<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg001.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Καὶ εἰ μὲν ἦν ἁπλῶς, ὥσπερ ὑφηγέεται, ὅσα μὲν ἦν ἰσχυρότερα <lb/>ἔβλαπτεν,
                        ὅσα δ᾿ ἦν ἀσθενέστερα ὠφέλεέ τε καὶ ἔτρεφε τὸν <lb/>κάμνοντα καὶ τὸν
                        ὑγιαίνοντα, εὐπετὲς ἂν ἦν τὸ πρῆγμα πολλὸν γὰρ <lb/>τοῦ ἀσφαλέος ἂν ἔδει
                        περιλαμβάνοντας ἄγειν ἐπὶ τὸ ἀσθενέστατον. <lb/>Νῦν δὲ οὐκ ἔλασσον ἁμάρτημα,
                        οὐδὲ ἧσσον λυμαίνεται τὸν ἄνθρωπον, <lb/>ἢν ἐλάσσονα καὶ ἐνδεέστερα τῶν
                        ἱκανῶν προσφέρηται· τὸ γὰρ τοῦ <lb/>λιμοῦ μέρος δύναται ἰσχυρῶς ἐν τῇ φύσει
                        τοῦ ἀνθρώπου καὶ γυιῶσαι <lb/>καὶ ἀσθενέα ποιῆσαι καὶ ἀποκτεῖναι. Πολλὰ δὲ
                        καὶ ἄλλα κακὰ, ἑτεροῖα <lb/>μὲν τῶν ἀπὸ πληρώσιος, οὐχ ἧσσον δὲ ἅμα δεινὰ
                        καὶ ἀπὸ κενώσιος· <lb/>δι᾿ ὧν πολλὸν ποικιλώτερά τε καὶ διὰ πλέονος ἀκριβίης
                        <lb/>ἐστί. Δεῖ γὰρ μέτρου τινὸς στοχάσασθαι· μέτρον δὲ, οὐδὲ σταθμὸν,
                        <lb/>οὐδὲ ἀριθμὸν οὐδένα ἄλλον, πρὸς ὃ ἀναφέρων εἴσῃ τὸ ἀκριβὲς, οὐκ <pb n="590"/> ἂν εὑροίης ἄλλ᾿ ἢ τοῦ σώματος τὴν αἴσθησιν· διὸ ἔργον οὕτω
                        καταμαθεῖν <lb/>ἀκριβέως, ὥστε σμικρὰ ἁμαρτάνειν ἔνθα ἢ ἔνθα· κἂν ἐγὼ τοῦτον
                        <lb/>τὸν ἰητρὸν ἰσχυρῶς ἐπαινέοιμι τὸν σμικρὰ ἁμαρτάνοντα. Τὸ δ᾿
                        <lb/>ἀκριβὲς ὀλιγάκις ἐστὶ κατιδεῖν· ἐπεὶ οἱ πολλοί γε τῶν ἰητρῶν τἀυτά
                        <lb/>μοι δοκέουσι τοῖσι κακοῖσι κυβερνήτῃσι πάσχειν· καὶ γὰρ ἐκεῖνοι
                        <lb/>ὅταν ἐν γαλήνῃ κυβερνῶντες ἁμαρτάνωσιν, οὐ καταφανέες εἰσίν· ὅταν
                        <lb/>δὲ αὐτοὺς κατάσχῃ χειμών τε μέγας καὶ ἄνεμος ἐξώστης, φανερῶς <lb/>ἤδη
                        πᾶσιν ἀνθρώποισι δι᾿ ἀγνωσίην καὶ ἁμαρτίην δῆλοί εἰσιν ἀπολέσαντες <lb/>τὴν
                        ναῦν. Οὕτω δὴ καὶ οἱ κακοί τε καὶ πλεῖστοι ἰητροὶ, <lb/>ὅταν μὲν θεραπεύωσιν
                        ἀνθρώπους μηδὲν δεινὸν ἔχοντας, ἐς οὓς <lb/>ἄν τις καὶ τὰ μέγιστα ἁμαρτάνων
                        οὐδὲν δεινὸν ἐργάσαιτο, πυλλὰ δὲ <lb/>τὰ τοιαῦτα νουσήματα καὶ πολὺ πλέον
                        τῶν δεινῶν ἀνθρώποισι <lb/>ξυμβαίνει, ἐν μὲν δὴ τοῖσι τοιούτοισιν
                        ἁμαρτάνοντες οὐ καταφανέες <lb/>εἰσὶ τοῖσιν ἰδιώτῃσιν. Ὁκόταν δ᾿ ἐντύχωσι
                        μεγάλῳ τε καὶ ἰσχυρῷ <lb/>καὶ ἐπισφαλεῖ νουσήματι, τότε σφέων τὰ ἁμαρτήματα
                        καὶ ἡ ἀτεχνίη <lb/>πᾶσι καταφανής ἐστιν· οὐ γὰρ ἐς μακρὸν αὐτέων ἑκατέρου
                        <lb/>αἱ τιμωρίαι, ἀλλὰ διὰ ταχέος πάρεισιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ὅτι δὲ οὐδὲν ἐλάσσους ἀπὸ κενώσιος ἀκαίρου κακοπάθειαι <lb/>γίνονται τῷ
                        ἀνθρώπῳ ἢ καὶ ἀπὸ πληρώσιος, καταμανθάνειν καλῶς <lb/>ἔχει ἐπαναφέροντας ἐπὶ
                        τοὺς ὑγιαίνοντας. Ἔστι γὰρ οἷσιν αὐτέων <lb/>ξυμφέρει μονοσιτέειν, καὶ τοῦτο
                        διὰ τὸ ξυμφέρον οὕτως αὐτοὶ συνετάξαντο· <lb/>ἄλλοισι δὲ ἀριστῇν, διὰ τὴν
                        αὐτὴν ἀνάγκην· οὕτω γὰρ <pb n="592"/> αὐτέοισι ξυμφέρει, καὶ μὴ τούτοισιν,
                        οἳ δι᾿ ἡδονὴν ἢ δι᾿ ἄλλην τινὰ <lb/>ξυγκυρίην ἐπετήδευσαν ὁπότερον αὐτέων·
                        τοῖσι μὲν γὰρ πλείστοισι <lb/>τῶν ἀνθρώπων οὐδὲν διαφέρει πότερον ἂν
                        ἐπιτηδεύσωσιν, εἴτε μονοσιτέειν, <lb/>εἴτε ἀριστῇν, τουτέῳ τῷ ἔθεϊ χρέεσθαι.
                        Εἰσὶ δέ τινες οἳ οὐκ <lb/>ἂν δύναιντο, ἔξω τοῦ ξυμφέροντος ποιέοντες,
                        ῥηϊδίως ἀπαλλάσσειν, <lb/>ἀλλὰ ξυμβαίνει αὐτέων ἑκατέροισι παρ᾿ ἡμέρην μίην,
                        καὶ ταύτην <lb/>οὐχ ὅλην μεταβάλλουσιν, ὑπερφυὴς κακοπαθείη. Οἱ μὲν γὰρ
                        <lb/>ἢν ἀριστήσωσι μὴ ξυμφέροντος αὐτέοισιν, εὐθὺς βαρέες καὶ νωθροὶ <lb/>τὸ
                        σῶμα καὶ τὴν γνώμην, χάσμης τε καὶ νυσταγμοῦ καὶ δίψης <lb/>πλήρεες· ἢν δὲ
                        ἐπιδειπνήσωσι, καὶ φῦσα καὶ στρόφος καὶ ἡ κοιλίη <lb/>καταρρήγνυται· καὶ
                        πολλοῖσιν ἀρχὴ νούσου αὕτη μεγάλης ἐγένετο, <lb/>ἢν τὰ αὐτὰ σιτία, ἃ
                        μεμαθήκεσαν ἅπαξ ἀναλίσκειν, δὶς <lb/>προσενέγκηται, καὶ μηδὲν ἔτι πλέον.
                        Τοῦτο δὲ, ἢν ἀριστῇν μεμαθηκώς <lb/>τις, καὶ οὕτως αὐτέῳ ξυμφέρον, μὴ
                        ἀριστήσῃ, ὅταν τάχιστα <lb/>παρέλθῃ ἡ ὥρη, εὐθὺς ἀδυναμίη δεινὴ, τρόμος,
                        ἀψυχίη· ἐπὶ <lb/>τούτοισιν ὀφθαλμοὶ χλωρότεροι, οὖρον παχὺ καὶ θερμὸν, στόμα
                        πικρὸν, <lb/>καὶ τὰ σπλάγχνα οἱ δοκέει κρεμᾶσθαι, σκοτοδινίη, δυσθυμίη,
                        <lb/>δυσεργίη· ταῦτα δὲ πάντα, καὶ ὅταν δειπνέειν ἐπιχειρήσῃ, ἀηδέστερος <pb n="594"/> μὲν ὁ σῖτος, ἀναλίσκειν δὲ οὐ δύναται ὅσα ἀριστιζόμενος
                        <lb/>πρότερον ἐδείπνει· ταῦτα δὲ αὐτὰ μετὰ στρόφου τε καὶ ψόφου
                        <lb/>καταβαίνοντα ξυγκαίει τὴν κοιλίην, δυσκοιτέουσί τε καὶ ἐνυπνιάζονται
                        <lb/>τεταραγμένα καὶ θορυβώδεα· πολλοῖσι δὲ καὶ τουτέων <lb/>αὕτη ἀρχὴ
                        νούσου ἐγένετο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Σκέψασθαι δὲ χρὴ διὰ τίνας προφάσιας αὐτέοισι· ταῦτα ξυνέβη· <lb/>τῷ μὲν,
                        οἶμαι, μεμαθηκότι μονοσιτέειν, ὅτι οὐκ ἀνέμεινε τὸν <lb/>χρόνον τὸν ἱκανὸν
                        μέχρις αὐτέου ἡ κοιλίη τῶν τῇ προτεραίῃ <lb/>προσενηνεγμένων σιτίων ἀπολαύσῃ
                        τελέως, καὶ ἐπικρατήσῃ, καὶ <lb/>λαπαχθῇ τε καὶ ἡσυχάσῃ, ἀλλ᾿ ἐπιζέουσάν τε
                        καὶ ἐζυμωμένην καινὰ <lb/>ἐπεσηνέγκατο· αἱ δὲ τοιαῦται κοιλίαι πολλῷ τε
                        βραδύτερον πέσσουσι, <lb/>καὶ πλέονος δέονται ἀναπαύσιός τε καὶ ἡσυχίης. Ὁ
                        δὲ μεμαθηκὼς <lb/>ἀριστίζεσθαι, ὅτι οὐκ, ἐπειδὴ τάχιστα ἐδεήθη τροφῆς τὸ
                        σῶμα, καὶ <lb/>τὰ πρότερα κατανάλωτο, καὶ οὐκ εἶχεν οδὐεμίην ἀπόλαυσιν,
                        εὐθέως <lb/>αὐτέῳ παρεγένετο καινὴ τροφὴ, φθίνει δὴ καὶ ξυντήκεται ὑπὸ
                        λιμοῦ. <lb/>Πάντα γὰρ, ἃ λέγω πάσχειν τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον, λιμῷ ἀνατίθημι.
                        <lb/>Φημὶ δὲ καὶ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἅπαντας, οἵ τινες ἂν ὁγιαίνοντες
                        <lb/>ἄσιτοι δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας γένωνται, ταῦτα πείσεσθαι οἷα περὶ τῶν
                        <lb/>ἀναρίστων γενομένων εἴρηκα. </p></div><pb n="596"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Τὰς δὲ τοιαύτας φύσιας ἔγωγέ φημι, τὰς ταχέως τε καὶ <lb/>ἰσχυρῶς τῶν
                        ἁμαρτημάτων ἀπολαυούσας, ἀσθενεστέρας εἶναι τῶν <lb/>ἑτέρων· ἐγγύτατα δὲ τοῦ
                        ἀσθενέοντός ἐστιν ὁ ἀσθενής· ἔστι δὲ <lb/>ἀσθενέστερος ὁ ἀσθενέων, καὶ
                        μᾶλλον αὐτέῳ προσήκει ὅ τι ἂν <lb/>τοῦ καιροῦ ἀποτυγχάνῃ, πονέειν. Χαλεπὸν,
                        μὴ τοιαύτης ἀκριβίης <lb/>ἐούσης περὶ τὴν τέχνην, τυγχάνειν αἰεὶ τοῦ
                        ἀτρεκεστάτου· πολλὰ <lb/>δὲ εἴδεα κατ᾿ ἰητρικὴν ἐς τοσαύτην ἀκριβίην ἥκει,
                        περὶ ὧν <lb/>εἰρήσεται. Οὐ φημὶ δὴ διὰ τοῦτο δεῖν τὴν τέχνην ὡς οὐκ ἐοῦσαν
                        <lb/>οὐδὲ καλῶς ζητεομένην τὴν ἀρχαίην ἀποβαλέσθαι, εἰ μὴ ἔχει <lb/>περὶ
                        πάντα ἀκριβίην, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον, διὰ τὸ ἐγγὺς, οἶμαι, <lb/>τοῦ ἀτρεκεστάτου
                        ὁμοῦ δύνασθαι ἥκειν λογισμῷ, προσίεσθαι, καὶ <pb n="598"/> ἐκ πολλῆς
                        ἀγνωσίης θαυμάζειν τὰ ἐξευρημένα, ὡς καλῶς καὶ ὀρθῶς <lb/>ἐξεύρηται, καὶ οὐκ
                        ἀπὸ τύχης. </p></div></div></body></text></TEI>