμέρῃσι κρίνεται· καὶ τὰ μὲν ἀποφθίνει, τὰ δὲ λήγει, τὰ δὲ <lb/>ἄλλα
                        πάντα μεθίσταται ἐς ἕτερον εἶδος καὶ ἑτέρην κατάστασιν. <lb/>Περὶ μὲν
                        τουτέων οὕτως ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Βούλομαι δὲ περὶ τῆς Ἀσίης· καὶ τῆς Εὐρώπης δεῖξαι ὁκόσον
                        <lb/>διαφέρουσιν ἀλλήλων ἐς τὰ πάντα, καὶ περὶ τῶν ἐθνέων τῆς μορφῆς,
                        <lb/>ὅτι διαλλάσσει καὶ μηδὲν ἔοικεν ἀλλήλοισιν. Περὶ μὲν <lb/>οὖν ἁπάντων
                        πολὺς ἂν εἴη λόγος, περὶ δὲ τῶν μεγίστων καὶ πλεῖστον <lb/>διαφερόντων ἐρέω
                        ὥς μοι δοκέει ἔχειν. Τὴν Ἀσίην πλεῖστον <lb/>διαφέρειν φημὶ τῆς Εὐρώπης ἐς
                        τὰς φύσιας τῶν ξυμπάντων, τῶν τε <lb/>ἐκ τῆς γῆς φυομένων καὶ τῶν ἀνθρώπων·
                        πολὺ γὰρ καλλίονα καὶ μείζονα <lb/>πάντα γίγνεται ἐν τῇ Ἀσίῃ· ἥ τε χώρη τῆς
                        χώρης ἡμερωτέρη, <lb/>καὶ τὰ ἤθεα τῶν ἀνθρώπων ἠπιώτερακαὶ εὐοργητότερα. Τὸ
                        δὲ <lb/>αἴτιον τουτέων ἡ κρῆσις τῶν ὡρέων, ὅτι τοῦ ἡλίου ἐν μέσῳ τῶν <pb n="54"/> ἀνατολέων κέεται πρὸς τὴν ἠῶ, τοῦ τε ψυχροῦ ποῤῥωτέρω· τὴν
                        <lb/>δὲ αὔξησιν καὶ ἡμερότητα παρέχει πλεῖστον ἁπάντων, ὁκόταν μηδὲν ᾖ
                        <lb/>ἐπικρατέον βιαίως, ἀλλὰ παντὸς ἰσομοιρίη δυναστεύῃ. Ἔχει δὲ κατὰ
                        <lb/>τὴν Ἀσίην οὐ πανταχῆ ὁμοίως, ἀλλ᾿ ὅση μὲν τῆς χώρης ἐν μέσῳ <lb/>κέεται
                        τοῦ θερμοῦ καὶ τοῦ ψυχροῦ, αὕτη μὲν εὐκαρποτάτη <lb/>ἐστὶ καὶ εὐδενδροτάτη
                        καὶ εὐδιεστάτη, καὶ ὕδασι καλλίστοισι <lb/>κέχρηται τοῖσί τε οὐρανίοισι καὶ
                        τοῖσιν ἐκ τῆς γῆς. Οὔτε γὰρ ὑπὸ <lb/>τοῦ θερμοῦ ἐκκέκαυται λίην, οὔτε ὑπὸ
                        αὐχμῶν καὶ ἀνυδρίης ἀναξηραίνεται, <lb/>οὔτε ὑπὸ ψύχεος βεβιασμένη· ἐπεὶ δὲ
                        καὶ διάβροχός <lb/>ἐστιν ὑπό τε ὄμβρων πολλῶν καὶ χιόνος, τά τε ὡραῖα αὐτόθι
                        <lb/>πολλὰ ἐοικὸς γίγνεσθαι, ὁκόσα τε ἀπὸ σπερμάτων, καὶ ὁκόσα αὐτὴ ἡ
                        <lb/>γῆ ἀναδιδοῖ φυτά· ὧν τοῖσι καρποῖσι χρέονται ἄνθρωποι, ἡμεροῦντες
                        <lb/>ἐξ ἀγρίων, καὶ ἐς ἐπιτήδειον μεταφυτέοντες· τά τε ἐντρεφόμενα
                        <lb/>κτήνεα εὐθηνέειν εἰκὸς, καὶ μάλιστα τίκτειν τε πυκνότατα καὶ
                        <lb/>ἐκτρέφειν κάλλιστα· τούς τε ἀνθρώπους εὐτραφέας εἶναι, καὶ τὰ
                        <lb/>εἴδεα καλλίστους, καὶ μεγέθεα μεγίστους, καὶ ἥκιστα διαφόρους ἐς
                        <lb/>τά τε εἴδεα αὐτέων καὶ τὰ μεγέθεα· εἰκός τε τὴν χώρην ταύτην <lb/>τοῦ
                        ἦρος ἐγγύτατα εἶναι κατὰ τὴν φύσιν καὶ τὴν μετριότητα <pb n="56"/> τῶν
                        ὡρέων. Τὸ δὲ ἀνδρεῖον καὶ τὸ ταλαίπωρον καὶ τὸ ἔμπονον καὶ <lb/>τὸ θυμοειδὲς
                        οὐκ ἂν δύναιτο ἐν τοιαύτῃ φύσει ἐγγίγνεσθαι οὔτε ὁμοφύλου <lb/>οὔτε
                        ἀλλοφύλου, ἀλλὰ τὴν ἡδονὴν ἀνάγκη κρατέειν... Διότι <lb/>πολύμορφα γίγνεται
                        τὰ ἐν τοῖσι θηρίοισιν. Περὶ μὲν οὖν Αἰγυπτίων <lb/>καὶ Λιβύων οὕτως ἔχειν
                        μοι δοκέει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Περὶ δε τῶν ἐν δεξιῇ τοῦ ἡλίου τῶν ἀνατολέων τῶν θερινῶν <lb/>μέχρι
                        Μαιώτιδος λίμνης (οὗτος γὰρ ὅρος τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς <lb/>Ἀσίης) ὧδε ἔχει
                        περὶ αὐτέων· τὰ δὲ ἔθνεα ταῦτα ταύτῃ διάφορα αὐτὰ <lb/>ἑωυτέων μᾶλλόν ἐστι
                        τῶν προδιηγημένων, διὰ τὰς μεταβολὰς τῶν <lb/>ὡρέων καὶ τῆς χώρης τὴν φύσιν.
                        Ἔχει δὲ καὶ κατὰ τὴν γῆν ὁμοίως <lb/>ἅπερ καὶ κατὰ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.
                        Ὅκου γὰρ αἱ ὧραι μεγίστας <lb/>μεταβολὰς ποιέονται καὶ πυκνοτάτας, ἐκεῖ καὶ
                        ἡ χώρη ἀγριωτάτη <pb n="58"/> καὶ ἀνωμαλωτάτη ἐστίν· καὶ εὑρήσεις ὄρεά τε
                        πλεῖστα καὶ <lb/>δασέα, καὶ πεδία, καὶ λειμῶνας ἐόντας· ὅκου δὲ αἱ ὧραι μὴ
                        μέγα <lb/>ἀλλάσσουσιν, ἐκεῖ ἡ χώρη ὁμαλωτάτη ἐστίν. Οὕτω δὲ ἔχει <lb/>καὶ
                        περὶ τῶν ἀνθρώπων, εἴ τις βούλεται ἐνθυμέεσθαι. Εἰσὶ γὰρ φύσιες, <lb/>αἱ μὲν
                        ὄρεσιν ἐοικυῖαι δενδρώδεσί τε καὶ ἐφύδροισιν, αἱ δὲ λεπτοῖσί <lb/>τε καὶ
                        ἀνύδροισιν, αἱ δὲ λειμακεστέροισί τε καὶ ἑλώδεσιν, <lb/>αἱ δὲ πεδίῳ τε καὶ
                        ψιλῇ καὶ ξηρῇ γῇ. Αἱ γὰρ ὧραι αἱ μεταλλάσσουσαι <lb/>τῆς μορφῆς τὴν φύσιν
                        εἰσὶ διάφοροι· ἢν δὲ διάφοροι ἔωσι <lb/>μετὰ σφέων αὐτέων, διαφοραὶ καὶ
                        πλείονες γίγνονται τοῖσιν <lb/>εἴδεσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Καὶ ὁκόσα μὲν ὀλίγον διαφέρει τῶν ἐθνέων παραλείψω· ὁκόσα <lb/>δὲ μεγάλα
                        ἢ φύσει ἢ νόμῳ, ἐρέω περὶ αὐτέων ὡς ἔχει. Καὶ πρῶτον <lb/>περὶ τῶν
                        Μακροκεφάλων. Τουτέων γὰρ οὐκ ἔστιν ἄλλο ἔθνος <lb/>ὁμοίως τὰς κεφαλὰς ἔχον
                        οὐδέν. Τὴν μὲν γὰρ ἀρχὴν ὁ νόμος αἰτιώτατος <lb/>ἐγένετο τοῦ μήκεος τῆς
                        κεφαλῆς, νῦν δὲ καὶ ἡ φύσις ξυμβάλλεται <lb/>τῷ νόμῳ· τοὺς γὰρ μακροτάτην
                        ἔχοντας τὴν κεφαλὴν γενναιοτάτους <lb/>ἡγέονται. Ἔχει δὲ περὶ νόμου ὧδε· τὸ
                        παιδίον ὁκόταν γένηται τάχιστα, <lb/>τὴν κεφαλὴν αὐτέου ἔτι ἁπαλὴν ἐοῦσαν,
                        μαλακοῦ ἐόντος, <lb/>ἀναπλήσσουσι τῇσι χερσὶ, καὶ ἀναγκάζουσιν ἐς τὸ μῆκος
                        αὔξεσθαι, <lb/>δεσμά τε προσφέροντες καὶ τεχνήματα ἐπιτήδεια, ὑφ᾿ ὧν τὸ μὲν
                        σφαιροειδὲς <lb/>τῆς κεφαλῆς κακοῦται, τὸ δὲ μῆκος αὔξεται. Οὕτω τὴν ἀρχὴν
                        <lb/>ὁ νόμος κατειργάσατο, ὥστε ὑπὸ βίης τοιαύτην τὴν φύσιν γενέσθαι·
                        <lb/>τοῦ δὲ χρόνου προϊόντος, ἐν φύσει ἐγένετο, ὥστε τὸν νόμον μηκέτι <pb n="60"/> ἀναγκάζειν. Ὁ γὰρ γόνος πανταχόθεν ἔρχεται τοῦ σώματος, ἀπό τε
                        <lb/>τῶν ὑγιηρῶν ὁγιηρὸς, ἀπό τε τῶν νοσερῶν νοσερός. Εἰ οὖν γίγνονται
                        <lb/>ἐκ τε τῶν φαλακρῶν φαλακροὶ, καὶ ἐκ γλαυκῶν γλαυκοὶ, καὶ ἐκ
                        διεστραμμένων <lb/>στρεβλοὶ, ὡς ἐπὶ τὸ πλῆθος, καὶ περὶ τῆς ἄλλης μορφῆς
                        <lb/>ὁ αὐτὸς λόγος, τί κωλύει καὶ ἐκ μακροκεφάλου μακροκέφαλον
                        <lb/>γενέσθαι; Νῦν δὲ ὁμοίως οὐκ ἔτι γίγνονται ὡς πρότερον· ὁ γὰρ <lb/>νόμος
                        οὐκ ἔτι ἰσχύει διὰ τὴν ὁμιλίην τῶν ἀνθρώπων. Περὶ μὲν οὖν <lb/>τουτέων οὕτω
                        μοι δοκέει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Περὶ δὲ τῶν ἐν Φάσει, ἡ χώρη ἐκείνη ἑλώδης ἐστὶ καὶ θερμὴ <lb/>καὶ
                        ὑδατεινὴ καὶ δασεῖα· ὄμβροι τε αὐτόθι γίγνονται πᾶσαν ὥρην <lb/>πολλοί τε
                        καὶ ἰσχυροί· ἥ τε δίαιτα τοῖσιν ἀνθρώποισιν ἐν τοῖσιν <lb/>ἕλεσίν ἐστιν· τά
                        τε οἰκήματα ξύλινα καὶ καλάμινα ἐν τοῖσιν ὕδασι <lb/>μεμηχανημένα· ὀλίγῃ τε
                        χρέονται βαδίσει κατὰ τὴν πόλιν καὶ τὸ <lb/>ἐμπόριον, ἀλλὰ μονοξύλοισι
                        διαπλέουσιν ἄνω καὶ κάτω· διώρυγες <lb/>γὰρ πολλαί εἰσιν. Τὰ δὲ ὕδατα θερμὰ
                        καὶ στάσιμα πίνουσιν, ὑπό τε τοῦ <lb/>ἡλίου σηπόμενα, καὶ ὑπὸ τῶν ὄμβρων
                        ἐπαυξανόμενα. Αὐτός τε ὁ Φάσις <lb/>στασιμώτατος πάντων τῶν ποταμῶν καὶ ῥέων
                        ἠπιώτατα· οἵ τε <lb/>καρποὶ γιγνόμενοι αὐτόθι πάντες ἀναλδέες εἰσὶ, καὶ
                        τεθηλυσμένοι, <lb/>καὶ ἀτελέες, ὑπὸ πολυπληθείης τοῦ ὕδατος· διὸ καὶ οὐ
                        πεπαίνονται· <lb/>ἠήρ τε πουλὺς κατέχει τὴν χώρην ἀπὸ τῶν ὑδάτων. Διὰ ταύτας
                        δὴ τὰς <pb n="62"/> προφάσιας τὰ εἴδεα ἀπηλλαγμένα τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων
                        ἔχουσιν οἱ <lb/>Φασιηνοί· τά τε γὰρ μεγέθεα μεγάλοι, τὰ πάχεα δ᾿ ὑπερπαχέες·
                        <lb/>ἄρθρον τε κατάδηλον οὐδὲν, οὐδὲ φλέψ· τήν τε χροιὴν ὠχρὴν ἔχουσιν,
                        <lb/>ὥσπερ ὑπὸ ἰκτέρου ἐχόμενοι· φθέγγονταί τε βαρύτατον ἀνθρώπων, τῷ
                        <lb/>ἠέρι χρεώμενοι οὐ λαμπρῷ, ἀλλὰ χνοώδει τε καὶ διερῷ· πρός τε <lb/>τὸ
                        ταλαιπωρέειν τὸ σῶμα ἀργότεροι περφύκασιν· αἵ τε ὧραι οὐ πολὺ
                        <lb/>μεταλλάσσουσιν, οὔτε πρὸς τὸ πνῖγος, οὔτε πρὸς τὸ ψύχος· τά τε
                        <lb/>πνεύματα τὰ πολλὰ νότια, πλὴν αὐρῆς μιῆς ἐπιχωρίης· αὕτη δὲ <lb/>πνέει
                        ἐνίοτε βίαιος, καὶ χαλεπὴ, καὶ θερμὴ, καὶ Κέγχρονα ὀνομάζουσι <lb/>τοῦτο τὸ
                        πνεῦμα. Ὁ δὲ βορέης οὐ σφόδρα ἀφικνέεται· ὁκόταν <lb/>δὲ πνέῃ, ἀσθενὴς καὶ
                        βληχρὸς. Περὶ μὲν τῆς φύσιος τῆς διαφορῆς <lb/>καὶ τῆς μορφῆς τῶν ἐν τῇ Ἀσίῃ
                        καὶ τῇ Εὐρώπῃ οὕτως ἔχει. </p></div></div></body></text></TEI>