<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg001.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Εὖ δὲ χρὴ τοῦτο εἰδέναι, ὅτι τισὶ τὰ ῥοφήματα ἐν τῇσι <lb/>νούσοισιν οὐ
                        ξυμφέρει, ἀλλ᾿ ἄντικρυς, ὅταν ταῦτα προσαίρωνται, <lb/>παροξύνονται σφίσιν
                        οἵ τε πορετοὶ καὶ τὰ ἀλγήματα· <lb/>καὶ δῆλον τὸ προσενεχθὲν τῇ μὲν νούσῳ
                        τροφή τε καὶ αὔξησις <lb/>γενόμενον, τῷ δὲ σώματι φθίσις τε καὶ ἀρρωστίη.
                        Ὁκόσοι δ᾿ ἀν <lb/>τῶν ἀνθρώπων ἐν ταύτῃ τῇ διαθέσει ἐόντες προσενέγκωνται
                        ξηρὸν <lb/>σιτίον, ἢ μᾶζαν, ἢ ἄρτον, καὶ πάνυ σμικρὸν, δεκαπλασίως ἀν
                        <lb/>μᾶλλον καὶ ἐπιφανέστερον κακωθεῖεν ἢ ῥοφέοντες, δι᾿ οὐδὲν ἄλλο ἢ διὰ
                            <pb n="584"/> τὴν ἰσχὺν τοῦ βρώματος πρὸς τὴν διάθεσιν· καὶ ὅτῳ ῥοφέειν
                        ξυμφέρει, <lb/>ἐσθίειν δ᾿ οὖ, εἰ πλείω φάγοι, πολὺ ἂν μᾶλλον κακωθείη ἢ
                        <lb/>ὀλίγα· καὶ εἰ ὀλίγα δὲ, πονήσειεν ἄν. Πάντα δὴ τὰ αἴτια τοῦ πόνου
                        <lb/>ἐς τὸ αὐτὸ ἀνάγεται, τὰ ἰσχυρότατα μάλιστά τε καὶ ἐπιφανέστατα
                        <lb/>λυμαίνεσθαι τὸν ἄνθρωπον, καὶ τὸν ὑγιέα ἐόντα, καὶ τὸν <lb/>νοσέοντα.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Τί οὖν φαίνεται έτεροῖον διανοηθεὶς ὁ καλεύμενος ἰητρὸς καὶ
                        <lb/>ὁμολογημένως χειροτέχνης, ὃς ἐξεῦρε τὴν ἀμφὶ τοὺς κάμνοντας δίαιτάν
                        <lb/>τε καὶ τροφὴν, ἢ κεῖνος ὁ ἀπ᾿ ἀρχῆς τοῖσι πᾶσιν ἀνθρώποισι <lb/>τροφὴν,
                        ᾗ νῦν χρεόμεθα, ἐξ ἐκείνης τῆς ἀγρίης καὶ θηριώδεος εὑρών <lb/>τε καὶ
                        παρασκευάσας διαίτης; ἐμοὶ μὲν γὰρ φαίνεται ὡυτὸς <lb/>τρόπος, καὶ ἕν τι καὶ
                        ὅμοιον τὸ εὕρημα. Ὁ μὲν, ὅσων μὴ ἠδύνατο ἡ <lb/>φύσις ἡ ἀνθρωπίνη
                        ἐπικρατέειν ὑγιαίνουσα ἐμπιπτόντων, διά <lb/>ἀγριότητά τε καὶ ἀκρησίην, ὁ
                        δὲ, ὅσων ἡ διάθεσις, ἐν οἵῃ ἂν ἑκάστοτε <lb/>ἕκαστος τύχῃ διακείμενος, μὴ ἦν
                        δυνατὸς ἐπικρατέειν, ταῦτα <lb/>ἐζήτησεν ἀφελεῖν. Τί δὴ τοῦτ᾿ ἐκείνου
                        διαφέρει ἀλλ᾿ ἢ πλέον τό γε <pb n="586"/> εἶδος, καὶ ὅτι ποικιλώτερον, καὶ
                        πλέονος πραγματείης, ἀρχὴ δὲ <lb/>κείνη ἡ πρότερον γενομένη; </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Εἰ δέ τις σκέπτοιτο τὴν τῶν καμνόντων δίαιταν πρὸς τὴν τῶν
                        <lb/>ὑγιαινόντων, εὕροι ἂν οὐ βλαβερωτέρην ἤ περ τὴν τῶν ὑγιαινόντων
                        <lb/>πρὸς τὴν τῶν θηρίων τε καὶ πρὸς τὴν τῶν ἄλλων ζώων. <lb/>Ἀνὴρ γὰρ
                        κάμνων νουσήματι μήτε τῶν χαλεπῶν τε καὶ ἀφόρων, μήτ᾿ <lb/>αὖ τῶν παντάπασιν
                        εὐηθέων, ἀλλ᾿ ἢ αὐτέῳ ἐξαμαρτάνοντι μέλλει <lb/>ἐπίδηλον ἔσεσθαι, εἰ ἐθέλει
                        καταφαγεῖν ἄρτον, καὶ κρέας, ἢ ἄλλο <lb/>τι ὧν οἱ ὑγιαίνοντες ἐσθίοντες
                        ὠφελέονται, μὴ πολλὸν, ἀλλὰ <lb/>πολλῷ ἔλασσον, ἢ ὑγιαίνων ἂν ἠδύνατο· ἄλλος
                        τε τῶν ὑγιαινόντων <lb/>φύσιν ἔχων μήτε παντάπασιν ἀσθενέα, μήτ᾿ αὖ ἰσχυρὴν,
                        φαγών <lb/>τι ὧν βοῦς ἢ ἵππος φαγὼν ὠφελέοιτό τε καὶ ἰσχύοι, ὀρόβους, <lb/>ἢ
                        κριθὰς, ἢ ἄλλο τι τῶν τοιουτέων μὴ πολὺ, ἀλλὰ πολλῷ μεῖβον ἢ <lb/>δύναιτο·
                        οὐκ ἂν ἧσσον ὁ ὑγιαίνων τοῦτο ποιήσας πονήσειέ τε κα <pb n="588"/>
                        κινδυνεύσειε κείνου τοῦ νοσέοντος, ὃς τὸν ἄρτον ἢ τὴν μᾶζαν <lb/>ἀκαίρως
                        προσηνέγκατο. Ταῦτα δὴ πάντα τεκμήρια, ὅτι αὕτη ἡ <lb/>τέχνη πᾶσα ἡ ἰητρικὴ
                        τῇ αὐτέῃ ὁδῷ ζετεομένη εὑρίσκοιτο ἄν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Καὶ εἰ μὲν ἦν ἁπλῶς, ὥσπερ ὑφηγέεται, ὅσα μὲν ἦν ἰσχυρότερα <lb/>ἔβλαπτεν,
                        ὅσα δ᾿ ἦν ἀσθενέστερα ὠφέλεέ τε καὶ ἔτρεφε τὸν <lb/>κάμνοντα καὶ τὸν
                        ὑγιαίνοντα, εὐπετὲς ἂν ἦν τὸ πρῆγμα πολλὸν γὰρ <lb/>τοῦ ἀσφαλέος ἂν ἔδει
                        περιλαμβάνοντας ἄγειν ἐπὶ τὸ ἀσθενέστατον. <lb/>Νῦν δὲ οὐκ ἔλασσον ἁμάρτημα,
                        οὐδὲ ἧσσον λυμαίνεται τὸν ἄνθρωπον, <lb/>ἢν ἐλάσσονα καὶ ἐνδεέστερα τῶν
                        ἱκανῶν προσφέρηται· τὸ γὰρ τοῦ <lb/>λιμοῦ μέρος δύναται ἰσχυρῶς ἐν τῇ φύσει
                        τοῦ ἀνθρώπου καὶ γυιῶσαι <lb/>καὶ ἀσθενέα ποιῆσαι καὶ ἀποκτεῖναι. Πολλὰ δὲ
                        καὶ ἄλλα κακὰ, ἑτεροῖα <lb/>μὲν τῶν ἀπὸ πληρώσιος, οὐχ ἧσσον δὲ ἅμα δεινὰ
                        καὶ ἀπὸ κενώσιος· <lb/>δι᾿ ὧν πολλὸν ποικιλώτερά τε καὶ διὰ πλέονος ἀκριβίης
                        <lb/>ἐστί. Δεῖ γὰρ μέτρου τινὸς στοχάσασθαι· μέτρον δὲ, οὐδὲ σταθμὸν,
                        <lb/>οὐδὲ ἀριθμὸν οὐδένα ἄλλον, πρὸς ὃ ἀναφέρων εἴσῃ τὸ ἀκριβὲς, οὐκ <pb n="590"/> ἂν εὑροίης ἄλλ᾿ ἢ τοῦ σώματος τὴν αἴσθησιν· διὸ ἔργον οὕτω
                        καταμαθεῖν <lb/>ἀκριβέως, ὥστε σμικρὰ ἁμαρτάνειν ἔνθα ἢ ἔνθα· κἂν ἐγὼ τοῦτον
                        <lb/>τὸν ἰητρὸν ἰσχυρῶς ἐπαινέοιμι τὸν σμικρὰ ἁμαρτάνοντα. Τὸ δ᾿
                        <lb/>ἀκριβὲς ὀλιγάκις ἐστὶ κατιδεῖν· ἐπεὶ οἱ πολλοί γε τῶν ἰητρῶν τἀυτά
                        <lb/>μοι δοκέουσι τοῖσι κακοῖσι κυβερνήτῃσι πάσχειν· καὶ γὰρ ἐκεῖνοι
                        <lb/>ὅταν ἐν γαλήνῃ κυβερνῶντες ἁμαρτάνωσιν, οὐ καταφανέες εἰσίν· ὅταν
                        <lb/>δὲ αὐτοὺς κατάσχῃ χειμών τε μέγας καὶ ἄνεμος ἐξώστης, φανερῶς <lb/>ἤδη
                        πᾶσιν ἀνθρώποισι δι᾿ ἀγνωσίην καὶ ἁμαρτίην δῆλοί εἰσιν ἀπολέσαντες <lb/>τὴν
                        ναῦν. Οὕτω δὴ καὶ οἱ κακοί τε καὶ πλεῖστοι ἰητροὶ, <lb/>ὅταν μὲν θεραπεύωσιν
                        ἀνθρώπους μηδὲν δεινὸν ἔχοντας, ἐς οὓς <lb/>ἄν τις καὶ τὰ μέγιστα ἁμαρτάνων
                        οὐδὲν δεινὸν ἐργάσαιτο, πυλλὰ δὲ <lb/>τὰ τοιαῦτα νουσήματα καὶ πολὺ πλέον
                        τῶν δεινῶν ἀνθρώποισι <lb/>ξυμβαίνει, ἐν μὲν δὴ τοῖσι τοιούτοισιν
                        ἁμαρτάνοντες οὐ καταφανέες <lb/>εἰσὶ τοῖσιν ἰδιώτῃσιν. Ὁκόταν δ᾿ ἐντύχωσι
                        μεγάλῳ τε καὶ ἰσχυρῷ <lb/>καὶ ἐπισφαλεῖ νουσήματι, τότε σφέων τὰ ἁμαρτήματα
                        καὶ ἡ ἀτεχνίη <lb/>πᾶσι καταφανής ἐστιν· οὐ γὰρ ἐς μακρὸν αὐτέων ἑκατέρου
                        <lb/>αἱ τιμωρίαι, ἀλλὰ διὰ ταχέος πάρεισιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ὅτι δὲ οὐδὲν ἐλάσσους ἀπὸ κενώσιος ἀκαίρου κακοπάθειαι <lb/>γίνονται τῷ
                        ἀνθρώπῳ ἢ καὶ ἀπὸ πληρώσιος, καταμανθάνειν καλῶς <lb/>ἔχει ἐπαναφέροντας ἐπὶ
                        τοὺς ὑγιαίνοντας. Ἔστι γὰρ οἷσιν αὐτέων <lb/>ξυμφέρει μονοσιτέειν, καὶ τοῦτο
                        διὰ τὸ ξυμφέρον οὕτως αὐτοὶ συνετάξαντο· <lb/>ἄλλοισι δὲ ἀριστῇν, διὰ τὴν
                        αὐτὴν ἀνάγκην· οὕτω γὰρ <pb n="592"/> αὐτέοισι ξυμφέρει, καὶ μὴ τούτοισιν,
                        οἳ δι᾿ ἡδονὴν ἢ δι᾿ ἄλλην τινὰ <lb/>ξυγκυρίην ἐπετήδευσαν ὁπότερον αὐτέων·
                        τοῖσι μὲν γὰρ πλείστοισι <lb/>τῶν ἀνθρώπων οὐδὲν διαφέρει πότερον ἂν
                        ἐπιτηδεύσωσιν, εἴτε μονοσιτέειν, <lb/>εἴτε ἀριστῇν, τουτέῳ τῷ ἔθεϊ χρέεσθαι.
                        Εἰσὶ δέ τινες οἳ οὐκ <lb/>ἂν δύναιντο, ἔξω τοῦ ξυμφέροντος ποιέοντες,
                        ῥηϊδίως ἀπαλλάσσειν, <lb/>ἀλλὰ ξυμβαίνει αὐτέων ἑκατέροισι παρ᾿ ἡμέρην μίην,
                        καὶ ταύτην <lb/>οὐχ ὅλην μεταβάλλουσιν, ὑπερφυὴς κακοπαθείη. Οἱ μὲν γὰρ
                        <lb/>ἢν ἀριστήσωσι μὴ ξυμφέροντος αὐτέοισιν, εὐθὺς βαρέες καὶ νωθροὶ <lb/>τὸ
                        σῶμα καὶ τὴν γνώμην, χάσμης τε καὶ νυσταγμοῦ καὶ δίψης <lb/>πλήρεες· ἢν δὲ
                        ἐπιδειπνήσωσι, καὶ φῦσα καὶ στρόφος καὶ ἡ κοιλίη <lb/>καταρρήγνυται· καὶ
                        πολλοῖσιν ἀρχὴ νούσου αὕτη μεγάλης ἐγένετο, <lb/>ἢν τὰ αὐτὰ σιτία, ἃ
                        μεμαθήκεσαν ἅπαξ ἀναλίσκειν, δὶς <lb/>προσενέγκηται, καὶ μηδὲν ἔτι πλέον.
                        Τοῦτο δὲ, ἢν ἀριστῇν μεμαθηκώς <lb/>τις, καὶ οὕτως αὐτέῳ ξυμφέρον, μὴ
                        ἀριστήσῃ, ὅταν τάχιστα <lb/>παρέλθῃ ἡ ὥρη, εὐθὺς ἀδυναμίη δεινὴ, τρόμος,
                        ἀψυχίη· ἐπὶ <lb/>τούτοισιν ὀφθαλμοὶ χλωρότεροι, οὖρον παχὺ καὶ θερμὸν, στόμα
                        πικρὸν, <lb/>καὶ τὰ σπλάγχνα οἱ δοκέει κρεμᾶσθαι, σκοτοδινίη, δυσθυμίη,
                        <lb/>δυσεργίη· ταῦτα δὲ πάντα, καὶ ὅταν δειπνέειν ἐπιχειρήσῃ, ἀηδέστερος <pb n="594"/> μὲν ὁ σῖτος, ἀναλίσκειν δὲ οὐ δύναται ὅσα ἀριστιζόμενος
                        <lb/>πρότερον ἐδείπνει· ταῦτα δὲ αὐτὰ μετὰ στρόφου τε καὶ ψόφου
                        <lb/>καταβαίνοντα ξυγκαίει τὴν κοιλίην, δυσκοιτέουσί τε καὶ ἐνυπνιάζονται
                        <lb/>τεταραγμένα καὶ θορυβώδεα· πολλοῖσι δὲ καὶ τουτέων <lb/>αὕτη ἀρχὴ
                        νούσου ἐγένετο. </p></div></div></body></text></TEI>